«Στη ζωή μου γενικά νιώθω πολύ τη σεξουαλικότητά μου» (φωτογραφίες: Σπύρος Στεργίου).

Ο Αντώνης Φωνιαδάκης είναι ένας διεθνής Έλληνας χορογράφος που σήμερα και για τρεις παραστάσεις (28-30 Μαΐου) παρουσιάζει το δίπτυχο Unseen / Bolero σε παραγωγή του Θεάτρου Ολύμπια, που θα δοθεί όμως στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, με ζωντανή μουσική συνοδεία από τον πιανίστα Απόστολο Παληό. Λίγο πριν την πρεμιέρα συνομιλήσαμε μαζί του για το έργο, αλλά και μέσα από αυτό για την συνολική χορευτική του εμπειρία.

«Μου αρέσει λίγο να παίζω με τις ιδέες γύρω από τα φύλα».

Η δουλειά που παρουσιάζεις είναι ένα δίπτυχο. Πές μας για τα δύο έργα.

Eιναι το Μπολερό, το οποίο ήδη το έχω χορογραφήσει αρκετές μορφές, σε διάφορες ομάδες και με τους δικούς μου χορευτές, το οποίο κλείνει την παράσταση, γιατί είναι τρανταχτό, δεν μπορείς δηλαδή να φύγεις ακούγοντας στην αρχή το Μπολερό και μετά κάτι άλλο, δεν πάει. Και μετά, είπα, ποια είναι η αντίστιξη; Και επειδή μου αρέσουν πάρα πολύ τα έργα του Ραβέλ για πιάνο, έψαξα και άκουσα πάρα πολλά και έκανα ένα κολάζ από πολλά, σαν ένα ολόκληρο soundscape, περίπου 50-55 λεπτά, δηλαδή μια μεγάλη δουλειά για το πρώτο μέρος, το Unseen.

– Πώς επέλεξες σα φόρμα να κάνεις δίπτυχο;

Ουσιαστικά σκέφτηκα να κάνω μία δουλειά που να ανταποκρίνεται γενικά σε αυτό που κάνω στις αναθέσεις πού δέχομαι διεθνώς. Μπορεί να είναι αναθέσεις να κάνω μία ολόκληρη βραδιά, που γίνεται όλο και πιο συχνά πλέον, γιατί στην αγορά έχουν λίγο μάθει το όνομα και έχουν μια σιγουριά ότι οι δουλειές μου είναι αρκετά στιβαρές για να σταθούν σε μεγαλύτερη διάρκεια, αλλά συνήθως το status quo είναι να κάνω ένα δίπτυχο, συνήθως με άλλον έναν χορογράφο, ή τρίπτυχο, με άλλους δύο.

– Και διάλεξες τα έργα του Ραβέλ για πιάνο.

Ναι. Στη μουσική του Ραβέλ δεν υπάρχει ένα συγκεκριμένο έργο πέρα απ’ το Δάφνις και Χλόη, που ούτε και αυτό είναι τεράστιο, δηλαδή δεν θα μπορούσα να κάνω μία ολόκληρη θεματική πάνω σε μία ιδέα συγκεκριμένη, και επειδή έχει ήδη ένα εμβληματικό έργο που είναι το Μπολερό, που είναι 16-17 λεπτά, σκέφτηκα να συμπληρώσω με ένα έργο που είναι εννοείται πολύ μεγαλύτερο και να γίνει αυτή η ιδέα μία βραδιά με δύο έργα και με ένα διάλειμμα. Το ότι θα το κάνω διάλειμμα σε μία independent παραγωγή είναι λίγο παλαβό, έτσι;

– Με ποια έννοια;

Ουσιαστικά ως ελεύθερος επαγγελματίας χορογράφος που παρουσιάζω τη δουλειά μου σε ένα θέατρο, είναι λίγο περίεργο να κάνεις διάλειμμα. Οι περισσότεροι δημιουργοί κάνουν 50 λεπτά έργο, βλέπεις την παράσταση, τη βιώνεις και φεύγεις. Γιατί δεν έχω το μεγάλο θέατρο, δεν έχω τους χορευτές στη διάθεσή μου, δεν είναι η παραγωγή που να μπορώ να κάνω αυτό το μεγαλεπήβολο της όπερας, των μεγάλων κρατικών θεάτρων, που κάνεις διάλειμμα. Αρα μου φάνηκε ενδιαφέρον και για αυτό το λόγο να κάνω το δίπτυχο: ότι ένας άνθρωπος, ο οποίος στην ελεύθερη αγορά παρουσιάζει μοντέρνο χορό, δεν είναι απαραίτητο αυτό το πράγμα να είναι 45 λεπτό, το πολύ maximum μία ώρα, που πας βιώνεις κάτι και φεύγεις.  Με τσίγκλισε αυτή η ιδέα.

