
Η Golden Visa διαμορφώνει συνθήκες ασφυξίας για τους κατοίκους της Ελλάδας, δη της Αθήνας και συγκεκριμένων νησιών. Η αλλαγή στις προϋποθέσεις, ειδικά προς διευκόλυνση των επενδυτών, δεν είναι η λύση. (Φωτ. Top Sphere Media/Unsplash)
Αν ρωτήσουμε 10 ανθρώπους που έχουν βρεθεί ή βρίσκονται σε διαδικασία ανεύρεσης διαμερίσματος για να νοικιάσουν και να έχουν κάπου να μείνουν οι ταλαίπωροι, το πρώτο πρόβλημα που θα σου αναφέρουν, είναι οι τιμές που έχουν τα σπίτια που κοιτάζουν. Δε θα σου αναφέρουν πως δε βρίσκουν ωραία σπίτια ή ότι δε βρίσκουν διαθέσιμα σπίτια. Θα πουν ότι βρίσκουν ακριβά σπίτια. Και γι’ αυτή την ακρίβεια των ενοικίων έχει παίξει σημαντικό ρόλο και η Golden Visa (το έχουμε αναλύσει εδώ), η οποία έχει φέρει δεκάδες χιλιάδες επενδυτές από Κίνα, Λίβανο, Τουρκία, Ισραήλ και Βρετανία (διαβάστε κι εδώ), που έχουν αγοράσει σπίτια και με τις τιμές τους έχουν οδηγήσει την αγορά συνολικά σε άνοδο.
Παρόλο που το 2026 δεν είναι το ίδιο ενεργό σε σχέση με τα προηγούμενα 3 χρόνια, οι ενεργές άδειες μόνιμου επενδυτή ως τον Ιούνιο, είχαν φτάσει τις 32.702, αυξημένες κατά 48,6% σε σχέση με τις 22.001 του Ιουνίου του 2025, ενώ μόνο στο εξάμηνο εκδόθηκαν 4.919 νέες άδειες.
Διαβάζω σε σημερινό ρεπορτάζ του Πρώτου Θέματος ότι η κυβέρνηση προσανατολίζεται στο να επιτρέπει το κατώτατο όριο για τη Golden Visa (από 250.000 ως 800.000 ευρώ ανάλογα την περιοχή και τη χρήση του κτηρίου) να μην επενδύεται σε ένα μόνο ακίνητο, αλλά σε περισσότερα. Έτσι, αν για παράδειγμα ένας επενδυτής θέλει να αγοράσει ένα κτήριο με 500.000 ευρώ, θα μπορεί να αγοράσει 2 ή 3 με τα ίδια λεφτά. Αυτό σημαίνει ότι θα επιτρέπεται σε αυτούς τους επενδυτές να δημιουργούν ένα χαρτοφυλάκιο, ακόμα και από το μηδέν και να βρίσκονται με 3-4 σπίτια στην κατοχή τους.
Απαραίτητη προϋπόθεση για κάτι τέτοιο, θα είναι να διατίθενται όλα τα σπίτια σε μακροχρόνια μίσθωση και όχι βραχυχρόνια τύπου Airbnb. Σε πρώτη ανάγνωση, ειδικά στο μυαλό της κυβέρνησης, αυτό θα «σώσει» αρκετά διαμερίσματα από το να μπουν σε πλατφόρμες βραχυχρόνιας μίσθωσης, θα τα κρατήσει ζωντανά στην αγορά και θα προσφέρει μεγαλύτερη διαθεσιμότητα. Επιπλέον, καθώς υπάρχει το πλαφόν 250.000 ευρώ για χώρους που δεν είναι διαμερίσματα, αλλά προορίζονται γι’ αυτό, άρα για αλλαγή χρήσης, θα εμφανιστούν στην αγορά περισσότερα διαθέσιμα διαμερίσματα.
Κατασκευαστικές εταιρείες και επενδυτικοί όμιλοι ψάχνουν μανιωδώς παλιά γραφεία, αποθήκες, πρώην ξενοδοχεία, βιομηχανικά κτίρια και άλλους επαγγελματικούς χώρους, τους οποίους μπορούν να αποκτήσουν, να ανακαινίσουν και να μετατρέψουν σε κατοικίες. Ο κατασκευαστικός κλάδος βρίσκεται εδώ και μια 5ετία σε οργασμό, ειδικά στα νότια προάστια. Δεν υπάρχουν βέβαια τα χέρια, το ανθρώπινο δυναμικό που θα φέρει εις πέρας τόσες κατασκευές και έχουμε κι εκεί, όπως στην εστίαση και τον τουρισμό ένα burnout, αλλά αφού εξυπηρετείται το αφήγημα για θέσεις εργασίας, ας «καούν». Εξάλλου, έχουμε μάθει να φέρνουμε εισαγόμενους εργάτες, όπως και εισαγόμενους κατασκευαστές. Οι οποίοι αυξάνονται και παίρνουν εργολαβίες από τους εγχώριους.
