
«Γενικά αποφεύγω να ακούω ηχογραφήσεις έργων του Σοπέν όταν βρίσκομαι ο ίδιος σε διαδικασία ηχογράφησης».
Η μουσική και η λογοτεχνία αγγίζουν τις πιο “νύχτιες” πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης, λέει ο Ιταλός πιανίστας, ιστορικός της μουσικής και φιλόσοφος Alberto Nones (Τρέντο, 1975). Ο καταξιωμένος ερμηνευτής και καθηγητής Ιστορίας της Μουσικής στο Ωδείο Ροσσίνι του Πέζαρο θα ερμηνεύσει αυτή την Παρασκευή (14 Μαρτίου 2024) 12 από τα 18 δημοσιευμένα Νυχτερινά του Chopin, διανθίζοντάς τα με αναγνώσεις από το «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας» του Céline (εκδόσεις Εστία), στην Αίθουσα Γιάννης Μαρίνος του Συλλόγου οι Φίλοι της Μουσικής (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών) Λίγο πριν από την μοναδική αυτή εμφάνιση, που πραγματοποιείται σε συνεργασία με το Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο Αθηνών, ο δεξιοτέχνης και ερευνητής συζήτησε με τον Δημήτρη Κιουσόπουλο για το περιεχόμενο της συναυλίας, τους… Doors και πως μουσική και ιστορία τροφοδοτούν η μία την άλλη. Η συναυλία δίνεται με ελεύθερη είσοδο.
– Eίστε ένας διακεκριμένος ερμηνευτής και ταυτόχρονα διδάσκετε κοινωνική και πολιτιστική ιστορία της μουσικής στο Ωδείο του Πέζαρο. Πώς και τι διδάσκει η ιστορία τις παραστατικές τέχνες;
Ως ερμηνευτής και εκπαιδευτικός θεωρώ ότι η ιστορία ενημερώνει εις βάθος τις παραστατικές τέχνες, προσφέροντες ουσιαστικές γνώσεις για τα πολιτιστικά, κοινωνικά και φιλοσοφικά συμφραζόμενα μέσα στα οποία δημιουργήθηκαν οι μουσικές συνθέσεις. Αυτή η γνώση επιτρέπει στον μουσικό να ερμηνεύσει τα έργα με μεγαλύτερο διεισδυτικότητα και αυθεντικότητα, και να νοηματοδοτήσει περισσότερο τη σχέση του τόσο με τη μουσική όσο και με το ακροατήριο. Σε όλη την καλλιτεχνική μου σταδιοδρομία δεν θα βρείτε ούτε ένα σχεδόν συναυλιακό πρόγραμμα ή ηχογράφηση που να μην πηγάζει με κάποιον τρόπο από ένα μουσικολογικό/φιλοσοφικό/λογοτεχνικό/καλλιτεχνικό ερώτημα.
– Τι σας ώθησε να ακολουθήσετε τη συγκεκριμένη πορεία;
Η επιθυμία να διασυνδέσω την ερμηνεία και την ακαδημαϊκή έρευνα δεν ήταν μία προαποφασισμένη επιλογή. Πολύ απλά το να σπουδάσω “μόνο” μουσική δεν μου αρκούσε, όπως δεν μου αρκούσε να σπουδάσω “μόνο” φιλοσοφία. Το αποτέλεσμα ήταν παράλληλα με τη μουσική μου εκπαίδευση να κάνω μεταπτυχιακές σπουδές στην φιλοσοφία και τις διεθνείς σπουδές, και αυτό τώρα μου επιτρέπει να εξερευνώ της περίπλοκες σχέσεις μουσικής, ηθικής και κοινωνίας. Έτσι αισθάνομαι ότι είμαι και ένα πιο ενεργό μέρος αυτού του κόσμου!

Ο Φρεντερίκ Φρανσουά Σοπέν.