– Μεταξύ των δύο μερών υπάρχει συμπληρωματικότητα;

Αναπόφευκτα, γιατί η επιλογή που έχω κάνει, δεν έχω πάρει έργα του Ραβέλ στην αρχή τα οποία να έχουν μία δυναμική, μία παρτιτούρα εκρηκτική, αλλά όλα τα έργα είναι λίγο understated. Τα έργα του Ραβέλ για πιάνο είναι πιο ευαίσθητα, πιο εσωστρεφή θα το έλεγα, με μία θλίψη περίεργη, έναν ρομαντισμό. Και μετά το Μπολερό, το οποίο είναι αυτό που είναι, όλος ο κόσμος το ξέρει και είναι uplifting δυνατό και αρκετά παλμικό. Αυτό μουσικά.

– Οπότε δημιουργείται μια αντίστιξη.

Θεωρώ ότι η αντίστιξη κρύβεται στην αντίθεση, ουσιαστικά στο πως το πρώτο το οποίο είναι σε λίγο πώς είπα πιο νωχελικό, πιο απομακρυσμένο, πιο εσωστρεφές, ενώ το Μπολερό είναι πιο full frontal, είναι επαναληπτικό, αλλά συνεχώς αυξάνει και δημιουργεί φοβερή ένταση. Αυτή η αντίστιξη είναι είναι κάτι που ναι, έγινε σκόπιμα.

– Το Μπολέρο είναι μια παράσταση που έχεις ήδη παρουσιάσει.

Μόλις το έκανα και στη Γερμανία, στη Στουτγάρδη με 17 χορευτές αντί για 5. Η βασική μορφή είναι 5 χορευτές – δεν έχω 17 χορευτές στη διάθεσή μου, δύσκολα αυτό στην Ελλάδα από ό,τι καταλαβαίνεις,-  αλλά καθε φορά που την παρουσιάζω κάτι αλλάζω, η αισθητική αλλάζει, τα κουστούμια αλλάζουν. Επειδή είναι μικρό έργο, δεν μ’ αρέσει να το έχω κλειδώσει, ότι είναι αυτό το πράγμα και δεν έχει άλλη μία ανάγνωση ή άλλη διάθεση στην αισθητική.

«Σκέφτηκα να κάνω μία δουλειά που να ανταποκρίνεται γενικά σε αυτό που κάνω στις αναθέσεις πού δέχομαι διεθνώς» (φωτογραφία: Γιώργου Σακελλαρίου).

– Και το τραμπολίνο που χρησιμοποιείς στη χορογραφία του Μπολερό;

Από τη μια τη μια ήταν η περιέργεια της σωματικότητας, να κάνω κάτι το οποίο εμπεριέχει το επαναληπτικό, αλλά με μία διάθεση σχεδόν γυμναστηρίου, κάτι σαν αεροβική, κάτι το επαναληπτικό, και το τραμπολίνο δεν σου δίνει πάρα πολλά πράγματα να κάνεις και αυτό λίγο σε εγκλωβίζει, μπορείς να κάνεις 5-6-7-8 πράγματα. Αυτό κάπως συμπίπτει με την επαναληπτικότητα και τη μονοτονία της μουσικής, που όμως αυξάνει.  Άρα θεώρησα ότι αν τα συνδυάζα μαζί θα μπορούσε να δημιουργηθεί κάτι περίεργο, απώτερο, ονειρικό και σχεδόν μη λογικό, που όμως κατά κάποιον τρόπο λειτουργεί.

– Και πώς προέκυψε αυτή η ιδέα;

Το τραμπολίνο είναι μια μεμβράνη που πάλλεται και επειδή το Μπολερό έχει ένα παλμό αρκετά κάθετο, μου έκανε μία αίσθηση ότι αυτό το πράγμα μπορεί πραγματικά να συνδεθεί και το δούλεψα και έχει γίνει αυτό που έχει γίνει.

– Στο Unseen όμως έχεις μία διαφορετική προσέγγιση.

Τελείως, τελείως. Καταρχήν, το πρώτο έργο είναι μόνο για άντρες, το δεύτερο για κοπέλες.

