Γυναικα

    Ojos del Salado: μια ελληνίδα στα βουνά της Χιλής λίγο πριν ξεσπάσει ο κορονοϊός

    Η Κική Τσακαλδήμη έφυγε για ένα ορειβατικό ταξίδι εμπειρίας έως την καρδιά της ερήμου Atacama. Έπειτα από 16 επίπονες ημέρες δεν γνώριζε πως όταν θα γύριζε στην Ελλάδα τα πάντα θα είχαν αλλάξει δραματικά. Περιγράφει στο Andro τις σπάνιες στιγμές που έζησε.

     

    Η ανάβαση στο Ojos del Salado απαιτεί, πριν την ανάβαση σ’ αυτό, αναβάσεις σε άλλα ψηλά βουνά της περιοχής για να εγκλιματιστείς σωστά και να είσαι ασφαλής. Όπως στο Barrancas Blancas, στα 6119 μ.

    Η αναμέτρηση με συνεχείς προκλήσεις και η ανάγκη μου να γίνομαι όλο και καλύτερη, όλο και δυνατότερη είναι κομμάτι του εαυτού μου. Αυτή τη φορά σειρά έχει το ψηλότερο ηφαίστειο του πλανήτη: το Ojos del Salado, της Χιλής, στα 6893 μ.

    Στις 13 Φεβρουαρίου αποχαιρετώ τον άντρα μου και ξεκινώ ένα ταξίδι υπερατλαντικό. Θα επιστρέψω μετά από 16 ημέρες, ενώ δεν θα έχω καμία επικοινωνία με τα αγαπημένα μου πρόσωπα για πάνω από 12. Όταν θα επιστρέψω, τίποτα δεν θα είναι όπως το άφησα. Επεισόδια θα γίνονται στα σύνορα στον Έβρο· χιλιάδες μετανάστες θα στοιβάζονται στα Τουρκικά εδάφη απειλώντας να εισβάλουν στη χώρα μας· φίλοι και συγγενείς που υπηρετούν στα Σώματα Ασφαλείας θα βρίσκονται σε επιφυλακή στα σύνορα…

    Και σαν να μην έφτανε αυτό, τα κρούσματα του COVID-19 θα έχουν ήδη πλήξει και την Ελλάδα και τα μέτρα περιορισμού ήδη θα εφαρμόζονται. Η ραγδαία εξάπλωση του ιού θα έχει προκαλέσει την ακύρωση σχεδόν όλων των αθλητικών δράσεων ανά τον κόσμο – και φυσικά και αυτή των ορειβατικών αποστολών στο Everest. Η προσπάθεια, οι αγωνίες, οι επίπονες προπονήσεις θα πάνε στράφι. Άκυρα όλα για φέτος…

    Τότε όμως δεν γνώριζα τίποτα. Έτσι, γεμάτη ενθουσιασμό, φτάνω στο Santiago της Χιλής απ’ όπου θα πετάξω στην πόλη Copiapó για να ξεκινήσω ένα μακρύ ταξίδι, οδικώς, στην καρδιά της ερήμου Atacama. Που είναι η ξηρότερη έρημος του πλανήτη, αλλά και παράδεισος για τους ορειβάτες που αγαπούν τα ψηλά βουνά – υπάρχουν εδώ περισσότερα από 18 απ’ αυτά, με υψόμετρο πάνω από 6000 μ.

    Το τοπίο σου κόβει την ανάσα, μεταφορικά και κυριολεκτικά, μιας και ήδη βρίσκεσαι πάνω από τα 4000 μ. Όπου και να κοιτάξω βλέπω βουνοκορφές· πανύψηλα, πετρώδη βουνά, με τα μεταλλικά στοιχεία του πετρώματός τους να περιλαμβάνουν όλη την παλέτα των χρωμάτων. Είναι σαν ένα ουράνιο τόξο να πλάγιασε να ξαποστάσει πάνω στις ορθοπλαγιές σκορπίζοντας παντού τα χρώματά του.