– Ποιες βρίσκετε ότι είναι οι βασικές ερμηνευτικές προκλήσεις για αυτόν τον συνθέτηq
Ο Σοπέν ίσως μοιάζει εκ πρώτης όψεως ο πιο αυτονόητος, ο πιο προφανής συνθέτης για κάθε πιανίστα, παρόλα αυτά πιστεύω ότι αυτό δεν ισχύει. Η μουσική του Σοπέν είναι πολύ πλούσια σε συναισθηματική πολυπλοκότητα και δομική καινοτομία, και για αυτό παρουσιάζει μοναδικές ερμηνευτικές προκλήσεις. Οι συνθέσεις του συχνά απαιτούν μία πολύ λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην τεχνική ακρίβεια και την εκφραστική ελευθερία, που προϋποθέτουν ευαισθησία στις αποχρώσεις και αντίληψη των υποκειμένων ποιητικών αφηγήσεων. Η ηχογράφηση είναι ακόμα πιο απαιτητική. Στις δικές μου ηχογραφήσεις με όλες τις Φαντασίες, Μαζούρκες, Νυχτερινά και πιο προσφατα τα Βαλς, προσπαθώ να συλλάβω αυτές τις πολύπλευρες διαστάσεις προσπαθώντας και να δώσω τη δική μου οπτική για την πεμπτουσία αυτών των έργων. Οι κριτική έχουν επισημάνει ότι η προσέγγισή μου συνδυάζει τεχνική αρτιότητα με αντίληψη του μουσικού κειμένου, οδηγώντας σε καινοτόμες ερμηνείες.
– Εσείς ποιες ερμηνείες του Σοπέν θεωρείτε σημαντικές, παλαιότερες ή νεώτερες;
Γενικά αποφεύγω να ακούω ηχογραφήσεις έργων του Σοπέν όταν βρίσκομαι ο ίδιος σε διαδικασία ηχογράφησης – μολονότι είναι αδύνατον βέβαια να μην στηριχτεί κανείς στις δικές του επεξεργασμένες μνήμες από ερμηνείες των άλλων πιανιστών, που υπήρξαν καθοριστικές στη διαμόρφωσή του (αγαπώ τον Cortot, τον Rubinstein, τον Horowitz των Michelangeli… όσο και αν είναι τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους). Τελευταία βρίσκω μεγάλο ενδιαφέρον σε λιγότερο διάσημους ερμηνευτές, τους οποίους έχω ανακαλύψει πιο πρόσφατα. Για να αναφέρω απλώς έναν, ο Samson François.
– Τα ιστορικά όργανα και η σχετική πρακτική επηρεάζουν την προσέγγισή σας;
Όχι τόσο η ακρόαση ιστορικά τεκμηριωμένων εκτελέσεων… όσο το ίδιο το γεγονός ότι κατέχω ένα πιάνο Pleyel πανομοιότυπο με το τελευταίο που έπαιζε ο ίδιος ο Σοπέν (τώρα ένα πολύτιμο αντικείμενο που φυλάσσεται στο Μουσείο Σοπέν στη Βαρσοβία). Ήμουν ο πρώτος που ηχογράφησα το πρόσφατα ανακαλυφθέν βαλς σε λα ελάσσονα που αποδίδεται στον Σοπέν, παίζοντάς το στο δικό μου Pleyel. Τα ιστορικά όργανα μπορούν να ρίξουν νέο φως στις προθέσεις του συνθέτη και στα ηχοτοπία της εποχής του. Αλλά σας λέω, ακόμη και η μυρωδιά του ξύλου της τριανταφυλλιάς (Rosewood) μου μιλάει κάθε φορά που μπαίνω στο δωμάτιο όπου φυλάω αυτό το όργανο.

«Η προτίμηση του Σοπέν για το belcanto και τη λυρική φρασεολογία είναι πασίγνωστη και αντανακλά πράγματι μια σχέση με την ιταλική όπερα».