– Γιατί;

Να σου πω κάτι, γιατί στη ζωή μου γενικά νιώθω πολύ τη σεξουαλικότητά μου, νιώθω πολύ γενικά και τα δύο φύλα, είχα σχέση και με τα δύο φύλα. Το γεγονός ότι τα διαχωρίζω μια στιγμή είναι για να θυμίσω λίγο το πώς αισθάνομαι και πώς εφάπτομαι με το κάθε ένα χωριστά. Είναι λίγο περίεργο, ότι η ανδρική παράσταση είναι λίγο πιο εσωστρεφής και πιο ευαίσθητη από ό,τι θα περίμενες να είναι οι κοπέλες έτσι. Και αντίθετα οι κοπέλες είναι σχεδόν σαν αμαζόνες, σαν άγριες. Αυτό μου αρέσει, γιατί πραγματικά έχω νιώσει στη φύση μου ότι έχω και τις δύο πλευρές, και το αρσενικό και το θηλυκό, αλλά αυτό κάπως δεν είναι με έναν κλασικό τρόπο, όπως το φαντάζεται ο καθένας.

– Δεν ξέρω πώς το φαντάζεται ο καθένας.

Με στερεότυπα. Αλλά μ’ αρέσει λίγο να παίζω με αυτές τις ιδέες, και νομίζω ότι είναι και η καθαρή εικόνα, ότι λέω: χωρίζω αυτά τα δύο φύλα, και αυτό παρουσιάζεται με ένα τρόπο που εγώ θέλω να τα παρουσιάσω, που είναι έτσι λίγο πιο αναπάντεχος από ό,τι θα περίμενε κάποιος.

«Το Μπολερό είναι πολύ πολύ πιο αφαιρετικό, αλλά παρόλα αυτά μέσα από την αφαίρεση του πηγάζει μία έντονη αίσθηση ζωντάνιας και μίας πυγμής».

– Ο τίτλος κάνει να σκεφτούμε κάτι που δεν τραβάει την προσοχή, αλλά ίσως θα έπρεπε.

Αν θέλω να είμαι πολύ συγκεκριμένος, είναι ένα προσωπικό μου βίωμα, είναι ένα ημερολόγιο πραγμάτων, είναι συναισθήματα, είναι ενώσεις, είναι ιστορίες αγάπης, έρωτας… Βυθίστικα δηλαδή στη δική μου μνήμη, στις εμπειρίες της δικής μου ζωής, για να μπορέσω να φτιάξω ένα τοπίο, το οποίο είναι μεν νωχελικό αλλά έχει έναν ερωτισμό, έχει μία αίσθηση ανάγκης επαφής, έχει μία αίσθηση ένωσης, έχει την αίσθηση επίσης του χωρισμού. Είναι ένα περίεργο πράγμα, θα το έλεγα σχεδόν όχι θεατρικό, αλλά πιο συγκεκριμένο.

– Ενώ το Μπολερό;

Το Μπολερό είναι πολύ πολύ πιο αφαιρετικό, αλλά παρόλα αυτά μέσα από την αφαίρεση του πηγάζει μία έντονη αίσθηση ζωντάνιας και μίας πυγμής ως προς τις γυναίκες, πραγματικά κάνουν έναν άθλο, το οποίο είναι εκπληκτικό, είναι σχεδόν εκστατικό από ένα βαθμό και μετά.

– Οπότε δεν επιμένεις σε μία συγκεκριμένη γλώσσα χορού.

Τα βλέπω τελείως διαφορετικά.  Στα συγκεκριμένα έργα έχω μια πολύπλευρη τάση, γιατί πραγματικά θέλω ο κόσμος να μπορεί να δει πώς πειραματίζομαι, πώς παίζω, πως νιώθω την κίνηση όχι ως αυτοσκοπό μιας τεχνικής, αλλά ως μία στιγμή που με εκφράζει. Για παράδειγμα, στο Μπολερό δεν υπάρχει καμία επαφή, είναι μονάδες πάνω σε ένα τραμπολίνο –  τι πιο αλλόκοτο! Στο πρώτο έργο είναι πραγματικά μία παρτιτούρα πολύ πιο ευγενική, πολύ πιο σύνθετη, πολύ πιο χορευτική, στην έννοια της γλώσσας του χορού, πιο τεχνική επίσης, με πολύ πολύ επαφή, πολύ partnering.

