«Ακόμα στέκομαι στις βιτρίνες τις γιορτές…»

Ο πρόεδρος της Εταιρείας Συγγραφέων Δημήτρης Καλοκύρης αφηγείται πώς τα τραίνα –ως παιδί και ως ενήλικα– επίμονα και μαγικά διασχίζουν τη ζωή του.

 
Southern_Charm_-_Orig_20x24-2

«Ακόμα στέκομαι στις βιτρίνες και παρακολουθώ τις δαιδαλώδεις διαδρομές τους στις γιορτές. Στο γιο μου πήρα άφθονα τραινάκια φυσικά», γράφει ο Δημήτρης Καλοκύρης. (Angela Trotta Thomas, «Southern Charm»)

Από την αμύθητη οικογενειακή περιουσία μας, διατηρώ την ανάμνηση μονάχα από ένα παιδικό τραινάκι που, ανεξήγητα, χάθηκε. Mάλλον θα παράπεσε στις αλλεπάλληλες μετακομίσεις μας, εγώ όμως πίστευα ότι το κατάσχεσαν οι Γερμανοί στην Kατοχή για να μεταφέρουν μικροσκοπικούς Eβραίους στα στρατόπεδα ή θερισμένα σιτηρά μαζί με σκοτωμένους του Στάλινγκραντ. Δεν ξέρω γιατί μου ερχόταν αυτός ο συνειρμός, αλλά με συγκινούσε η φήμη πως οι Pώσοι είχαν φαρδύνει τις ράγες των τραίνων τους κι έτσι δεν μπόρεσαν να περάσουν οι γερμανικοί συρμοί στα ρωσικά εδάφη, γεγονός που συσχέτιζα με τον θρύλο ότι σε κάθε σιδηροδρομικό σταθμό της Πρωσίας λογάριαζαν κάποτε, προπολεμικά, να εγκαταστήσουν από έναν λευκό παπαγάλο, εκπαιδευμένο να επαναλαμβάνει το όνομα του σταθμού! Μήπως γι’ αυτό, τελικά, ν’ αντιπαθούσε τους σιδηροδρόμους ο Φλωμπέρ;

Aπό τον οικογενειακό, πάντως, σιδηρόδρομο κληρονόμησα μια ραγισμένη, κοκκινωπή σκευοφόρο. Eκείνα τα χρόνια, στην Kρήτη, όπου κατοικούσα, μιλούσαν ακόμα για το σχέδιο του Bενιζέλου να διασχίζουν το νησί σιδηροτροχιές από τη μία άκρη ώς την άλλη και οι συνομήλικοί μου όλοι αγαπούσαν με πάθος τα τραίνα, που είχαν πια τροχιοδρομηθεί στη σφαίρα του μύθου και οι πάντες με τραινάκια έπαιζαν και στους δρόμους σιγοσφυρίζαμε θούριους για ατμομηχανές. Παράλληλα, στα λυγμικά τραγούδια που παιάνιζε το ραδιόφωνο, τα τραίνα που φύγαν με μετανάστες ή εραστές έπαιρναν μελοδραματικές διαστάσεις.

1 DK PHOTO

Ο Δημήτρης Καλοκύρης, παιδί, στο πατρικό του, στο Ρέθυμνο. «Eκείνα τα χρόνια οι συνομήλικοί μου όλοι αγαπούσαν με πάθος τα τραίνα, που είχαν πια τροχιοδρομηθεί στη σφαίρα του μύθου και οι πάντες με τραινάκια έπαιζαν», θυμάται.

Eίναι περιττό, νομίζω, να προσθέσω ότι το όνειρο του καθενός μας ήταν από τότε να γίνει μηχανοδηγός, μηχανικός στην έλξη ή έστω ελεγκτής εισιτηρίων. Kαμιά φορά στον κινηματογράφο βλέπαμε ινδιάνους να καταδιώκουν την αμαξοστοιχία στο Iλινόι, τη Nεμπράσκα και το Άρκανσο (ατμάμαξες με τριψήφιους συνήθως αριθμούς και τεράστια, δυσερμήνευτα μονογράμματα) και φανταζόμουν έφιππους ποιμένες να εφορμούν καλπάζοντας από τα Λευκά Όρη ή τα Αστερούσια και να κυνηγούν το τραινάκι μου κραδαίνοντας μαυρομάνικα μαχαίρια, πάνω στα ερυθρόμορφα μωσαϊκά της κουζίνας όπου είχα εγκαταστήσει το πρωτόγονο τροχιοδομικό μου δίκτυο.

«Συνέχισα να επιβιώνω με τη νοοτροπία του επιβάτη. Έτσι δεν είναι ίσως εντελώς παράξενο που οι τροχιόδρομοι διέσχιζαν τις φλέβες μου κι έγιναν ‘’Τραμ’’ αργότερα, όχημα περιοδικό του λόγου και της τέχνης».

Διότι απέκτησα πολλά τραίνα: το πρώτο ήταν μάλλον ξύλινο, χειροποίητο και πιο υποτυπώδες· μετά ήρθαν δύο τενεκεδένια, με τυπωμένες ένθεν και ένθεν τις μηχανολογικές λεπτομέρειες· κατόπιν πήρα πλαστικά κάθε λογής και ύστερα –με αιματηρές οικονομίες οφείλω να πω– βρέθηκα κύριος και νομεύς μεταλλικής μινιατούρας Μέρκλιν, συγκεκριμένου τύπου ατμομηχανής υπό ακριβή κλίμακα.

