40 χρόνια «Raging Bull»: το οργισμένο είδωλο ενός πληγωμένου θηρίου

Κατά πολλούς θεωρείται ακόμη και σήμερα η κορυφαία ταινία του Σκορσέζε και μια από τις σημαντικότερες του αμερικανικού κινηματογράφου. Ο Ρόμπερτ ΝτεΝίρο δεν παίζει απλώς τον πρωτοπυγμάχο Τζέικ ΛαΜότα, αλλά δίνει σάρκα και όστα σε έναν τραγικό ήρωα.

 

Ο Ρόμπερτ ΝτεΝίρο ως Τζέικ ΛαΜότα «χορεύει» πάνω στο ρινγκ (Getty Images/Idealimage).

Σκηνή βγαλμένη από το πάνθεο των υψηλοφρόνων μονολόγων στην ιστορία του κινηματογράφου, αντίστοιχης ισχύος με εκείνο το απαράμιλλο «Are you talking to me?» στον «Ταξιτζή». Ο Ρόμπερτ ΝτεΝίρο ως Τζέικ ΛαΜότα, αποσταμένος πλέον και με ουκ ολίγα περιττά κιλά, λίγο πριν βγει στη σκηνή για να κάνει το σόου του, λέει: «So gimme a stage. Where this bull here can rage. And though I can fight. I’d much rather recite. That’s entertainment.That’s entertainment…»

Πώς διηγείται κανείς την ιστορία ενός οργισμένου ειδώλου; Πώς μπορείς να μιλήσεις κινηματογραφικά για την περιπετειώδη ζωή ενός πρωτοπυγμάχου που είδε το άστρο του να αναφλέγεται νωρίς και, τελικά, να καταλήγει στο περιθώριο του εαυτό του;

Τόσο ο πραγματικός ΛαΜότα, όσο και το κινηματογραφικό alter ego του, είναι φτιαγμένοι από παρόμοια καυστική ύλη.

Είμαστε στη δεκαετία του ’80 όταν ο Μάρτιν Σκορσέζε αποφασίζει να μεταφέρει στο πανί την αυτοβιογραφία του πυγμάχου Τζέικ ΛαΜότα «Raging Bull: My Story». Μάλλον, για να είμαστε ακριβείς με τα γεγονότα, στην αρχή ο διάσημος σκηνοθέτης έδειχνε διστακτικός με το εγχείρημα. Το αρχικό σενάριο που είχε στα χέρια του, φτιαγμένο από τον Μάρντικ Μάρτιν, αποδείχθηκε αρκούντως προβληματικό.

Αυτό που έκανε ήταν να το δώσει στον Πολ Σρέιντερ, με τον οποίο είχε συνεργαστεί στον «Ταξιτζή», με σκοπό να το σουλουπώσει. Ωστόσο, η τελική εκδοχή του σκριπτ φέρει την υπογραφή τόσο του Σκορσέζε όσο και του ΝτεΝίρο. Κάπως έτσι προέκυψε το «Raging Bull», μια ταινία-φαινόμενο για τον τρόπο που προσεγγίζει έναν κλασικό αντι-ήρωα.

Ο Ρόμπερτ ΝτεΝίρο τα λέει με τον Μάρτιν Σκορσέζε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων. (Photo by Sunset Boulevard/Corbis via Getty Images/Ιdealimage).

Τόσο ο πραγματικός ΛαΜότα, όσο και το κινηματογραφικό alter ego του, είναι φτιαγμένοι από παρόμοια καυστική ύλη. Στην περίπτωσή τους η έννοια της αυτοκαταστροφής λαμβάνει το χαρακτήρα αυτοεκπληρούμενης προφητείας.

O Τζιακόμπε «Τζέικ» ΛαΜότα γεννήθηκε στο Μπρονξ στις 10 Ιουλίου του 1921. Ήταν γιος φτωχών ιταλών μεταναστών, και από πολύ μικρός έδειξε δείγματα υψηλής νοημοσύνης, ασυνήθιστη δύναμη αλλά κι έναν εκρηκτικό, βίαιο χαρακτήρα που έμελλε να σημαδέψει ολόκληρη τη ζωή του.

Ένας κλασικός καβγατζής των περιχώρων που με την ενθάρρυνση του πατέρα του ξεκίνησε να βγάζει κάποια ψευτοχρήματα στις φτωχογειτονιές της Νέας Υόρκης του Μεσοπολέμου προτάσσοντας τις γροθιές του. Δεν θα αργήσει να πάρει τον κακό δρόμο, καθώς ως έφηβος μπαίνει για ένα διάστημα σε αναμορφωτήριο έπειτα από απόπειρα να ληστέψει ένα κοσμηματοπωλείο.