– Ο Frédéric Chopin και ο Louis Ferdinand Céline είναι δύο δημιουργοί με ελάχιστα κοινά στοιχεία, εκτός από την κοινή αναφορά τους στη νύχτα. Τι προσφέρει στον ακροατή ο αναδρομικός τους συσχετσμός;
Όσον αφορά τη θεματική σύνδεση μεταξύ Chopin και Céline στην προγραμματισμένη συναυλία μου στην Αθήνα, αυτή περιστρέφεται γύρω από την κοινή αναφορά τους στη νύχτα. Τι είναι όμως η νύχτα για τον Σοπέν; Είναι απλώς περιγραφική; Ήταν απλώς ένας ιμπρεσιονιστικός τίτλος για να πουλήσει μια παρτιτούρα; Όχι. Σε αυτά τα έργα, ο Σοπέν εμβαθύνει στη σφαίρα της ενδοσκόπησης και του ανθρώπινου ψυχισμού, όπως ακριβώς κάνει και ο Σελίν στο βιβλίο του. Τα υπαρξιακά θέματα είναι το διακύβευμα. Η αντιπαράθεση των έργων τους μπορεί να προσφέρει στους ακροατές μια εξερεύνηση των νύχτιων πτυχών της ανθρώπινης εμπειρίας, γεφυρώνοντας τη μουσική και τη λογοτεχνική έκφραση.
– Σε τι αποσκοπεί αυτή η ενδοσκόπηση;
Ζούμε σε ταραγμένους καιρούς. Πιστεύω ότι οι συναυλίες δεν πρέπει να προσφέρουν απλώς μια στιγμή διαφυγής – μολονότι καθένας είναι ευπρόσδεκτος να έλθει στη συναυλία με τα Νυχτερινά του Σοπέν επίσης με αυτόν τον σκοπό και να την απολαύσει με αυτούς τους όρους – αλλά μάλλον να προσφέρουν αυτό που η τέχνη προσφέρει στην ανθρωπότητα τουλάχιστον από την εποχή της εφεύρεσης της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Μια σπουδαία εφεύρεση, παρεμπιπτόντως, συγχαρητήρια!
– Υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα στον Σοπέν και την ιταλική όπερα;
Η προτίμηση του Σοπέν για το belcanto και τη λυρική φρασεολογία είναι πασίγνωστη και αντανακλά πράγματι μια σχέση με την ιταλική όπερα. Γνωρίζετε ότι, προκειμένου να “τραγουδήσει” το πιάνο, ο Σοπέν έλεγε στους μαθητές του ότι οι μόνοι πραγματικοί δάσκαλοι για τους πιανίστες ήταν η Giuditta Pasta και οι άλλοι διάσημοι τραγουδιστές όπερας της εποχής του. Οι μελωδίες του Σοπέν, ιδίως στα Νυχτερινά, μιμούνται τις εκφραστικές φωνητικές γραμμές που χαρακτηρίζουν την όπερα, συνδυάζοντας περίπλοκα ποικίλματα με μεγάλο συναισθηματικό βάθος.

Ο Λουί Φερντινάντ Σελίν.
– Για την όπερα έχετε γράψει τρεις βιογραφίες ιταλών συνθετών από διαφορετικές αποχές: Μπονπόρτι, Βέρντι, Τσαντονάι.
Η έρευνά μου και οι δημοσιεύσεις μου για τους Ιταλούς συνθέτες όπερας, όπως ο Verdi και ο Zandonai, εμπλούτισαν την κατανόηση αυτής της αλληλεπίδρασης, αναδεικνύοντας τον τρόπο με τον οποίο τα οπερατικά στοιχεία διαπερνούν τις συνθέσεις του Chopin για πιάνο. Υπάρχει όμως και κάτι περισσότερο. Η έρευνά μου για τον Βέρντι, ειδικότερα, επικεντρώθηκε στο πώς ο πατριωτισμός (με όλα τα προβλήματά του) εκφράζεται στις όπερές του. Τώρα, πιστεύω ότι η μουσική του Σοπέν ενσωματώνει την ίδια διάσταση, απλώς χωρίς λόγια, και όλα αυτά με την απλότητα ενός μόνο ατόμου που παίζει ένα μόνο όργανο. Ένα πανίσχυρο πράγμα.
– Και πού μπαίνει σε όλα αυτά το βιβλίο για τους Doors; Είναι μια πόρτα που ανοίγει άλλες προοπτικές.
