
Η «Πατρίδα» όμως, δεν είναι μια ταινία για τα ερείπια με την προφανή έννοια. Είναι κυρίως μια ταινία για όσα δεν κατέρρευσαν μαζί τους. Για την ενοχή που επιβιώνει.
Υπάρχουν ταινίες που αφηγούνται μια ιστορία και υπάρχουν ταινίες που μοιάζουν να θυμούνται. Η «Πατρίδα» (Fatherland) του Πάβελ Παβλικόφσκι ανήκει, αναμφίβολα, στη δεύτερη κατηγορία. Οκτώ χρόνια μετά την τελευταία κινηματογραφική του εμφάνιση, ο σκηνοθέτης των Ida και Ψυχρού Πολέμου επιστρέφει όχι απλώς με μια ταινία για την Ιστορία, αλλά με ένα φιλμ για το δύσκολο, σχεδόν αδύνατο, δικαίωμα του ανθρώπου να επιστρέψει εκεί όπου κάποτε ανήκε.
Γερμανία, 1949. Ο Τόμας Μαν (Χανς Ζίσλερ), ύστερα από δεκαέξι χρόνια αυτοεξορίας στις Ηνωμένες Πολιτείες, πατά ξανά το χώμα της χώρας του. Δεν επιστρέφει, όμως, σε μια πατρίδα. Επιστρέφει σε ένα τοπίο μνήμης. Μαζί με την κόρη του Έρικα (Σάντρα Χιούλερ) διασχίζει μια Γερμανία που μοιάζει περισσότερο με φάντασμα του εαυτού της παρά με τόπο κατοικίας. Η διαδρομή από τη Φρανκφούρτη ως τη Βαϊμάρη γίνεται έτσι ένα ταξίδι όχι μόνο μέσα στον κατεστραμμένο γεωγραφικό χώρο, αλλά και μέσα στα ερείπια της ευρωπαϊκής συνείδησης.

Η Έρικα επιστρέφει μετά από 16 χρόνια στις ΗΠΑ, στην πατρίδα της, σε μια Γερμανία που είναι ένα φάντασμα.
Ο Παβλικόφσκι κινηματογραφεί αυτά τα ερείπια με μια ομορφιά σχεδόν επώδυνη. Το ασπρόμαυρο δεν λειτουργεί ως αισθητικό εύρημα και στολίδι, είναι η ίδια η γραμματική της ταινίας. Το φως και η σκιά, οι γυμνοί χώροι, τα πρόσωπα που μοιάζουν να κουβαλούν περισσότερα απ’ όσα μπορούν να πουν, συνθέτουν έναν κόσμο όπου το παρελθόν δεν έχει τελειώσει. Βρίσκεται παντού, ανάμεσα στους ανθρώπους, στα βλέμματα, στις σιωπές, ακόμη και στις παύσεις μιας συζήτησης.
View this post on Instagram
Η «Πατρίδα» όμως, δεν είναι μια ταινία για τα ερείπια με την προφανή έννοια. Είναι κυρίως μια ταινία για όσα δεν κατέρρευσαν μαζί τους. Για την ενοχή που επιβιώνει. Για την αγάπη που δυσκολεύεται να βρει γλώσσα. Για την οικογένεια ως καταφύγιο, αλλά και ως χώρο όπου οι παλιές πληγές αρνούνται να επουλωθούν.
Η σχέση του Τόμας με την Έρικα βρίσκεται στην καρδιά του φιλμ. Πατέρας και κόρη κινούνται μαζί, αλλά δεν κατοικούν ακριβώς στον ίδιο συναισθηματικό τόπο. Ανάμεσά τους υπάρχει η Ιστορία, αλλά και κάτι βαθύτερο, η αδυναμία των ανθρώπων να γνωρίσουν πραγματικά ο ένας τον άλλον. Οι χαρακτήρες δεν εξηγούν τον εαυτό τους, αποκαλύπτονται σταδιακά, σαν παλιές φωτογραφίες που εμφανίζονται αργά στο σκοτεινό θάλαμο.

Η Σάντρα Χιούλερ δίνει στην Έρικα μια εύθραυστη, νευρώδη παρουσία, γεμάτη αντιφάσεις, ενώ ο Χανς Ζίσλερ υποδύεται τον Μαν με μια εσωτερικότητα που ταιριάζει απόλυτα στο σύμπαν του Παβλικόφσκι.
Ακόμα μια ταινία-αριστούργημα από τον Παβλικόβσκι
Ο Παβλικόφσκι κινηματογραφεί την ταινία με λιτότητα, ακρίβεια και βαθιά αίσθηση του ανείπωτου. Το ασπρόμαυρο κάδρο, οι σιωπές, οι στατικές συνθέσεις και η οικονομία των διαλόγων δημιουργούν μια ατμόσφαιρα εσωτερικής περισυλλογής. Η Ιστορία δεν παρουσιάζεται ως θέαμα, αλλά ως ίχνος πάνω στα πρόσωπα και στους χώρους. Κάθε εικόνα μοιάζει να κρύβει μια δεύτερη, αθέατη εικόνα: αυτή της μνήμης.
Η Σάντρα Χιούλερ δίνει στην Έρικα μια εύθραυστη, νευρώδη παρουσία, γεμάτη αντιφάσεις, ενώ ο Χανς Ζίσλερ υποδύεται τον Μαν με μια εσωτερικότητα που ταιριάζει απόλυτα στο σύμπαν του Παβλικόφσκι. Οι ερμηνείες τους δεν διεκδικούν την προσοχή, την κερδίζουν με τον τρόπο που ένα βλέμμα μπορεί να πει περισσότερα από έναν μονόλογο.

Η πατρίδα δεν είναι τόπος αλλά μνήμη, ένας δεσμός που επιμένει ακόμη κι όταν ο άνθρωπος επιστρέφει σε έναν κόσμο που δεν τον αναγνωρίζει.
Η μεγάλη αρετή της «Πατρίδας» είναι ότι δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις. Τι σημαίνει να επιστρέφεις; Ποιος έχει το δικαίωμα να ονομάσει έναν τόπο πατρίδα; Και μπορεί άραγε κανείς να επιστρέψει σε έναν τόπο που έχει αλλάξει τόσο, ώστε να μην υπάρχει πια ο άνθρωπος που τον θυμάται;
Ο Παβλικόφσκι δεν απαντά. Αφήνει τα ερωτήματα να αιωρούνται πάνω από τις εικόνες του, όπως η ομίχλη πάνω από ένα τοπίο που ακόμη δεν έχει αποφασίσει αν θέλει να ξεχάσει. Ίσως εκεί βρίσκεται η βαθύτερη ομορφιά αυτής της υπέροχης ταινίας, στην ιδέα πως η πατρίδα δεν είναι πάντοτε ένας τόπος στον οποίο επιστρέφουμε. Μερικές φορές είναι μια πληγή που κουβαλάμε μαζί μας, ακόμη κι όταν έχουμε φύγει πολύ μακριά.
Διαβάστε ακόμη: Fjord, ο Χρυσός Φοίνικας των Καννών μπορεί να γίνει και το Χρυσό Άγαλμα των Όσκαρ




