Γιάννης Κωστόπουλος, με λογισμό και μ' όνειρο

Γιάννης Κωστόπουλος, ο άνθρωπος που «γέννησε» την Alpha Bank, ένας ευπατρίδης που πορευόταν με την επιθυμία να βάλει μια «πρέζα» ελληνικού πολιτισμού σε κάθε γωνιά του πλανήτη.

Όταν μου έστειλε το Andro μια λίστα γεμάτη με ένδοξα ονόματα για να τους κάνω αφιέρωμα, στην άκρη της διέκρινα κι ένα που μου ήταν σχεδόν άγνωστο, κι αποφάσισα να ξεκινήσω μ’ αυτό: Γιάννης Κωστόπουλος. Ντρέπομαι που το λέω, αλλά τον Κωστόπουλο τον γνώρισα από σπόντα, μόλις πέρσι, όταν αρχίσαμε να δουλεύουμε με τον Φίλιππο Κουτσαφτή στα κείμενα της νέας του ταινίας, ενός ντοκιμαντέρ με θέμα την Αίγινα – coming soon.

Η ιστορία του νησιού ξέρουμε ότι είναι μια μακρά σειρά από πρωτιές, εξ ων και η οικονομική, εφόσον εκεί κόπηκε ένα από τα πρώτα νομίσματα της αρχαίας Ελλάδος, που είχε στη μία όψη τη μορφή μιας χελώνας, και στην άλλη ένα σχήμα που μας είναι οικείο, γνωστό, πρόκειται για το σήμα της Alpha Bank. Με αφορμή τη χθεσινή επέτειο εισαγωγής της Alpha Bank στο χρηματιστήριο (το 1988), θυμόμαστε έναν τραπεζίτη που ήταν το ακριβώς αντίθετο από αυτό που σκεφτόμαστε ακούγοντας αυτή τη λέξη.

Ο Γιάννης Κωστόπουλος ήταν τραπεζίτης από άλλη πάστα και καμία σχέση με την εικόνα που έχει σήμερα ο όρος.
Γιάννης Κωστόπουλος, με λογισμό και μ' όνειρο

Όλα άλλαξαν το 1972 όταν ο Γιάννης Κωστόπουλος πήρε τη σκυτάλη από τον πατέρα και τον παππού του, και τη μετέτρεψε, ας πούμε, σε δάδα, διδάσκοντας ότι οι τραπεζίτες δεν είναι απαραιτήτως σατανικά όντα που πίνουν το αίμα του λαού με το μπουρί της σόμπας.

Και εγένετο Alpha Bank

Αυτή ήταν η άκρη του νήματος, που με οδήγησε στο 1972, όταν ο Κωστόπουλος, τριάντα πέντε ετών τότε, πήρε το τιμόνι της Τράπεζας Ελληνικής Εμπορικής Πίστεως, η οποία είχε ιδρυθεί το 1924, ως εξέλιξη της Τράπεζας Καλαμών, η οποία είχε ιδρυθεί το 1918, ως εξέλιξη της Τράπεζας Ι.Φ. Κωστόπουλου, η οποία είχε ιδρυθεί το 1916 – τελεία.

Ακόμα παλιότερα, το έτος 1879, ο ως άνω Ιωάννης Φ. Κωστόπουλος, ο παππούς του δικού μας Γιάννη, ίδρυσε τον ομώνυμο Εμπορικό Οίκο, ο οποίος λειτουργούσε κατά το πλείστον ως τράπεζα, εξυπηρετώντας Έλληνες μετανάστες στην Αμερική.

Κι έτσι, νομίζω, άρχισαν όλα, που άλλαξαν (όλα) το 1972, όταν ο Γιάννης Κωστόπουλος πήρε τη σκυτάλη από τον πατέρα και τον παππού του, και τη μετέτρεψε, ας πούμε, σε δάδα, διδάσκοντας ότι οι τραπεζίτες δεν είναι απαραιτήτως σατανικά όντα που πίνουν το αίμα του λαού με το μπουρί της σόμπας – κάποιοι ίσως είναι, δεν τους έχω γνωρίσει όλους.

Ο Γιάννης Κωστόπουλος, μια φορά, ήταν από άλλη πάστα, και η δάδα που λέγαμε ήταν μάλλον πολιτισμικής τάξεως, ου μην και φωτός πνευματικού, που μου θυμίζει, αίφνης, ότι το φι στο πατρώνυμο του Ιωάννη Φ. Κωστόπουλου stands for Φώτιος – κι εννοώ: stands tall.

