Οι Αμερικάνοι τη λένε sunk cost fallacy: μιλάμε για την ανθρώπινη άρνηση να αναγνωρίσει μια λανθασμένη επένδυση, οικονομική, στρατηγική ή συναισθηματική.

Οι Αμερικάνοι την ονομάζουν «sunk cost fallacy»: η πλάνη του βυθισμένου κόστους. Και αποτελεί μία από τις πιο ύπουλες γνωστικές παγίδες στη λήψη αποφάσεων. Με οικονομικούς όρους, αναφέρεται στην τάση να συνεχίζουμε να επενδύουμε σε μια επιχειρηματική δραστηριότητα επειδή έχουμε ήδη δαπανήσει χρόνο, χρήμα και γενικότερη προσπάθεια, παρότι τα δεδομένα δείχνουν ότι η συνέχιση της επένδυσης δεν είναι συμφέρουσα. Κοινώς, χάνουμε λεφτά και οι προοπτικές ανάκαμψης είναι μικρές.

Τα κόστη είναι «βυθισμένα» —τα χρήματα και ο χρόνος μας δεν μπορούν να ανακτηθούν— και συνεπώς δεν θα έπρεπε να επηρεάζουν τις μελλοντικές μας αποφάσεις. Όμως το πείσμα μας, το συναίσθημα, αλλά και μια εύλογη τσιγγουνιά για το κεφάλαιο μας, μας βάζουν σε έναν φαύλο κύκλο όπου πολλές φορές δανειζόμαστε επιπλέον χρήματα και δαπανούμε κι άλλο χρόνο που θα μπορούσαμε να επενδύσουμε σε κάτι πιο παραγωγικό, δημιουργώντας ένα καθοδικό σπιράλ.

Στον κόσμο των επιχειρήσεων, το sunk cost fallacy εμφανίζεται πολύ συχνά, από ένα καφέ της γειτονιάς που δεν τραβάει μέχρι μια startup. Και βέβαια το βλέπουμε και στο χρηματιστήριο όταν μια μετοχή πέφτει και δεν θέλουμε να την πουλήσουμε. Όταν οι επιχειρηματίες «πετάνε καλά λεφτά πίσω από κακά λεφτά» όπως λένε οι Αμερικανοί, προσπαθώντας να σώσουν μια επένδυση που δεν αποδίδει, έχουμε την πλάνη του «βυθισμένου κόστους».

Η πλάνη έγκειται στο ότι, αντί να αναγνωρίσουμε εγκαίρως την αποτυχία και να «γράψουμε τη ζημιά», συνεχίζουμε να διοχετεύουμε πόρους με την ελπίδα ότι η κατάσταση θα αναστραφεί. Το αποτέλεσμα είναι συνήθως η διεύρυνση της ζημιάς: η «τρύπα» μεγαλώνει, και μαζί της αυξάνεται το κόστος της άρνησης να ληφθεί μια δύσκολη αλλά ορθολογική απόφαση.

Όσο η «τρύπα» μεγαλώνει, αυξάνεται και το κόστος της άρνησης να ληφθεί μια δύσκολη αλλά ορθολογική απόφαση.

Sunk Cost Fallacy στον πόλεμο και στις σχέσεις 

Η ίδια λογική παγίδα μπορεί να εμφανιστεί και σε πιο δραματικά πεδία, όπως ο πόλεμος. Όταν μια χώρα έχει ήδη επενδύσει σημαντικούς πόρους και πολιτικό κεφάλαιο σε μια σύγκρουση, η αποχώρηση χωρίς «νίκη» είναι πολιτικά επώδυνη και ο ηγέτης -παρασυρμένος από τους συμβούλους του ή και τα γκάλοπ- μπορεί να στηλώσει τα πόδια. Έτσι, ενδέχεται να κλιμακώσει τη σύγκρουση, στέλνοντας περισσότερα όπλα ή στρατεύματα. Για παράδειγμα, αν ο Ντόναλντ Τραμπ κολλήσει πιο βαθιά στη σύγκρουση με το Ιράν η οποία δεν είχε το γρήγορο προσδοκώμενο αποτέλεσμα, πιθανόν να πιεστεί να συνεχίσει την εμπλοκή ώστε να μην εμφανιστεί ως ηττημένος. Όμως αυτή η επιλογή θα μπορούσε να τον βυθίσει ακόμη περισσότερο σε μια «κινούμενη άμμο», αυξάνοντας το κόστος και τον κίνδυνο χωρίς εγγύηση επιτυχίας. Εκεί ποντάρουν και οι Ιρανοί εν μέρει, θεωρώντας ότι ο χρόνος είναι με το μέρος τους.

Σε πιο προσωπικό επίπεδο, η πλάνη του βυθισμένου κόστους εμφανίζεται συχνά στις ερωτικές σχέσεις. Πολλοί άνθρωποι παραμένουν σε μια μη ικανοποιητική σχέση επειδή έχουν ήδη επενδύσει χρόνια, συναισθήματα και κοινές εμπειρίες. Η σκέψη «αφού έμεινα τόσο καιρό, είναι κρίμα να τα πετάξω όλα» οδηγεί σε περαιτέρω επένδυση χρόνου και συναισθηματικού κεφαλαίου. Σε μια ερωτική αυτοπαγίδευση όπου το παρελθόν δεσμεύει το παρόν και υποθηκεύει το μέλλον. Ειδικά όταν υπάρχουν παιδιά τα οποία λανθασμένα θεωρούνται μέρος της επένδυσης και όχι αυτόνομες προσωπικότητες, τα πράγματα περιπλέκονται και η πλάνη -και το κόστος- ενισχύονται.

Υπάρχει τρόπος αντιμετώπισης αυτής της πλάνης; Όχι ακριβώς. Το πρώτο που πρέπει να κάνουμε είναι να εστιάσουμε στο παρόν και στο μέλλον, όχι στο παρελθόν. Οι αποφάσεις μας πρέπει να βασίζονται στις προσδοκώμενες αποδόσεις και όχι σε ό,τι έχει ήδη χαθεί. Χωρίς εγωισμό. Η αποδοχή της ζημιάς δεν είναι αποτυχία, αλλά ένδειξη ωριμότητας και ορθολογισμού. Σε τελική ανάλυση, το θάρρος να «κόψεις τις απώλειες» είναι συχνά αυτό που ξεχωρίζει μια κακή από μια όχι ακριβώς καλή αλλά πάντως ώριμη και διδακτική απόφαση.

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top