– Σε ενδιαφέρει η αφηγηματικότητα;

Στο πρώτο ναι, με ενδιαφέρει, χωρίς όμως να είναι διδακτική, αλλά υπάρχει μία αίσθηση, υπάρχει ένα narration, το οποίο ο καθένας κάνει ό,τι θέλει με αυτό.

«Βυθίστικα δηλαδή στη δική μου μνήμη, στις εμπειρίες της δικής μου ζωής, για να μπορέσω να φτιάξω ένα τοπίο» (φωτογραφία: Γιώργου Σακελλαρίου).

– Αφηγείσαι όμως κάτι που δεν το βλέπουμε.

Εννοείται δεν το βλέπουμε, αλλά όλοι το νιώθουμε. είναι πράγματα στη ζωή που ούτε καν φανταζόσουν ότι ενδεχομένως μπορείς να έχεις, αλλά τα έχεις. Είναι κάτι που είναι πίσω αλλά κάποια στιγμή στη ζωή σου το βλέπεις να έρχεται μπροστά σου και βλέπεις ότι το έχεις, μπορείς να το δεις κάποια στιγμή, και να πεις okay, δεν το είχα δει αλλά είναι εκεί. Είναι λίγο διφορούμενο. Επίσης είναι μια πρώτη κατεύθυνση δική μου να πειραματιστώ και να παίξω λίγο με ένα δικό μου συναίσθημα πάνω στο χορό, με δικό μου προσωπικό βίωμα. Πέρα από ένα σόλο που είχα κάνει το 2010 είναι η δεύτερη φορά που το κάνω, δεν το κάνω συχνά στη δουλειά μου, δεν καταπιάνομαι με εμένα για να χορογραφήσω. Στις δουλειές μου υπάρχω εγώ, αλλά αυτό είναι πολύ πιο ημερολογιακό, υπάρχει μια διάθεση τέτοια. Για μένα είναι κάτι… unseen.

– Είναι αυτοβιογραφικό;

Ποτέ δεν γίνεται φωτογραφικά αυτοβιογραφική, θεατρικά, αλλά παρόλα αυτά υπάρχουν βιώματα που αν θεωρώ ότι εγώ ως άνθρωπος είμαι ικανός να τα νιώσω και εσύ το ίδιο, μας αφορούν όλους, άρα είναι πολύβιογραφική, είναι για όλους μας, δεν είναι για μένα μόνο.

«Δεν ζητάω να κάνω μία δουλειά που επ’ άπειρον επαναλαμβάνεται και πάρτε με γιατί είμαι φίρμα, είμαι brand, για να το δει ο κόσμος».

– Πόσο αντιπροσωπεύεουν τα δύο έργα τη δουλειά σου γενικά;

Σε γενικές γραμμές είναι αυτό το δίπολο, η συγκεκριμένη δουλειά αντανακλά λίγο το τι έχω κάνει, γιατί στην Ελλάδα είμαι ένας δημιουργός που οι άνθρωποι δεν έχουν να δουν πολλά πράγματα από το τι πραγματικά καλούμαι να αναλάβω ως αναθέσεις. Έχω ένα μεγάλο ρεπερτόριο, τώρα δεν είναι στόχος να δείξω τι μπορώ πραγματικά να κάνω σε όλο το φάσμα μου, αλλά νομίζω ότι αυτή η δουλειά δίνει λίγο μία γεύση της πολυμορφικότητάς μου, τι πραγματικά μπορώ να κάνω,

– Τι δουλειές έχεις κάνει τελευταία;

Τον τελευταίο χρόνο έχω κάνει περίπου 8 παραγωγές, από νεοκλασικές, από narrative works, από καθαρά abstract works, από μεγαλύτερα, μικρότερο, δεν είναι ότι στην ελεύθερη αγορά είμαι και οι άνθρωποι αγοράζουν ένα προϊόν που έχει πλέον δεσμευτεί σε μία ταυτότητα μόνο. Mου ζητάνε πράγματα και εγώ επίσης ζητώ προκλήσεις. δεν ζητάω να κάνω μία δουλειά που επ’ άπειρον επαναλαμβάνεται και πάρτε με γιατί είμαι φίρμα, είμαι brand, για να το δει ο κόσμος. Αν θες ένα κομμάτι δικό μου που σου αρέσει να στο δώσω, κάποιος άλλος μπορεί να θέλει κάτι άλλο, κάποιον να μου πει θέλω να δουλέψουμε αλλά να σου πω σε ενδιαφέρει αυτό;  τρελαίνομαι γι αυτό.