    Στα βουνά της Atacama δεν υπάρχει υποστήριξη από βαστάζους ή δυνατά ζώα. Εδώ η μεταφορά του εξοπλισμού γίνεται με αυτοκίνητα 4×4. Που, σε τέτοιο υψόμετρο, ταλαιπωρούνται ακόμα και για να πάρουν μπρος.

    Αυτό που κάνει τις ορειβατικές αποστολές στην έρημο Atacama ξεχωριστές είναι ο τρόπος προώθησης προς τους πρόποδες των βουνών. Εδώ δεν υπάρχει υποστήριξη από βαστάζους ή δυνατά ζώα, όπως εκείνη των Σέρπα και των γιακ στο Νεπάλ. Αντίθετα, η μεταφορά του εξοπλισμού πραγματοποιείται εδώ με τη βοήθεια αυτοκινήτων 4×4.

    Καθώς δε η περιοχή είναι πλούσια σε ορυκτά, η εκμετάλλευση γίνεται στο μέγιστο από το εταιρείες-κολοσσούς οι οποίες κατασκευάζουν δρόμους, ακόμα και στα 5800 μ., για να εξυπηρετηθούν τα ορυχεία που βρίσκονται σε αυτά τα υψίπεδα. Χωρίς μάλιστα ίχνος νερού εκεί, είμαστε υποχρεωμένοι, πέραν της τροφής που θα χρειαστούμε για 13 μέρες, να κουβαλήσουμε και όλη την ποσότητα νερού γι αυτό το διάστημα.

    Το χειρότερο; Στα ψηλά βουνά, για να εγκλιματιστεί κανείς και να μην κινδυνεύει να πάθει υποξία, πρέπει να πίνει ΠΟΛΥ νερό! Πόσο πολύ; Τουλάχιστον 3-4 λίτρα κάθε μέρα, κάτι που αυξάνει το βάρος του φορτίου κατά πολύ. Ευτυχώς λοιπόν που υπάρχουν αυτά τα αυτοκίνητα τα οποία επίσης ταλαιπωρούνται λόγω και των ακραίων καιρικών συνθηκών. Οι οδηγοί τους δίνουν «μάχη» κάθε φορά για να τα βάλουν μπρος και για να τα περάσουν μέσα από τα κακοτράχαλα πεδία χωρίς ζημιά.

    Σε μια απ’ τις κατασκηνώσεις. Καμαρούλα μια σταλιά ενάμιση επί δύο – ούτε καν δύο επί τρία…

    Όσο όμορφες είναι οι Άνδεις τόσο ακραία δύσκολες είναι οι συνθήκες επιβίωσης εκεί. Ισχυροί άνεμοι που δεν κοπάζουν σχεδόν ποτέ, θερμοκρασίες που κυμαίνονται από 44° C ως -36° C, καυτός ήλιος, σκόνη που είναι αδύνατον να κρατήσεις μακριά σου –ακόμα και μέσα απ’ τα εσώρουχά σου– και έλλειψη οξυγόνου που προκαλεί μόνιμη κόπωση με το παραμικρό κάνουν κάθε στιγμή να μετατρέπεται σε αγώνα για επιβίωση.

    Η ανάβαση στο Ojos απαιτεί, πριν την ανάβαση σ’ αυτό, αναβάσεις σε άλλα ψηλά βουνά της περιοχής για να εγκλιματιστώ σωστά και να είμαι ασφαλής. Με τον οδηγό μου, τον Σάτια, επιλέγουμε τα 7 Hermanas (4700 μ.), Mulas Muertas (5600 μ.) και Barrancas Blancas (6119 μ.) – αργότερα θα ανακαλύψω πως ήμουν η πρώτη Ελληνίδα που πάτησε στην κορυφή τους. Με μαγικό, θαρρείς, τρόπο οι αντιξοότητες της μέρας απαλύνονται και μόνο από το μεγαλείο της φύσης γύρω μου. Αλλά και η ψυχολογία μου γίνεται κάθε μέρα και καλύτερη. Νοιώθω δυνατότερη κι ένα αίσθημα πληρότητας με κατακλύζει.