Στο ύψος αυτό στάθηκε, υποθέτω, κι ο Γιάννης Κωστόπουλος, και πήγε ψηλότερα, ξεκινώντας την αναδημιουργία της οικογενειακής επιχείρησης με μιαν αναβάπτιση, με την αλλαγή του ονόματος, που είναι το άλφα και το ωμέγα της ύπαρξης, ή η ίδια η ύπαρξη, η λογική μας υπόσταση, τουλάχιστον σύμφωνα με το Βιβλίο της Γενέσεως.

Τον σιδηρόδρομο «Τράπεζα Ελληνικής Εμπορικής Πίστεως», που είχε μαζευτεί σε «Εμπορική Τράπεζα Πίστεως», ο Γιάννης Κωστόπουλος τον μάζεψε κι άλλο, δηλαδή τον συμπύκνωσε, λανσάροντας, μαζί με το αρχαίο έμβλημα της Αίγινας, ένα νέο όνομα, αυτό εδώ: «Τράπεζα Πίστεως». Ο σιδηρόδρομος θα γινόταν υπερταχεία – ή και καράβι.

Το όνομα άλλαξε εκ νέου το 1994, κι εγένετο η Alpha Τράπεζα Πίστεως, η οποία εξαγόρασε την Ιονική Τράπεζα το 1999, με τη μεγαλύτερη ιδιωτικοποίηση που έγινε ποτέ στην Ελλάδα, ενώ, το 2000, η σχετική συγχώνευση σήμανε την τελική (ή την ολόπρωτη) αναβάπτιση, και εγένετο η Alpha Bank. Το γράμμα έχει σημασία, διότι είναι το σώμα του πνεύματος – δεν είναι, εννοείται, κενό. Το ίδιο (ακριβώς) ισχύει για τα ονόματα.

«Πάντα είχε ένα θέμα με τα ονόματα», λέει η ζωγράφος Δάφνη Κωστοπούλου για τον πατέρα της, «από τον πρώτο του σκύλο μέχρι το τελευταίο του σκάφος». Ώστε έτσι.

Διανοούμενος, βιβλιοφάγος με μεγάλη αδυναμία στην ιστορία, ευπατρίδης, αθλητής με πολλές διακρίσεις στην ιστιοπλοΐα, με πολυεπίπεδη προσφορά.

Η Τράπεζα Εμπορικής Πίστεως στην Αθήνα το 1950.

Γιάννης Κωστόπουλος: Ένας «αιρετικός» τραπεζίτης

Το πρώτο του σκάφος ο Γιάννης το αγόρασε στα σίξτις, και του έδωσε ένα όνομα ομηρικό, το ίδιο που θα έδινε σε όλα τα σκάφη του, μέχρι το τέλος: Ωκύαλος. Πρόκειται βέβαια για το γρήγορο, το ταχύπλοο καράβι (ωκύαλος ναυς) του πολύτροπου βασιλιά της Ιθάκης, που το περιγράφει ο Όμηρος στη ραψωδία Μ της Οδύσσειας, στον στίχο 182.

Και στην Ιλιάδα, ασφαλώς, σαν αστραπή διασχίζει τους στίχους και χάνεται ο ωκύπους Αχιλλεύς, ο ενδοξότερος των Ελλήνων – ο ενδοξότερος του ύφους τους, που είναι ύψος και ήθος, ένα απαράμιλλο στιλ, μάλιστα παγκοσμίων διαστάσεων.

Ο Γιάννης Κωστόπουλος συμμετείχε με τα σκάφη του σε αγώνες, διεκδικώντας κάτι παραπάνω από την πρωτιά, κάτι που ο ίδιος το έλεγε ανέφικτο. Θα ήταν το κάλλος και η δόξα, τα συστατικά της αθανασίας. Καθοδόν προς τα κει, οι πρωτιές προκύπτουν παρεμπιπτόντως.

«Ήμασταν η πρώτη τράπεζα που προσέφερε εξυπηρέτηση μέσω προσωπικού υπολογιστού, τηλεφώνου και διαδικτύου», είπε κάποτε με καμάρι ο Κωστόπουλος, αναφορικά με ποικίλες καινοτομίες της επιχείρησής του, όπως το ATM και το POS.

Στην απαρχή της μεταμόρφωσης, μόλις ανέλαβε τα ηνία, ο Κωστόπουλος έδωσε εντολή να τοποθετηθεί σε κάθε κατάστημα της τράπεζας ένα έργο Έλληνα καλλιτέχνη

Την ως άνω δήλωση παραθέτει ο Γιάννης Παπαδογιάννης, σε ένα άρθρο στη Business Daily, και περιγράφει τον Κωστόπουλο ως τον άνθρωπο «που μεταμόρφωσε την τραπεζούλα της δεκαετίας του 1960 στον σημερινό πανίσχυρο όμιλο – μια από τις μεγαλύτερες τράπεζες στην Ελλάδα». Και να σκεφτείς ότι αυτό ήταν το λιγότερο.