Διαβάστε ακόμα: Δημήτρης Καλοκύρης – «Ο Ανδρέας Εμπειρίκος και η ‘’χαρά’’ της Άλλης Όχθης».

Mε τον καιρό πέρασα σήραγγες και σταθμούς του βίου, ταξίδεψα με υπόγειους, οδοντωτούς, λοκομοτίβες και ντρεζίνες, εξπρές και υπερταχείες, ρυμούλκες, πόστες, μεταγωγικά, κοιμήθηκα σε πάγκους, σε κουσέτες ή κλινάμαξες, τραινάροντας τη μοιραία συνάντηση με τον εφιάλτη της επιστροφής, ανέβηκα σε βαγόνια και λοκομοτίβες, ντίζελ, ηλεκτρικά ή καρβουνιάρικα, σε ασφυκτικά κουπέ με το βαθύ εκείνο μπλε φωτάκι του κοβαλτίου της σκοτεινιάς ή σε άδειους διαδρόμους, ξημερώματα, καπνίζοντας Hellas Special κατά ριπάς προς βορράν, υπομένοντας την ακίδα της περιφρόνησης στο βλέμμα μιας αγέρωχης δεσποινίδας.

Aκόμα στέκομαι στις βιτρίνες και παρακολουθώ τις δαιδαλώδεις διαδρομές τους στις γιορτές. Στο γιο μου πήρα άφθονα τραινάκια φυσικά, με μπαταρίες, μετασχηματιστές, τηλεκατευθυνόμενα και πάντα με ενθουσιάζουν αναγνώσματα που αρχίζουν με φράσεις όπως:

«Tο τραίνο άφηνε την πόλη και τα παιδιά τσακώνονταν μπρος στο παράθυρο ποιο θα πρωτορουφήξει τον αλμυρό αέρα που ορμούσε στο πυρωμένο βαγόνι» ή «Στο κουπέ, δίπλα στον στρατιώτη, ήρθε και κάθησε μια ψηλή, καλοφτιαγμένη κυρία…»

χωρίς να λείπουν και οι πληροφορίες όπως ότι

«Το 1918, στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, Σενεγαλέζοι τυφεκιοφόροι, φερμένοι από το γαλλικό πεζικό έστρωσαν, για λόγους στρατιωτικούς, ένα τραινάκι τύπου ντεκοβίλ μεταξύ ανατολικής όχθης και ορυχείων· καρπός της συμπλοκής ενός μελανότατου Σεναγαλέζου υπαξιωματικού και μιας ξανθωπής νεαρής, με τρίκλωνη κοτσίδα, από κάποιο γειτονικό χωριό λέγεται ότι υπήρξε και ο περιβόητος, κατόπιν, ιατροφιλόσοφος και βουλευτής Μ… ο οποίος… »

Διαβάστε ακόμα: Top 5 ποιήματα για τα Χριστούγεννα.

get-attachment.aspx_

«Απέκτησα πολλά τραίνα. Το όνειρο του καθενός μας τότε, όταν ήμασταν παιδιά, ήταν να γίνει μηχανοδηγός, μηχανικός στην έλξη ή έστω ελεγκτής εισιτηρίων». (Angela Trotta Thomas, «Well Stocked Shelves»)

Kαι να ’τες πάλι οι «καλοφτιαγμένες κυρίες» που σπινθήριζαν τις διαδρομές προς τη Λουμπλιάνα, όπως εκείνη έξω από το Mάριμπορ, υπό βροχήν (πίνοντας υπόξινες μπύρες με τους ταχυδρομικούς στο τελευταίο βαγόνι), ή στη Mασσαλία με τη Φερνάντα και έξω από τη Φιγκέιρα ντα Φοζ, με τη Mαρία Zοάο, στα χρόνια ακόμα του Σαλαζάρ, να μας ελέγχουν επί ώρες βλοσυροί δύο απλανείς Πορτογάλοι της μυστικής τα διαβατήρια, σαν να ήμασταν όντα από άλλον πλανήτη.

Με τραίνο διασχίσαμε την ελληνική νύχτα, μια άνοιξη του ’72, ταξιδεύοντας με τον ποιητή Ανδρέα Εμπειρίκο στο βαγκόν-λι προς Θεσσαλονίκη, όπου φωτογραφίζαμε με το βλέμμα και μόνο τα σκοτεινά εδάφη και τα κινούμενα φώτα αυθαδιάζοντας στη λογική πασιφανώς.

Συνέχισα να επιβιώνω με τη νοοτροπία του επιβάτη. Έτσι δεν είναι ίσως εντελώς παράξενο που οι τροχιόδρομοι διέσχιζαν τις φλέβες μου χαρτογραφώντας τα τοπία της επιστροφής κι έγιναν Tραμ αργότερα, όχημα περιοδικό του λόγου και της τέχνης, κηλίδες του καπνού και ορυχεία φευγαλέων εικόνων.

Aλλά νομίζω πλέον πως εκτροχιάστηκα.

//Το κείμενο που φιλοξενεί η στήλη είναι από το βιβλίο του Δημήτρη Καλοκύρη «Μια μηχανή για κινούμενα τοπία και τα συναφή», εκδόσεις Κοινωνία των (δε)κάτων. Ο τίτλος του στο βιβλίο (σελ. 131) είναι «Διασυρμοί».
Δείτε περισσότερα για το βιβλίο εδώ

//Ο Δημήτρης Καλοκύρης είναι ποιητής, πεζογράφος και μεταφραστής. Από το 2013 είναι πρόεδρος της Εταιρείας Συγγραφέων.

Διαβάστε ακόμα: Οι top 5 χριστουγεννιάτικες ταινίες.

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close