25 χρόνια «Το Μίσος» (La Haine): η προφητική ταινία για τη βία των πόλεων

Ο Κασοβίτς μάς παρέδωσε μια ταινία που προβλήθηκε σαν σήμερα πριν από 25 χρόνια στις Κάννες, άκρως τολμηρή, ρεαλιστική και με μιαν διαύγεια προφητείας για την άλογη βία που γνωρίζουν οι μεγαλουπόλεις του δυτικού κόσμου. Ένα σκοτεινό έπος.

 

Τρεις πιτσιρικάδες αντιμέτωποι με τη βία του Παρισιού (europeanfilmawards.eu).

Μια ήρεμη φωνή μέσα σε μαύρο που περιζώνει. Η φωνή λέει: «Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που πέφτει από έναν ουρανοξύστη με πενήντα ορόφους. Καθώς πέφτει επαναλαμβάνει διαρκώς για να καθησυχάσει τον εαυτό του: ”Μέχρι εδώ όλα πάνε καλά, μέχρι εδώ όλα πάνε καλά…”». Κι ύστερα, η οθόνη γεμίζει με ηλεκτρική λάμψη, ένας καταιονισμός φωτός για να προβληθεί σε γκρο πλαν ένας πλανήτης – ο πλανήτης μας.

Ήταν το 1995 όταν ο γάλλος σκηνοθέτης και σεναριογράφος Ματιέ Κασοβίτς αποφάσισε να γυρίσει μια ταινία που θα γινόταν ο αγωγός της κοινωνικής έκρηξης που εγκαταβιούσε στο μαλακό υπογάστριο της Γαλλίας. Ήταν ο ηχηρός παλμός των γεγονότων. Ο κρουστικός ήχος ενός μίσους σωματοποιημένου που ξεκινούσε σαν αφιονισμένο ποτάμι από τα περίχωρα του Παρισιού, εκεί όπου οι Pieds Noires έμαθαν να ζουν μακριά από τα φώτα, και έφτανε ως τα κεντρικά βουλεβάρτα της πόλης.

Ο Κασοβίτς παραδέχθηκε πως η ταινία τάσσεται με το μέρος των παιδιών που υφίστανται τη βία.

Η αφορμή ήταν ένα πραγματικό περιστατικό. Το 1992 στο Παρίσι, ένας 18χρονος πυροβολείται εξ επαφής από έναν αστυνομικό μέσα στο τμήμα. Ο Μακομέ, το όνομα του άτυχου νεαρού, είναι το θύμα του άσβεστου μίσους που θάλλει στις ψυχές των αστών. Πόσο μπορεί να προκάλεσε τον αστυνομικό έτσι όπως δεμένος με χειροπέδες και με κομμένα τα φτερά από την κακοποίηση που είχε υποστεί; Από την άλλη, ο αστυνομικός, τούτο το απαθές όργανο μιας τυφλής εξουσίας, υφίσταται καθημερινά την απαξίωση και τη χλεύη των νεαρών στους δρόμους. Η καρδιά του σταδιακά γίνεται μέταλλο πυρωμένο και όταν θα έρθει η κακιά ώρα θα τραβήξει το όπλο.

Ο Κασοβίτς παραδέχθηκε πως η ταινία τάσσεται με το μέρος των παιδιών προσπαθώντας να κρατήσει αποστάσεις και την όχι λιγότερο αναγκαία αμεροληψία. Για εκείνον ισχύει αυτό που λέει ένας εκ των ηρώων του: «Η βία δημιουργεί βία». Είναι η πτώση του αστικού ειδώλου, της ευταξίας που στην πραγματικότητα είναι νομιμοποιημένη βία. Σαν να κρύβεις τα σκουπίδια κάτω από το χαλί θεωρώντας πως ουδείς θα ασχοληθεί μαζί τους. Το «Μίσος» δεν είναι μια ταινία για την πτώση. Είναι η ηχώ της πρόσκρουσης στο έδαφος. Ο γδούπος έχει επιδραστική βιαιότητα. Δεν τον ξεχνάς εύκολα. Γίνεται εφιάλτης.

Είναι η μοριακή βία για την οποία θα μας μιλήσει με τόση ενάργεια ο γερμανός φιλόσοφος και ποιητής Χανς Μάγκνους Έντσενσμπέργκερ. Μικροί πόλεμοι εντός του άστεως όπου όλοι είναι αντίπαλοι με όλους.