– Δουλεύεις πιο πολύ σε μουσική που υπάρχει ή φτιάχνεις νέα;

Και τα δύο μου αρέσουν. η μόνη ευκολία σε μουσική που υπάρχει είναι ότι μπορείς πολύ πιο γρήγορα και πολύ πιο άμεσα να συνδεθείς με τη θεματική της μουσικής και να φανταστείς λίγο πώς θες να βλέπεις την παράσταση. Στη διάρκεια της έρευνας, της δημιουργίας (νέας μουσικής), είναι άλλες συζητήσεις, θέλει άλλο χρόνο, μπορεί κάτι να προκύψει που δεν είχες φανταστεί, μπορεί ο συνθέτης να σε πάει σε πράγματα που είναι απαραίτητα να πας, αλλά που δεν τα έχεις δει. Ενώ με την προϋπάρχουσα μουσική, πραγματικά μπορείς να κάνεις ένα breakdown τι θέλεις και πώς θέλεις να το πεις. Επίσης είναι ένα φοβερό μάθημα να μελετάς μουσικές που προϋπάρχουν, και κάποιοι θεωρούν ότι είναι démodé σήμερα. Και το έργο για πιάνο του Ραβέλ δεν είναι η πιο εύκολη μουσική, αλλά μου αρέσει που το κάνω.

– Πάντως είναι μια παράατση που μπορεί να τη δει κάποιος που δεν έχει ξαναδεί μοντέρνο χορό.

Ναι, με μεγάλη άνεση, γιατί είναι συνδυασμός πραγμάτων. Και αυτό θεωρώ ότι είναι η μαγεία, ότι πας να δεις μια παράσταση μοντέρνο χορού που δεν είναι απαραίτητο χρησιμοποιεί house ή technο music, όπως γίνεται τώρα συχνά.

«Υπάρχει μία τρέλα και υπάρχει κάτι ατίθασο μέσα μου. Στην Κρήτη το έχουμε αυτό, είμαστε λίγο ατίθασοι και απειθάρχητοι» (φωτογραφία: Γιώργου Σακελλαρίου).

– Προτιμάς κάποιο μουσικό είδος περισσότερο για χορογραφία;

Όχι, έχω κάνει τα πάντα. Έχω κάνει και χωρίς μουσική, έχω κάνει λόγο, έχω κάνει technο, έχω κάνει Ξενάκη, τα πάντα, τα πάντα, από τα πιο super contemporary μέχρι ζεϊμπέκικο, έχω κάνει κρητικό, με παραδοσιακή λύρα.

– Η κρητική καταγωγή πόσο σε επηρεάζει;

Πάρα πολύ, υπάρχει μία τρέλα και υπάρχει κάτι ατίθασο μέσα μου. Στην Κρήτη το έχουμε αυτό, είμαστε λίγο ατίθασοι και απειθάρχητοι, αλλά παρόλα αυτά αυτό το παίρνω ως μορφή δύναμης, αλλά δεν το βάζω απαραίτητα στην κακή της μορφή, το να είσαι ατίθασος είναι και κακό, αλλά το παίρνω ως έμπνευση, το παίρνω ως ότι έχω τσαγανό, μπορώ να δοκιμάσω πράγματα, ότι μπορώ να ονειρευτώ κάτι που δεν γίνεται, αλλά θα το κάνω.

«Δεν ήξερα καν ότι υπάρχει επάγγελμα χορευτής τότε που ήμουν μικρός. Χωρίς internet, φαντάσου απομονωμένος σε ένα χωριό».

– Στην Κρήτη μεγάλωσες;

Στην Ιεράπετρα.

– Και πώς γνώρισες τον χορό;

Έκανα παραδοσιακούς κρητικούς χορούς πιτσιρίκος, μετά έσκασε μύτη μία δασκάλα χορού από την Κρατική Σχολή χορού ως τμήμα σε δημοτική σχολή χορού, έκανα λίγα μαθήματα τότε στα 14-15 που δεν ευδοκίμησε,  αλλά είχα μία πρώτη επαφή με τζάζ, μοντέρνο και λίγο κλασικό, αν μπορείς να πεις ότι αυτό είναι κλασικό, τότε. Και όταν ήρθε η εποχή να σπουδάσω κάτι μετά το σχολείο μου λέγανε οι φίλοι μου “χορεύεις χορεύεις χορεύεις και το μόνο που  κάνεις είναι να χορεύεις, πήγαινε στη σχολή χορού”. Ήρθα, με πήρανε, έκατσα ενάμιση χρόνο και μετά έφυγα. Πήγα στο εξωτερικό. Ήταν λίγο πολύ απρόσμενο, δεν είναι ότι είχα όνειρο, δεν είναι ότι από παιδάκι ήθελα να γίνω χορευτής. Δεν ήξερα καν ότι υπάρχει επάγγελμα χορευτής, τότε, χωρίς internet, φαντάσου απομονωμένος σε ένα χωριό.