    Ορειβατούμε αργά και σταθερά σε κακοτράχαλο τερέν για σχεδόν μια ώρα. Ο αέρας μάς σφυροκοπά ασταμάτητα αλλά νοιώθω καλά.

    Και επιτέλους, μετά από εννέα μέρες συνεχούς προετοιμασίας, προσπάθειας και κακουχιών, φτάνει η μέρα που θα αντιμετωπίσω τον εαυτό μου, αυτή τη φορά έχοντας για σύμμαχο τις ορθοπλαγιές του Ojos del Salado. [σ.σ. “Ojos del Salado” σημαίνει «Μάτια του Αλμυρού (βουνού)», ονομασία που προέρχεται από τα μεγάλα αποθέματα αλατιού τα οποία, μοιάζοντας με μεγάλα μάτια, απαντώνται στους παγετώνες στις πλαγιές του ηφαιστείου].

    Είναι 27 Φεβρουαρίου του 2020, μέρα κορυφής. Βρισκόμαστε στο καταφύγιο Tejos, στα 5837 μ. Κουκουλωμένη στον υπνόσακό μου, ξυπνώ από τον χτύπο του ξυπνητηριού. Το ρολόι δείχνει 1:30 τα ξημερώματα. Φοράω τη ζεστή, πουπουλένια μου στολή, τρώω με το ζόρι μια φέτα ψωμί στην οποία προσπαθώ να αλείψω λίγο από το παγωμένο από το κρύο μέλι, ενώ προσπαθώ να λιώσω στο γκαζάκι το νερό μου που έχει και αυτό παγώσει στη διάρκεια της νύχτας.

    Η έρημος Atacama είναι η ξηρότερη στη Γη. Αλλά και παράδεισος για τους ορειβάτες που αγαπούν τα ψηλά βουνά – υπάρχουν εδώ περισσότερα από 18, με υψόμετρο πάνω από 6000 μ. Πανύψηλα, πετρώδη, με όλη την παλέτα των χρωμάτων.

    Πλήρως «αρματωμένη» με τον βαρύ εξοπλισμό μου, βγαίνω από το καταφύγιο. Χιονίζει. Το θερμόμετρο δείχνει -23° C. Ο Σάτια εξηγεί πως, με τις παρούσες συνθήκες, η ανάβαση υπολογίζεται να διαρκέσει περίπου 10 ώρες. Θα κάνουμε σύντομο διάλειμμα κάθε μια ώρα,  για νερό και λίγη ξηρά τροφή – κάτι που δεν τηρούμε πάντα όταν είμαστε μόνοι με τον Σάτια.

    Σήμερα όμως έχουμε μαζί μας τον Βικ, Αμερικανό ορειβάτη χωρίς μεγάλη εμπειρία, και είναι σημαντικό να τον βοηθήσουμε να τα καταφέρει. Μαζί μας είναι ακόμα ο Γκιγέρμο, ντόπιος οδηγός βουνού, αλλά και ο βοηθός του, ο Άλβαρο, για να υποστηρίξουν τον Βικ όποτε χρειαστεί.

    Ορειβατούμε αργά και σταθερά σε κακοτράχαλο τερέν για σχεδόν μια ώρα. Ο αέρας μάς σφυροκοπά ασταμάτητα αλλά νοιώθω καλά. Είμαι ακόμα δυνατή κι έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας για να επιτρέψω στον εαυτό μου να νοιώσει κούραση. Το μόνο που σκέφτομαι είναι εισπνοή-εκπνοή, εισπνοή-εκπνοή…