Τον Μάρτιο του 1941, ξεκίνησε την επαγγελματική του καριέρα ως πυγμάχος μεσαίων βαρών και αναδείχθηκε νικητής στους πρώτους 13 αγώνες που έδωσε (τρία νοκ άουτ). Το παρωνύμιο «Raging Bull» ή αλλιώς «Bronx Bull» του το έδωσαν λόγω της σφοδρότητας των χτυπημάτων του πάνω στο ρινγκ και της επιθετική του ορμής. Όντως, ήταν ένας ακατάβλητος ταύρος.

Ως διασκεδαστής σε ένα καταγώγιο στο Μαϊάμι(Photo by Sunset Boulevard/Corbis via Getty Images/Idealimage).

Η πυγμαχική πορεία του ήταν ένα συνεχές ανεβοκατέβασμα έως την τελική πτώση: οι μάχες με τον θρυλικό Σούγκαρ Ρέι Ρόμπινσον, οι υπόγειες σχέσεις με την Μαφία, τα στησίματα αγώνων, ο τίτλος του παγκόσμιου πρωταθλητή και η οδυνηρή ήττα από τον Ρόμπινσον σε έναν αγώνα που έμεινε στην ιστορία ως «η Σφαγή της Ημέρας του Αγίου Βαλεντίνου».

Ο Σκορσέζε εικονοποιεί τον ήρωα με τη βοήθεια του ΝτεΝίρο που ήδη βλέπει το δικό του άστρο να λάμπει στο Χόλιγουντ. Έχουν προηγηθεί ο «Ελαφοκυνηγός», η saga του «Νονού», ο «Ταξιτζής», το «1900» και οι «Κακόφημοι Δρόμοι», άρα έχει διαμορφώσει ένα υποκριτικό προφίλ υψηλής έντασης. Το ένστικτό του δεν θα λαθέψει ούτε εδώ.

Ο ΛαΜότα του ΝτεΝτίρο είναι μια τραγική φιγούρα, ένα παρανάλωμα των παθών. Οι συσπάσεις του προσώπου του, οι οργισμένες του κινήσεις, η ζωώδης θωριά του, η σεξουαλική του ζήλια και η διαρκής υπονόμευση του εαυτού του (η αυτοκαταστροφή στο απόγειό της), οδηγούν τάχιστα τον ήρωα από τον θρόνο της καταξίωσης στην άβολη γωνία της απαξίωσης. Στο τέλος κατέληξε να «τρέχει» ένα κακόφημο ξενυχτάδικο στο Μαϊάμι, στο οποίο έκανε τα πάντα: τον κομπέρ, τον διασκεδαστή, αλλά και τον προαγωγό νεαρών στάρλετ. Κάτι που τον οδήγησε κατευθείαν στη στενή. Όχι πως έβαλε, βέβαια, μυαλό.

Ο ΝτεΝίρο είναι σκοτεινός, κυριαρχικός, κτηνώδης, οργίλος στα όρια των φρένων, μια άγρια φλόγα καίει την καρδιά του.

Ο ΝτεΝίρο, για τις ανάγκες του ρόλου, χρειάστηκε να χρεώσει τον εαυτό του με 27 παραπανίσια κιλά. Χαλάλι, όμως, καθώς ήταν ο ρόλος που του χάρισε το πρώτο του Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου (είχε προηγηθεί το Όσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου για την ερμηνεία του στο «The Godfather II»). Ως μποξέρ ΛαΜότα επιδεικνύει μια χορευτική μαεστρία. Οι κινήσεις στο ρινγκ σε πείθουν ότι βλέπεις κάποιον που δεν υποδύεται τον αθλητή, αλλά φέρει το δράμα του αγώνα σαν στίγμα πάνω στο δέρμα του. Κάθε κόμπος ιδρώτα είναι μια άηχη κραυγή στη μάχη – πέφτει σαν αίμα στο δάπεδο.

Ο ΝτεΝίρο είναι σκοτεινός, κυριαρχικός, κτηνώδης, οργίλος στα όρια των φρένων, μια άγρια φλόγα καίει την καρδιά του. Η σαγήνη της βίας, ως απωθημένο και λάκτισμα του ψυχισμού του, ζεσταίνει τα ακροδάχτυλά του. Μ’ αυτά, άλλωστε, κατάφερνε τις ισχυρότερες γροθιές του.