– Στο χωριό δεν σου έλεγε κανείς ότι αυτά δεν γίνονται, το αντίθετο, σε ενθάρρυναν οι φίλοι σου.

Όχι, γιατί ευτυχώς στη ζωή μου είχα την ευλογία να είμαι γύρω με ανθρώπους που με αγαπάνε. και αν μη τι άλλο να σου πω και με θαύμαζαν κιόλας, για αυτό που γινόταν τότε – που δεν είχα εγώ ιδέα – αλλά έχω δει κάποια βίντεο που έχουν κυκλοφορήσει παλιά, κάτι βιντεοκασέτες, κάτι πάρτυ…  είναι μαγικό, σε μία επαρχία κλειστή, να βλέπεις έναν άνθρωπο μες στην αφέλεια του να εκφράζεται όπως γουστάρει. Ήταν κάτι που αν ήμουν στη σημερινή εποχή δεν θα τό’ κανα, γιατί θα είχα πάρα πολλές αναφορές και θα φοβόμουν, ενώ τότε ήσουν τελείως στον κόσμο σου, δεν μ΄ ένοιαζε. Αυτό μ΄έσωσε κατά κάποιον τρόπο.

«Ο Μπολερό έχει ένα παλμό αρκετά κάθετο, μου έκανε μία αίσθηση ότι αυτό το πράγμα μπορεί πραγματικά να συνδεθεί και το δούλεψα και έχει γίνει αυτό που έχει γίνει».

– Πιστεύεις δηλαδή ότι σήμερα η πληροφορία που κυκλοφορεί…

…μπορεί να σε εμποδίσει, ναι! Ή μπορεί να σε βάλει σε στερεότυπα. Γιατί μπορεί  να πεις ότι “Α, αυτή η κατηγορία μ΄ αρέσει και θα είμαι μέρος αυτής της οικογένειας, και κουλ, επικοινωνώ με αυτό”. Ενώ εγω δεν είχα πρότυπο. Κάπως λίγο σάλεψα και έφτιαξα ένα πράγμα που ούτε εγώ καταλάβαινα. Αυτό δεν είναι απαραίτητα καλό για τον καθένα, αλλά εμένα σε καλό μου βγήκε. Νομίζω ότι στη σημερινή εποχή είναι λίγο είναι εύκολο να ανήκεις, ότι είσαι μέρος κάποιου συνόλου. Αλλά είναι πολύ δύσκολο ως μονάδα να κάνεις δικό σου χαρακτήρα αν δεν έχεις την τόλμη και μία τρέλα που είναι μέσα από τη γέννα σου.

– Μιλάς με παιδιά που τώρα ξεκινάνε στην Ελλάδα;

Κατά καιρούς ναι, έχω κάνει επίσης κάποια mentoring, ήμουν στα artworks του Νιάρχου, έχω κάνει  κάποια σεμινάρια, με έχουν καλέσει για να μιλήσω με νέους δημιουργούς, δηλαδή έχω επαφή με τα νέα τα παιδιά και όταν μπορώ να δώσω – όχι συμβουλές, γιατί δεν δίνω συμβουλές – να κάνω μία κουβέντα για να πάρουν αυτοί ό,τι θέλουν, είναι πολύ ωραίο να τα κάνεις αυτά. δεν μπορώ να πω σε κάποιον κάνε αυτό, άλλος ήμουνα εγώ, άλλος είσαι εσύ, αλλά παρόλα αυτά μπορώ να δω λίγο λούπες, μπορώ να δω λίγο παθογένειας, ότι ξέρεις, δεν κάνεις σωστά focus. Από κει και πέρα κουβέντα κάνεις με τα νέα τα παιδιά., δεν μπορείς να κάνεις κάτι άλλο.

 

Διαβάστε ακόμα: Βαγγέλης Μπίκος. «Το μπαλέτο φέρνει το σώμα σε υπερτελειότητα!»

 

 

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top