    Μέχρι να ξημερώσει, θα συνεχίσουμε έτσι, αργά και βασανιστικά, βήμα το βήμα, κερδίζοντας σταδιακά υψόμετρο. Όσο ανεβαίνουμε, η αναπνοή γίνεται όλο και πιο δύσκολη, όλο και πιο βαθιά, όλο και πιο γρήγορη. Πού και πού σηκώνω το κεφάλι ψηλά και κοιτώ τον έναστρο ουρανό. Έχει σταματήσει η χιονόπτωση. Όχι όμως και ο αέρας. Η θερμοκρασία έχει πέσει στους -32° C…

    Με το ξημέρωμα, ξεπροβάλλουν στο βάθος του ορίζοντα οι χαμηλότερες χρυσαφένιες βουνοκορφές σαν μανιτάρια πάνω απ’ το παχύ στρώμα σύννεφων που καλύπτουν το τοπίο.

    Η ομορφιά του ουρανού καταπραΰνει κατά κάποιον τρόπο το ψύχος και την κούραση της συνεχούς ανάβασης. Όπου να ‘ναι θα χαράξει και το πρώτο φως για να μου δώσει κι άλλο κουράγιο. Οι ακτίνες του ήλιου θα ζεστάνουν το σώμα, αλλά κυρίως την καρδιά μου. Στο μεταξύ, το μυαλό αρχίζει να παίζει παιχνίδια με τον χρόνο που οφείλονται στη έλλειψη ύπνου και οξυγόνου. Προσπαθώ να το κρατήσω απασχολημένο. Ξεκινώ να λέω από μέσα μου την προπαίδεια. 1×1=1, 1×2=2, 1×3=3… Στα πολλαπλάσια του 4 σταματάω. Την προσοχή μου κλέβουν οι χρυσαφένιες βουνοκορφές που ξεπροβάλλουν στο βάθος του ορίζοντα σαν μανιτάρια πάνω απ’ το παχύ στρώμα σύννεφων που καλύπτουν το τοπίο.

    Ακολουθώντας κατεύθυνση προς τα πάνω και δεξιά, μετά από σχεδόν πέντε ώρες φτάνουμε στο σημείο όπου πρέπει να φορέσουμε τα κραμπόν, τα ειδικά καρφιά που προσαρμόζονται στις μπότες μας. Το τερέν είναι πλέον συνδυασμός πάγου, χιονιού και πέτρας κάνοντας το βήμα αβέβαιο και δυσκολεύοντας την ανάβαση. Νοιώθω την αραίωση του αέρα όλο και εντονότερα στα πνευμόνια μου. Και η πλαγιά γίνεται όλο και πιο ανηφορική, κάνοντας  τα βήματά μου βασανιστικά αργά και ακόμα πιο επώδυνα. Αλλά συνεχίζω…

    Αρχίζω να θέτω μικρούς στόχους. Να φτάσω πρώτα σ’ αυτή τη μεγάλη πέτρα που μοιάζει με τεράστια χελώνα.

    Η βάση του κρατήρα η οποία θα μας οδηγήσει στην αρχή του πέτρινου όγκου που καταλήγει στην κορυφή δείχνει τόσο κοντά, λες και σε μία ώρα θα βρίσκομαι εκεί πάνω να πανηγυρίζω για την επίτευξη ενός ακόμη στόχου. Κι όμως, θα χρειαστούμε σχεδόν άλλες τέσσερις ώρες για να φτάσουμε εκεί. Πάνω από τα 6800 μ. αρχίζω να νοιώθω έντονα πίεση στην καρδιά και στα πνευμόνια μου – και τον χρόνο σαν να έχει σταματήσει. Πότε θα φτάσω επιτέλους;

    Αρχίζω να θέτω μικρούς στόχους. Να φτάσω πρώτα σ’ αυτή τη μεγάλη πέτρα που μοιάζει με τεράστια χελώνα. Μετά σ’ εκείνο το παραχωμένο στον πάγο πλαστικό σακουλάκι, απομεινάρι μπάρας ενέργειας που πρόσφερε σ’ έναν ανεγκέφαλο ή απρόσεκτο ορειβάτη τις απαιτούμενες θερμίδες για να μην πεθάνει από εξάντληση ή κρυοπαγήματα. Αλλά έρχεται η στιγμή που τα σημάδια δεν είναι αρκετά για να κάνουν τα πόδια μου να συνεχίσουν να ορειβατούν.