Στην απαρχή της μεταμόρφωσης, μόλις ανέλαβε τα ηνία, ο Κωστόπουλος έδωσε εντολή να τοποθετηθεί σε κάθε κατάστημα της τράπεζας ένα έργο Έλληνα καλλιτέχνη (ή με ελληνικό θέμα), διαμορφώνοντας έτσι τη σχετική συλλογή, που τη συμπληρώνει μια από τις μεγαλύτερες συλλογές ελληνικών νομισμάτων στον κόσμο. Κι ούτε ένα κάλπικο.

«Για τις τράπεζες», λέει πάλι ο ίδιος ο Κωστόπουλος, «το Α και όχι το Ω είναι το προσωπικό και η τεχνολογία». Προτού υποθέσουμε ότι το ωμέγα είναι το χρήμα, θυμίζω ότι το αλφάβητο έχει 24 γράμματα, και κορυφώνεται στην έκπληξη που σχηματίζουν τα χείλη μου, ω θάμβος!, καθώς ξεφυλλίζω τον αφιερωματικό τόμο που εξέδωσε το Ίδρυμα Ιωάννου Φ. Κωστόπουλου εις μνήμην του Γιάννη, υπό τον τίτλο Άνδρα πολύτροπον.

Μούσα, μοι έννεπε, σκέφτομαι, αλλά ακόμα κι αυτή δυσκολεύεται, διότι, γράφει ο Παπαδογιάννης, «είναι δύσκολο να αποτυπωθούν σε λίγες λέξεις το έργο και η συμβολή του τραπεζίτη Γιάννη Κωστόπουλου», που ήταν, αλίμονο, κάτι πολύ παραπάνω από τραπεζίτης: «Διανοούμενος, βιβλιοφάγος με μεγάλη αδυναμία στην ιστορία, ευπατρίδης, αθλητής με πολλές διακρίσεις στην ιστιοπλοΐα, με μεγάλη προσφορά στην κοινωνία, το περιβάλλον, την τέχνη και τον πολιτισμό. Χρηματοδότησε τις δυο μεγάλες αίθουσες στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης που στεγάζουν αρχαία ελληνικά αντικείμενα, πολλά ελληνικά μουσεία και εκθέσεις, τον Εθνικό Κήπο. […]

Είναι δύσκολο να αποτυπωθούν σε λίγες λέξεις το έργο και η συμβολή του Γιάννη Κωστόπουλου, που ήταν κάτι πολύ παραπάνω από τραπεζίτης.

Υπάρχει ένα ημιστίχιο που ο Κωστόπουλος το αγαπούσε πολύ και το ανέφερε ή, ορθότερα, το εφάρμοζε εφ’ όρου ζωής: «Με λογισμό και μ’ όνειρο».

Ένας σύγχρονος Οδυσσέας

Τιμήθηκε από την πολιτεία, όχι ως τραπεζίτης, αλλά με τον Ανώτερο Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικος, παράσημο που απονέμεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας σε Έλληνες πολίτες που διακρίνονται στη Δημόσια Διοίκηση, στις Eπιστήμες, στις Τέχνες και τα Γράμματα, στο εμπόριο, τη βιομηχανία και τη ναυτιλία».

Στον αφιερωματικό τόμο, το τελευταίο κείμενο είναι της Δάφνης Κωστοπούλου, κι έχει έναν τίτλο ταυτόχρονα αποκαλυπτικό και ερμητικό, απόκρυφο, δηλαδή «Θάλασσα», που ο Αισχύλος αναρωτιέται ποιος θα την εξαντλήσει. Hold my beer, και υπομονή.

Ο Γιάννης Κωστόπουλος είχε καταγωγή από τη Μεσσηνία – εξάλλου: Τράπεζα Καλαμών. Εκεί πέρασα μεγάλο μέρος του έτους 2024, μαζί με τον Φίλιππο Κουτσαφτή, για τις ανάγκες άλλης ταινίας, που με έφερε σε επαφή και με το έργο του μεγάλου αρχαιολόγου Πέτρου Θέμελη.

Αυτός υπογράφει το πρώτο κείμενο στον αφιερωματικό τόμο, και του δίνει τον τίτλο «Το θαλάσσιο μετασύμπαν του Γιάννη Κωστόπουλου», ο οποίος (γράφει ο Θέμελης) «είχε ισχυρούς δεσμούς με το θαλασσινό νερό, τον Οδυσσέα αλλά και τον Θαλασσινό Σεβάχ, που είχαν γίνει μέρος της ζωής του και της ταυτότητάς του».