(Γελάει) Βλέπω μελετήσατε το βιογραφικό μου σε βάθος, ευχαριστώ! Το βιβλίο μου για του Doors ανάγεται στο 2014. Αλλά, πέρα από το γεγονός ότι όντως πούλησε αρκετά αντίτυπα, δεν το αποκηρύσσω! Αντιπροσώπευε μια από τις πρώτες μου βουτιές στα βαθιά, σε ό,τι αφορά τις διασταυρώσεις της μουσικής, της κουλτούρας και της κοινωνικής αλλαγής. Εξερευνώντας τον αντίκτυπο της μουσικής τους, είχα ως στόχο να αναδείξω πώς η μουσική ταυτόχρονα αντανακλά και διαμορφώνει το κοινωνικοπολιτικό τοπίο. Αυτό συνάδει με το ευρύτερο ενδιαφέρον μου για τη δυναμική σχέση μεταξύ της κοινωνίας και της μουσικής – όλων των ειδών! Αγαπώ επίσης τη ροκ, την ποπ και την τζαζ.
– Είναι ένα ενδιαφέρον παράλληλο με την κλασική μουσική, ή και και εδώ βρίσκετε διασταυρώσεις;
Είναι ενδιαφέρον ότι ο μουσικός που έπαιζε στο συγκρότημα τα πλήκτρα, ο Ray Manzarek (ο οποίος είχε πολωνική καταγωγή) είχε κλασική μουσική παιδεία, και στο The End (το αριστούργημα των Doors), ακούω μια αναφορά σε ένα από τα Νυχτερινά του Chopin – συγκεκριμένα στο Nocturne Op. 27 No. 1, το οποίο θα παίξω στη συναυλία στην Αθήνα, αυτή την Παρασκευή το βράδυ. Άλλη μια σύμπτωση: την πρώτη φορά που έπεσα πάνω στο Ταξίδι στην άκρη της Νύχτας του Céline – όχι ένα mainstream βιβλίο! – ήταν σε μια βιογραφία του αρχηγού του συγκροτήματος. Ο Τζιμ Μόρισον ήταν ποιητής και μανιώδης αναγνώστης – ποτέ μην υποτιμάς κανέναν!

«Χρειάζονται περισσότεροι “Μόρισον” – ακούστε ξανά τον Άγνωστο Στρατιώτη (The Unknown Soldier). Χρειαζόμαστε καλλιτέχνες, οραματιστές – της ειρήνης! Όχι μόνο στις ΗΠΑ, αλλά και εδώ στην ΕΕ».
– Ο Τζιμ Μόρισον έζησε και πέθανε ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΔΑΙΜΟΝΑ ΕΑΥΤΟΥ – σύμφωνα με τον στίχο του Baudelaire, που αναγράφεται στον τάφο του μουσικού στο Παρίσι, στο ίδιο κοιμητήριο με τον Σοπέν (Père Lachaise).
Το βιβλίο μου για τους Doors το ενέπνευσε επίσης ο ενθουσιαμός μου για τις Ηνωμένες Πολιτείες, μια χώρα που αγαπώ και στην οποία έζησα και σπούδασα για αρκετό καιρό (ήμουν υπότροφος του Ιδρύματος Fulbright και έκανα το μεταδιδακτορικό μου στο Πανεπιστήμιο του Princeton). Είναι μια πολύπλοκη και, ειδικά σήμερα, προβληματική χώρα. Θα επιστρέψει σε μια λιγότερο απελπιστική πορεία; Αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα. Χρειάζονται περισσότεροι “Μόρισον” – ακούστε ξανά τον Άγνωστο Στρατιώτη (The Unknown Soldier). Χρειαζόμαστε καλλιτέχνες, οραματιστές – της ειρήνης! Όχι μόνο στις ΗΠΑ, αλλά και εδώ στην ΕΕ.
Διαβάστε ακόμα: Ίλυα Σμούκλερ: «Αγαπώ τον Ιάννη Ξενάκη, τον Δημήτρη Μητρόπουλο και τη Μαρία Κάλλας».