    Βάζω σε εφαρμογή τα… μεγάλα μέσα. Αρχίζω να σκέφτομαι τον άντρα μου, το αγόρι μου, όπως τον αποκαλώ συνήθως. Ανακαλώ τα λόγια που μου είχε γράψει σ’ ένα γράμμα λίγο πριν αναχωρήσω, το 2017, για την κορυφή του Everest. Αυτά μου δίνουν κουράγιο και δύναμη. «Είσαι φτιαγμένη», μου είχε γράψει, «από το υλικό των νικητών, είσαι φτιαγμένη από ατσάλι, Κική μου». Δεν μπορώ να τον απογοητεύσω…

    Έτσι, χωρίς δεύτερη σκέψη ή επιλογή, κάνω άλλο ένα βήμα, κι ένα ακόμα, και μετά άλλο ένα και ούτω καθεξής. Όταν πια η καρδιά μου πάει να σπάσει, επιστρατεύω και τους γονείς με τον αδελφό μου. Τώρα είναι σαν να με σηκώνουν μ’ ένα μαγικό χέρι κάνοντας τα βήματα μου κάπως ελαφρύτερα. Και να, τώρα λίγο πριν την κορυφή έρχονται να με σπρώξουν και όλοι όσοι με αγαπούν και με στηρίζουν για να ανεβούμε όλοι μαζί στο ψηλότερο ηφαίστειο του κόσμου.

    Η βάση του κρατήρα η οποία οδηγεί στην αρχή του πέτρινου όγκου που καταλήγει στην κορυφή δείχνει τόσο κοντά, λες και σε μια ώρα θα βρίσκομαι εκεί. Κι όμως, θα χρειαστούμε άλλες τέσσερις ώρες για να φτάσουμε.

    Έτσι, με τη βοήθεια όλων, στις 12 το μεσημέρι ακριβώς, στις 27 Φεβρουαρίου του 2020,  θα γίνω η πρώτη Ελληνίδα που κατάφερε να πατήσει στην κορυφή του Ojos del Salado, στα 6893 μ. Γιούχουυυυ….Μια κραυγή χαράς και ανακούφισης βγαίνει από μέσα μου. Επιτέλους τα κατάφερα!  Όλα, η κούραση, η εξάντληση, οι κακουχίες, σαν με μαγικό τρόπο καταπραΰνονται. Είμαι χαρούμενη και ευγνώμων προς το βουνό, αλλά και προς την ομάδα μου. Χωρίς αυτούς δεν θα βρισκόμουν σήμερα εδώ.

    Το μόνο που τώρα θέλω είναι να μπω στο κατασκονισμένο αντίσκηνό μου, να βγάλω επιτέλους τις βαριές μπότες και να κοιμηθώ.

    Δυστυχώς στην κορυφή φτάσαμε μόνο οι τρεις από τους πέντε που είχαμε αρχικά ξεκινήσει. Ο Βικ εγκατέλειψε από τις πρώτες ακόμα ώρες – δεν μπόρεσε να διαχειριστεί τις απαιτήσεις ενός ψηλού και απαιτητικού βουνού όπως το Ojos. Κατέβηκε συνοδευόμενος από τον Άλβαρο, μόλις έφτασε στα 6000 μ. Στην κορυφή θα βιντεοσκοπήσω ένα πλάνο με τη θέα γύρω μου, δώρο για τον Βικ. Θέλω να δει την ομορφιά που απλώνεται ολόγυρά μας και που ευελπιστώ να τη θαυμάσει αυτοπροσώπως στο μέλλον.