Την πλήρη ταυτότητα του Κωστόπουλου πιστεύω ότι την παρουσιάζει ο Έκτωρ Π. Βερύκιος, στον ίδιο τόμο, ως εξής: «Πατριώτης και ευεργέτης». Δεν ήξερα ότι με τα χρώματα της Alpha Bank ο Κωστόπουλος τιμούσε τη σημαία της Ελλάδας. Καίτοι ξένος υπήκοος (και χωρίς καν λογαριασμό στην Alpha Bank), αυτό με συγκινεί ιδιαιτέρως.

Στον τίτλο του κειμένου του («Πατριώτης και ευεργέτης»), ο Βερύκιος θέτει κι έναν υπότιτλο, ένα ημιστίχιο, που ο Κωστόπουλος το αγαπούσε πολύ και το ανέφερε ή, ορθότερα, το εφάρμοζε εφ’ όρου ζωής: «Με λογισμό και μ’ όνειρο».

«Για την Ελλάδα. Θέλω ο κόσμος να μάθει, και να θυμάται πάντα, πόση ομορφιά δημιούργησε αυτός ο μικρός τόπος…».
Γιάννης Κωστόπουλος, με λογισμό και μ' όνειρο

Αλέκος Λεβίδης, Γιάννης Κωστόπουλος, 2023. Λάδι σε μουσαμά, 122Χ97 εκ. Συλλογή Ιδρύματος Φ. Κωστόπουλου

Ο Γιάννης Κωστόπουλος ήθελε πάντα να προάγει την Ελλάδα

Κι έτσι βρίσκω εγώ την πηγή της συγκίνησης: «Κλείσε μέσα στην ψυχή σου την Ελλάδα (o altra cosa), και θα αισθανθείς μέσα σου να λαχταρίζει κάθε είδος μεγαλείου».

Το σπουδαιότερο στη φράση αυτή είναι ασφαλώς η παρένθεση, το άλλο πράγμα, που ισχυρίζομαι ότι είναι η πίστη, δηλαδή η ελπίδα, δηλαδή η αγάπη – που πολλάκις την έχω εκφράσει κατά το cosa nostra, τη δική μας υπόθεση, το δικό μας πράγμα.

Σήμερα, όμως, θα μπορούσα να την πω και Cassa Greca, που υποτίθεται ότι ήταν ένα μυστικό ταμείο, ένα χρηματοκιβώτιο ή θησαυροφυλάκιο, τέλος πάντων μια τράπεζα, με χρήματα που προορίζονταν για την Ελληνική Επανάσταση.

Κι επειδή τέτοιο ταμείο δεν υπήρξε, όχι όπως το φαντάζονταν διάφοροι τύραννοι, θα σας το αποκαλύψω εγώ, στην πραγματική του διάσταση, μ’ όλα τα κάλλη πόχει, που αποδίδουν στον όρο «τραπεζίτης» το σωστό του το ύψος (και ύφος, και ήθος), και μας παρουσιάζουν ακέραιο τον Γιάννη Κωστόπουλο, από τις 9 Μαρτίου 2021, όταν ανέβηκε στα βουνά των κυμάτων και χάθηκε σαν αστραπή.

Oh, you’ve guessed it, folks: πρόκειται για την αγία τράπεζα του Ομήρου, από τα ψίχουλα της οποίας τρέφεται ένα ολόκληρο μετασύμπαν, θαλασσινό και επουράνιο, και μένει και μαγιά. Άλλο αν τώρα μας φάγαν τα φαστφουντάδικα, κι ο λωτός πάει σύννεφο.

Κάποτε, τη δεκαετία του 1990, η Mahrukh Tarapor, αναπληρώτρια διευθύντρια στο Μητροπολιτικό Μουσείο Νέας Υόρκης, ρώτησε τον Γιάννη Κωστόπουλο γιατί έδινε τόσες χορηγίες σε εκθέσεις και εκδηλώσεις γύρω από τον ελληνικό πολιτισμό, κι εκείνος απάντησε το αυτονόητο, που σχεδόν το λησμονήσαμε: «Για την Ελλάδα. Θέλω ο κόσμος να μάθει, και να θυμάται πάντα, πόση ομορφιά δημιούργησε αυτός ο μικρός τόπος…»

* Όλες οι φωτογραφίες είναι από το Ιστορικό Αρχείο Alpha Bank

 

Διαβάστε ακόμη: Ο θρυλικός Άλεκ Ισηγόνης, μπαμπάς του εθιστικού «Mini» (1906-1988)

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top