
«Διψούσα για να δω βουνά και λίμνες παγωμένες,/ καθεδρικούς που σκέπαζαν τα πέπλα των νερών./ Σε γέφυρες τιτανικές και σκάλες γκρεμισμένες/ να μουρμουρίζω μόνος μου τραγούδια των ωρών». (Φωτογραφία: Ελένη Βελέντζα).
Τ’ απόκοσμα
Η σκέψη μου τραβήχτηκε σε μακρινά τεμένη,
που γύρω τους βαρύθυμες Ιδέες περπατούν.
Στων πάγων μες την αγκαλιά πώς βρέθηκε κρυμμένη
και μόνο τα όντα θα τη δουν – εκείνα που πετούν.
Αλλοίμονο, λησμόνησα τον χρόνο που ’χω μείνει,
στους τόπους των ονείρων μου, κλεισμένος μέσα ’κει.
Παρέα με χλομές μορφές και δίπλα σε μια κρήνη,
που μόνο βγάζει δάκρυα – θλιμμένη μουσική.
Αχόρταγος περπάτησα στις χώρες μέσα του Ύπνου,
σε πόλεις που τις έπνιγε το σκότος κι η σιγή.
Αντίκρισα τα δώματα του πιο μεγάλου Δείπνου,
μα ’μένα μόνο μ’ ένοιαζε να νιώσω τη φυγή.
Και σ’ εμπορεία βρέθηκα στη χώρα των Φοινίκων,
μετάξια παζαρεύοντας, πολύτιμα χαλιά.
Κι αψέντι πίνοντας, καπνό· των φλογισμένων οίκων
αγόρασα τ’ αμαρτωλά κι εξαίσια φιλιά.
Διψούσα για να δω βουνά και λίμνες παγωμένες,
καθεδρικούς που σκέπαζαν τα πέπλα των νερών.
Σε γέφυρες τιτανικές και σκάλες γκρεμισμένες
να μουρμουρίζω μόνος μου τραγούδια των ωρών.
Κι όταν μ’ ομίχλες μέθυσα, συνάντησα τον Χρόνο·
το πρόσωπό του τύλιγεν η γάζα η πιο χλομή.
Μου το ’δειξε δακτύλιους πώς πέρασε στον Κρόνο
και πώς τα μόρια τα ’κανε να λάβουνε δομή.
Μα τα λεπτά που πέρναγαν μου μοιάζανε μ’ αιώνες
κι η κόλαση μ’ ανοίχτηκε που ’χα καιρό μαζί.
Και μες στον νου καρφώθηκαν οι σκέψεις μου βελόνες,
να ’χω μιαν ύπαρξη ήθελα κοινότατη, πεζή.
Ζητούσα κάποια ταπεινή – μιαν ήσυχη γωνία,
να μην ψηλώνει η σκέψη μου, μην ουρανοδρομεί.
Με την πολλή συγκέντρωση μού πέρασ’ η μανία
και τα όνειρά μου αρχίσανε να ’ναι σ’ αποδρομή.
Και μέσα μου το αισθάνθηκα πως έψαχνα τον Κήπο,
τον Κήπο της αγάπης Σου, που ’τανε κιόλας ’δω,
μες στη ζωή που ξέχασα, στον τόπο που του λείπω,
αλλ’ όχι σ’ όσ’ απόκοσμα δεν μου ’τανε να δω.
Ο Αλέξανδρος Κορδάς γεννήθηκε το 1989 στην Αθήνα. Σπούδασε Ψυχολογία και Προαγωγή και Αγωγή Υγείας στο ΕΚΠΑ. Παρακολούθησε τον διετή κύκλο μαθημάτων στο ποιητικό εργαστήρι του Ιδρύματος Τάκης Σινόπουλος. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος του περιοδικού «Τεφλόν». Για το βιβλίο του «Το τυφλό άλογο» (εκδόσεις Σμίλη, 2018) τιμήθηκε με το Βραβείο Jean Moréas στην κατηγορία του πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή. Συμμετείχε με δώδεκα ποιήματα στη συνέκδοση «Πεντάσημον» (εκδόσεις Σμίλη, 2020), μαζί με τους Γιώργο Βαρθαλίτη, Θεοδόση Βολκώφ, Δημήτρη Κοσμόπουλο και Χάρη Ψαρρά. Συνεργάζεται σταθερά με το περιοδικό «Αντίλογος», γράφοντας στη στήλη κριτικής του εν λόγω εντύπου.
Διαβάστε ακόμα: Τζιάκομο Λεοπάρντι – Έτσι ο άνθρωπος μπορεί να γευθεί την ευτυχία.