    Η επιστροφή θα είναι ακόμη πιο εξαντλητική. Θα διαρκέσει άλλες εφτά ώρες μιας και τώρα είμαστε απίστευτα καταπονημένοι, άυπνοι και πεινασμένοι και θα χρειαστεί να κατεβούμε στην κατασκήνωση χαμηλότερα αυτής του Tejos. Ο πυρετός της κορυφής μάς έδινε κίνητρο να προχωρήσουμε, τώρα αυτό έπαψε να υπάρχει – πρέπει απλώς να κατεβούμε.

    Κι έτσι, χαμένοι ο καθένας στις σκέψεις του, προσπαθούμε με κάθε τρόπο να βρούμε το κουράγιο να συνεχίσουμε την κατάβαση κάτω απ’ τον καυτό πια ήλιο της ερήμου και μέσα στον ακατάπαυστο αέρα. Το μόνο που τώρα θέλω είναι να μπω στο κατασκονισμένο αντίσκηνό μου, να βγάλω επιτέλους τις βαριές μπότες και να κοιμηθώ. Ίσως καταφέρω πριν να τσιμπήσω και κάτι. Πεινάω τρελά και νυστάζω… Και φυσικά ανυπομονώ να επιστρέψω στον πολιτισμό και να τηλεφωνήσω στον Γιώργο μου. Να του πω πως τα κατάφερα, πως είμαι πολύ χαρούμενη, πως ανυπομονώ να βρεθώ στην αγκαλιά του…

    Στις 12 το μεσημέρι ακριβώς, στις 27 Φεβρουαρίου του 2020,  έγινα η πρώτη Ελληνίδα που κατάφερε να πατήσει στην κορυφή του Ojos del Salado, στα 6893 μ. Εδώ με την ομάδα μου, τον Σάτια και τον Γκιγέρμο.

    Όταν θα του μιλήσω στο τηλέφωνο, την επόμενη μέρα, θα μάθω τα κακά νέα. Επέστρεψα σε μια αλλαγμένη Ελλάδα όπου το τελευταίο που ίσως θα ενδιέφερε τους συμπολίτες μου ήταν το αν εγώ κατάφερα να ανεβάσω την ελληνική σημαία στο ψηλότερο ηφαίστειο του κόσμου, μεταφέροντας το μήνυμα πως όλα είναι δυνατά, αρκεί να το πιστέψουμε και να δουλέψουμε σκληρά.

    «Μας δουλεύεις, κοπέλα μου; Εδώ πεθαίνουν άνθρωποι κι εσύ μας μιλάς για βουνά και για ηφαίστεια;», θα μπορούσε κάποιος να πει. Και με το δίκιο του.  Όμως όχι! Εγώ θα συνεχίσω να μοιράζομαι όλα όσα έμαθα απ’ τα βουνά. Γιατί εφαρμόζοντάς τα στην καθημερινότητα μου, συνειδητοποίησα πόσο ευκολότερα αντιμετωπίζω πλέον τις προκλήσεις και δυσκολίες της ζωής και πόσο πιο δυνατή και ευτυχισμένη είμαι, ακόμα και όταν βρίσκομαι αντιμέτωπη μ’ έναν κυκεώνα προβλημάτων. Και αφού όλα αυτά βοήθησαν εμένα, γιατί να μη βοηθήσουν και όσους αναζητούν απαντήσεις και ονειρεύονται έναν καλύτερο κόσμο;

    Αν έμαθα κάτι μέσα από τις αναβάσεις, αυτό είναι να αντιμετωπίζω τις προκλήσεις στα βουνά, και κατ’ επέκταση στη ζωή, με σοβαρότητα, υπευθυνότητα και σεβασμό. Έτσι αντιμετώπισα και τις συνθήκες που αντίκρισα με το που επέστρεψα στην Ελλάδα – το ίδιο συνεχίζω να κάνω και σήμερα.

    Tην όλη κατάσταση με το «Μένουμε Σπίτι» την αντιμετωπίζω με την ίδια πειθαρχία και υπομονή, χωρίς να δυσανασχετώ.