Το πρόβλημα είναι η Golden Visa συνολικά, όχι οι προϋποθέσεις της
Ας μείνω όμως στο βασικό ζήτημα που αφορά στο σκεπτικό της κυβέρνησης πως τα περισσότερα διαθέσιμα διαμερίσματα θα φέρουν ανάσα στην αγορά και στη στεγαστική κρίση.
Όταν μιλάμε για επενδυτές, το λογικό είναι να θέλουν οι επενδύσεις τους να αποφέρουν. Ειδικά αν στην επένδυση αγοράς μέσω Golden Visa που τους διασφαλίζει και 5ετή άδεια διαμονής στην Ελλάδα για πολίτες τρίτων χωρών και τις οικογένειές τους, με δυνατότητα διαρκούς ανανέωσης, συν την διακίνηση εντός Σένγκεν δίχως βίζα, προστεθεί και το κόστος ανακαινίσεων. Ανακαινίσεις που στις περισσότερες περιπτώσεις γίνονται με τα φθηνότερα υλικά, τις φθηνότερες επιλογές, τσαπατσούλικα, έχουν επιφανειακό χαρακτήρα, μόνο και μόνο για να δικαιολογήσουν τα 600άρια και 700άρια σε διαμερίσματα 50-60 τ.μ.
Οι περισσότεροι αγοράζουν τα διαμερίσματα για να έχουν ένα έξτρα έσοδο, μαζί με τα άλλα πλεονεκτήματα. Δεν τα αγοράζουν γιατί αγαπούν την Ελλάδα και τους πολίτες της. Οπότε, καθώς διαθέτουν και την οικονομική άνεση και γνωρίζουν τι συμβαίνει στην αγορά ενοικίων, θα θέσουν μια τιμή ενοικίου που θα είναι υψηλή για τα δεδομένα των ντόπιων, ίσως ελάχιστα χαμηλότερη από την τιμή που θα έχει ένας εγχώριος ιδιοκτήτης διαμερίσματος που το νοικιάζει και θα εξακολουθήσει η πίεση στους ντόπιους που αναζητούν βιώσιμα διαμερίσματα.
Άρα, ναι, θα υπάρξει μεγαλύτερη διαθεσιμότητα, κι αυτή όμως σε υψηλό επίπεδο ενοικίων, που δε θα μπορεί να καλυφθεί ή θα καλύπτεται με υπερβάσεις. Κι αν καλύπτεται με υπερβάσεις, θα εδραιωθεί και θα στοχεύει όλο και ψηλότερα σε μέσο όρο τιμών.
Εκτός αυτού, όταν είναι τόσες διαφορετικές οι εθνικότητες, οι κουλτούρες, οι αισθητικές, είναι εξαιρετικά πιθανό να οδηγηθούμε σε έναν αισθητικό/διακοσμητικό αχταρμά, μακριά από τον αθηναϊκό χαρακτήρα, ιδίως όταν τα αρχιτεκτονικά γραφεία της χώρας δεν προλαβαίνουν να καλύψουν τη ζήτηση -κάποια έχουν και δραστηριότητα εκτός Ελλάδος- οπότε ξένα γραφεία, με άλλες αντιλήψεις και φασόν ιδέες αναλαμβάνουν ανακαινίσεις και ανακατασκευές. Το εξηγήσαμε εδώ διεξοδικά.
Δεν αντιλαμβάνομαι ειλικρινά το πώς θα λύσει το στεγαστικό πρόβλημα η ιδιοκτησία περισσότερων κτηρίων/διαμερισμάτων της χώρας από Κινέζους και Τούρκους, η δραστηριότητα των οποίων αλλάζει πολύ και τα νησιά και επαρχιακές πόλεις (έχουμε μιλήσει εδώ για την Καβάλα), όταν θα φτάσουμε να ζούμε όλο και περισσότεροι σε ενοίκια και δε θα μας ανήκουν τα σπίτια μας;
Αυτό που διαμορφώνει η Golden Visa είναι σε πρώτη ανάγνωση μια επένδυση με εισροή κεφαλαίων και με τις κατασκευαστικές που έρχονται εδώ, αλλά τι από όλα αυτά μένει εδώ και, κυρίως, πόσοι άνθρωποι που ζουν σε αυτή τη χώρα, δη στην Αθήνα, μπορούν να ζήσουν χωρίς οικονομική ασφυξία λόγω των δυσβάσταχτων ενοικίων; Και τι σόι πόλη θα είναι αυτοί, όταν οι ιδιοκτήτες σπιτιών δε ζουν εδώ, δεν ενδιαφέρονται για τίποτε άλλο από την ιδιοκτησία και χάνουν γειτονιές την ψυχή τους;
Αν το πλάνο είναι η Αθήνα και τα δημοφιλή νησιά να «δοθούν» αλλού, τότε ναι, το σχέδιο αυτό είναι κατάλληλο.