Η κάμερα του Κασοβίτς ακολουθεί τη ζωή του Βινς (Βενσάν Κασέλ, αμούστακος ακόμη), του Ουμπέρτ (Ουμπέρτ Κουντέ) και του Σαΐντ (Σαΐντ Ταγκμαουί). Τρία διαφορετικά παιδιά που όμως υφίστανται τους ίδιους κοινωνικούς κλονισμούς. Ο Βινς, εβραϊκής καταγωγής, είναι βουτηγμένος στην οργή. Φαντασιώνεται πως είναι ένας άλλος Τρέιβις Μπικλ (ο ήρωας στον Ταξιτζή), έτοιμος να σκοτώσει έναν τυχαίο αστυνομικό για να φορέσει ως παράσημο τον σεβασμό του περίγυρού του.

Ο Βινς φαντάζεται πως είναι ο «Ταξιτζής» (moviemania.io).

Ο Ουμπέρτ, αφρικανικής καταγωγής, είναι μποξέρ και συχνά πυκνά έμπορος ναρκωτικών για να βγάλει τα προς το ζην. Κι όμως, είναι ο μόνος από τους τρεις που θέλει να ξεφύγει από τον κύκλο της βίας. Διαθέτει τη στοχαστική ματιά του νεαρού που βλέπει το αδιέξοδο που γεννάει η τυφλή βία. Μόνο που δεν έχει τα μέσα να διαφύγει από τη λάσπη των προαστίων.

Ο Σαΐντ, αφρικανικής καταγωγής, κείται κάπου στον ενδιάμεσο χώρο. Αντιλαμβάνεται πως ο σκοτεινός κύκλος της βίας δεν μπορεί να οδηγήσει σε μια ευκταία λύση, αλλά δεν μπορεί να κατασιγάσει και το άσβεστο μίσος του προς τα όργανα της τάξης. Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει πως ο φίλος τους, Αμπντέλ Ιμπάχα, κακοποιήθηκε βάναυσα από αστυνομικούς σε συμπλοκή και βρίσκεται σε κώμα. Σε εκείνη τη συμπλοκή ο Βινς βρίσκεται με ένα περίστροφο στα χέρια, λάφυρα από έναν αστυνομικό, και δίνει υπόσχεση πως αν πεθάνει ο Αμπντέλ θα πάρει εκδίκηση. Φευ, όντως πεθαίνει επομένως ο Βινς ξεκινάει να σχεδιάζει τις κινήσεις του.

Οι τρεις νέοι, ολότελα αναβαπτισμένοι από τη σκληρή συνθήκη που τους έλαχε, χάνουν κάθε αίσθηση ενότητας. Οι μέχρι πρότινος φτηνές διασκεδάσεις τους και ο ειρμός που τους παρείχε η ρουτίνα της καθημερινότητας, μεταπλάθεται σε σταδιακή περιδίνηση γύρω από το όρος του μίσους. Το ανεβαίνουν σιγά σιγά γνωρίζοντας πως η πτώση από τέτοιο ύψος θα είναι εκκωφαντική και αυτοκτονική. Όντως, είναι.

Η βία θα γεννήσει βία (janusfilms.com).

H κατάβασή τους στο κέντρο του Παρισιού, μοιάζει με εκούσια είσοδο σε ένα άδυτο απογοήτευσης, κακοβουλίας και εκφυλισμού. Η εχθρότητα που συναντούν δεν τους αφήνει κανένα περιθώριο. Τα παιδιά φέρουν πάνω τους μιαν αρρώστια από την οποία δεν μπορούν να ξεφύγουν. Είναι η λεγόμενη malaise des banlieues (ασθένεια των προαστίων), εύκολα διακριτή από τα φιλύποπτα μάτια των μπουρζουάδων. Αυτή, άλλωστε, είναι μια ταινία που ανήκει στην κατηγορία των banlieues films. Έστω κι αν δεν μπορούμε να μιλάμε για αισθητικό κίνημα, καθώς οι ταινίες που ανήκουν σ’ αυτή την κατηγορία ποικίλουν ως προς τις προθέσεις τους, εντούτοις σίγουρα έχουμε να κάνουμε με καλλιτεχνικό είδος.

Επιστροφή στην άβυσσο: οι τρεις νέοι σε μια συμπλοκή με σαδιστικούς αστυνομικούς με πολιτική περιβολή, κατά την οποία ο Σαίντ και Ουμπέρτ ταπεινώνονται και κακοποιούνται σωματικά, έχει ως αποτέλεσμα να χάνουν το τελευταίο τρένο για το σπίτι και να περνούν το βράδυ στους δρόμους. Πηγαίνουν σε μια ταράτσα από την οποία προσβάλλουν σκίνχεντ και αστυνομικούς, ενώ αργότερα ξανασυναντούν την ίδια ομάδα ρατσιστών σκίνχεντς που αρχίζει να χτυπάει τον Σαΐντ και τον Ουμπέρτ άγρια.