    Για παράδειγμα, την όλη κατάσταση με το «Μένουμε Σπίτι» την αντιμετωπίζω με την ίδια πειθαρχία και υπομονή, χωρίς να δυσανασχετώ. Όπως όταν είμαι στο βουνό και καλούμαι να μείνω κλεισμένη στο 1,5×2 μ. αντίσκηνό μου για μέρες περιμένοντας τη βελτίωση του καιρού. Ο τρόπος σκέψης μου είναι ότι θα κάνω οτιδήποτε είναι απαραίτητο για να πετύχω τον στόχο μου ή για να ξεπεράσω μια πρόκληση. Έτσι κάνω και στην ζωή μου πίσω στην πόλη.

    Σκεφτείτε ότι μέσα στο αντίσκηνο οι συνθήκες διαβίωσης δεν είναι οι ιδανικές των σπιτικών μας όπου καλούμαστε σήμερα να παραμείνουμε. Στο αντίσκηνο δεν έχω ούτε την άνεση και τη ζεστασιά του σπιτιού μου ούτε την πληθώρα αγαπημένων αντικειμένων (βιβλία, παιχνίδια, τηλεόραση, tablet, κινητά) που θα βοηθούσαν στο να περάσει ευχάριστα ο χρόνος.

    Στο αντίσκηνο χρειάζεται να παραμένω σχεδόν ακίνητη σε στάση μούμιας, κουκουλωμένη στον υπνόσακό μου για να μην ξεπαγιάσω, χωρίς φως από την ώρα που δύει ο ήλιος ως και το επόμενο ξημέρωμα, χωρίς συντροφιά και υπομένοντας ακραίες καιρικές συνθήκες. Και παρόλα αυτά παραμένω χαρούμενη και εστιασμένη στον στόχο.

    Άλλωστε τίποτα δεν κρατάει για πάντα. Ο ήλιος δύει για να ‘ρθει η στιγμή που θα ανατείλει ξανά. Η μπόρα στο δάσος κάποια στιγμή θα κοπάσει. Έτσι, η κατάσταση που ζούμε τώρα θα ‘ρθει η στιγμή που θα αλλάξει. Θα ‘ρθει η στιγμή που όλη αυτή η τρέλα θα γίνει παρελθόν· θα βρούμε τα φάρμακα για να αντιμετωπίσουμε τον ιό και σιγά σιγά, όπως ορειβατώ, θα ξεπεράσουμε τις απώλειες που θα ‘χουμε.

    Όλα είναι δυνατά. Αρκεί να το πιστέψουμε και να εργαστούμε με σοβαρότητα προς αυτή την κατεύθυνση.

     

    //Η Κική Τσακαλδήμη γεννήθηκε στην Αλεξανδρούπολη και σήμερα εργάζεται στην Δημοτική Βιβλιοθήκη της πόλης. Το motto της, «τα πάντα είναι εφικτά, αρκεί να το πιστέψουμε», την έκανε, την άνοιξη του 2017, πρώτη Ελληνίδα που ανέβηκε στο Everest (8250 μ.). Επόμενος στόχος της είναι να ολοκληρώσει το “Seven Summits”, να ανέβει δηλαδή στην ψηλότερη κορυφή κάθε ηπείρου. Μέχρι τώρα έχει ανεβεί σε αυτές της Αφρικής και της Ευρώπης, ενώ πολλές εκ των ψηλότερων κορυφών έχουν γίνει δεύτερό της σπίτι.  Όταν δεν ορειβατεί μοιράζεται όσα διδάχτηκε από τα βουνά, συμμετέχοντας σε εκδηλώσεις ως ομιλήτρια εμψύχωσης, διοργανώνει το TEDxAlexandroupolis και αρθρογραφεί στο προσωπικό της blog, στη σελίδα της 

     

    Διαβάστε ακόμα: Από την πλατεία Μαβίλη στο Νεπάλ: ένα όνειρο 6.189 μέτρων (μέρος β’)

     

     

     

    x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

    Button to top