Η ταινία, παρά τις διφορούμενες κριτικές που πήρε αρχικά, κατάφερε να επιβεβαιώσει το άστρο της. Προτάθηκε για οκτώ Όσκαρ, μεταξύ των οποίων και για Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας. Αυτό που χρέωσαν στον Σκορσέζε είναι ότι δεν έβαλε κανένα φίλτρο στην εκθετική βία του ήρωά του. Μπορεί στην εποχή μας, ακόμη και η αλόγιστη βία του Ταραντίνο να θεωρείται μέρος της μυθοπλασίας, ωστόσο εκείνα τα χρόνια ήταν ένας νεοτερισμός που κέντρισε το μαλακό υπογάστριο των κριτικών.

Με την Cathy Moriarty που υποδύεται τη γυναίκα του ΛαΜότα (Photo by Sunset Boulevard/Corbis via Getty Images/Idealimage).

Να ήταν αυτός ο λόγος που δεν πήρε, τελικά, το Όσκαρ Σκηνοθεσίας και είδε στο πόντιουμ τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ να κρατάει το χρυσό αγαλματίδιο για την ταινία του «Συνηθισμένοι Άνθρωποι»; Το σίγουρο είναι ότι η περιρρέουσα ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής δεν συνηγορούσε υπέρ του Σκορσέζε.

Εκείνη η τελετή των Όσκαρ έγινε μια ημέρα μετά την απόπειρα δολοφονίας του τότε προέδρου των ΗΠΑ Ρόναλντ Ρέιγκαν από τον John Hinckley Jr. που ήθελε έτσι να εντυπωσιάσει τον Τζόντι Φόστερ όπως την είχε κρατήσει στο ταραγμένο μυαλό του από την ερμηνεία της στον «Ταξιτζή».

Σήμερα όλοι οι κριτικοί κινηματογράφου θεωρούν το «Raging Bull» μια από τις σημαντικότερες ταινίες του αμερικανικού κινηματογράφου.

Ο Σκορσέζε εμφανίστηκε στην τελετή περιστοιχισμένος από ανθρώπους του FBI που έκαναν πως ήταν καλεσμένοι για να μην προκαλέσουν την οργή του κόσμου.

Συν τω χρόνω, βέβαια, η ταινία έλαβε τη θέση που της άξιζε. Σήμερα όλοι οι κριτικοί κινηματογράφου θεωρούν το «Raging Bull» μια από τις σημαντικότερες ταινίες του αμερικανικού κινηματογράφου, ενώ το 1990 επελέγη να φυλαχτεί για διατήρηση στο Εθνικό Αρχείο Κινηματογράφου των ΗΠΑ από την Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου, με αιτιολόγηση πως είναι πολιτιστικά, ιστορικά και αισθητικά σημαντική.

Πέραν του αναγνωρισμένου  ΝτεΝίρο, η ταινία αποτέλεσε το βήμα αναγνώρισης του τότε άσημου Τζο Πέσι, ο οποίος υποδύεται τον αδελφό του ΛαΜότα, τον Τζόι. Στο καστ εμφανίζονται ακόμη η Κάθι Μοριάρτι (ως σύζυγος του ΛαΜότα), την οποία πρότεινε ο Πέσι στον Σκορσέζε και σε μικρότερους ρόλους οι Νίκολας Κολασάντο, Τερέζα Σαλντάνα και Φρανκ Βινσέντ.

Για το τέλος, αυτή η σεκάνς που σε στοιχειώνει για καιρό: φορώντας ένα φτηνιάρικο σμόκιν και κουμπώνοντας με νευρικές κινήσεις το παπιγιόν του, ενώ το πούρο σαν μαχαίρι κρέμεται από τα χείλια του, ο ΝτεΝίρο ρίχνει απανωτές στον αέρα προετοιμάζοντας τον εαυτό του να βγει στη σκηνή. Οι γροθιές είναι στακάτες, ο ρυθμός είναι σαν άγριου θηρίου που ετοιμάζεται να κατασπαράξει το θύμα του. Κι ύστερα η προτροπή εις εαυτόν: «Go get ’em, champ! I’m da boss, I’m da boss, I’m da boss, I’m da boss, I’m da boss…». Ως γνωστόν: ο ΛαΜότα έφαγε πολύ ξύλο στη ζωή του (κυριολεκτικά και μεταφορικά), αλλά ποτέ δεν έπεσε στο ρινγκ, τα γόνατά του δεν λύγισαν ποτέ.

 

Διαβάστε ακόμα: Ποιος είναι στ’αλήθεια ο Χοακίν Φοίνιξ;

 

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top