Τα ασπρόμαυρα πλάνα υποσημειώνουν με κάθε τρόπο αυτή τη βουτιά των μεγαλουπόλεων στη σκοτεινιά.

Ο Βινς φτάνει ξαφνικά, και κρατώντας το όπλο του διαλύει τον καυγά. Οι σκίνχεντ τρέπονται σε φυγή. Εκτός από τον έναν (τον υποδύεται ο Κασοβίτς) που βλέπει την κάννη του όπλου του Βινς να τον σημαδεύει. Ο Ουμπέρτ πείθει τον Βινς να μην πυροβολήσει γιατί δεν είναι ο γκάνγκστερ που ονειρεύεται να γίνει. Ο Βινς παραδίδει το όπλο στον Ουμπέρτ, όμως, το δράμα τώρα είναι να εντείνεται.

Το πρωί της επόμενης μέρας οι τρεις επιστρέφουν στο προάστιό τους. Ωστόσο, ο Βινς και ο Σαΐντ συναντούν έναν αστυνομικό με πολιτική περιβολή, τον οποίο ο Βινς είχε προσβάλει νωρίτερα μέσα στην ημέρα. Ο αστυνομικός αρπάζει και απειλεί τον Βινς, ο Ουμπέρτ σπεύδει να βοηθήσει τους φίλους του, αλλά ο αστυνομικός που κρατά τον Βινς τον προκαλεί με ένα γεμάτο όπλο που στοχεύει στο κεφάλι του, το οποίο κατά λάθος εκπυρσοκροτεί και αφήνει στον τόπο τον Βινς.

Ο Ουμπέρτ και ο αστυνομικός αργά και σκόπιμα στοχεύουν τα όπλα τους ο ένας στον άλλο, λες και είναι δύο πιστολάδες στην Άγρια Δύση. Η κάμερα δείχνει τον Σαΐντ να κλείνει τα μάτια του, ενώ ένας πυροβολισμός ακούγεται δίχως να ξέρουμε ποιος πυροβόλησε ποιον. Το μίσος έχει βγει από το λαγούμι του.

Τα παιδιά θα βρεθούν αντιμέτωπα με τη σκληρότητα των παρισινών βουλεβάρτων (janusfilms.com).

Ο Κασοβίτς έκανε μια ταινία που μοιάζει να είναι η ευρωπαϊκή βερσιόν του Κάνε το σωστό του Σπάικ Λι. Ωστόσο, η προβληματική του αγγίζει ακόμη και τις ταινίες του σκηνοθέτη Τζον Γου από το Χονγκ Κονγκ, ενώ δεν λείπουν και οι αναφορές στον Σημαδεμένο του Ντε Πάλμα. Δεν είναι μια τυπική ταινία του γκέτο, κατά τα αμερικανικά πρότυπα της δεκαετίας του ’80, που πλέον θεωρούνται καλτ, αλλά ελάχιστα πραγματικές στις σημερινέςς συνθήκες. Ο Κασοβίτς, εντούτοις, είναι πολύ Γάλλος (sic) για να υποκείψει στις Σειρήνες του Χόλιγουντ. Οι αναφορές του στον αμερικανικό κινηματογράφο είναι διακριτικές, σε αντίθεση με τις αναφορές στην ποπ κουλτούρα που πέφτουν σαν επιθετική βροχή σε όλη την ταινία.

Το καθοριστικό στη ματιά του σκηνοθέτη είναι ότι η πτώση δεν αφορά μόνο τους πιτσιρικάδες των προαστίων, αλλά είναι συστημική. Ολο το αστικό σύστημα βρίσκεται σε ένα αδιέξοδο. Άλλωστε, από την ταινία κι ύστερα συνέβησαν πολλά γεγονότα στα προάστια του Παρισιού που ενίσχυσαν το φαινόμενο της ξενότητας. Μπορεί ο Ουμπέρτ να λέει ωσάν μάντρα «jusqu’ici tout va bien» (ως εδώ, όλα καλά), ωστόσο είναι φανερό πως τίποτα δεν πάει καλά. Τα ασπρόμαυρα πλάνα υποσημειώνουν με κάθε τρόπο αυτή τη βουτιά των μεγαλουπόλεων στη σκοτεινιά. Η ταινία έλαβε το βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ των Καννών, ενώ ήταν υποψηφία και για τον Χρυσό Φοίνικα.

 

Διαβάστε ακόμα: 30 χρόνια «Goodfellas» – το αξεπέραστο έπος του Σκορσέζε.

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close