«Η Βασιλόπιτα έρχεται, υποδέχεται τη νέα χρονιά, και μετά αποσύρεται στο ντουλαπάκι της μνήμης, περιμένοντας διακριτικά το πέρασμα του χρόνου». (Στη φωτογραφία: «Εύκολη Βασιλόπιτα» από τον Στέλιο Παρλιάρο. Πηγή: Sweet Alchemy by Stelios Parliaros).

Ορισμός: Παραδοσιακό, ελληνικό γλύκισμα, με βάση το αλεύρι, τη μαγιά, τα αβγά και τη ζάχαρη, που συνοδεύει –ανελλιπώς– τον εορτασμό τής Πρωτοχρονιάς.

Ευτράπελος ορισμός: Το μοναδικό γλύκισμα της Ιστορίας που κουβαλάει μέσα του προστιθέμενη αξία (μια και περιέχει πάντα φλουρί), αλλά δεν υπόκειται ποτέ σε ΦΠΑ.

Μοναξιά: Μολονότι σε παραλλαγές το συναντάμε συχνά, εντούτοις, με την επίσημη ενδυμασία και ονομασία εμφανίζεται μόνο μία φορά το χρόνο, όπως περίπου κάνει και η πασχαλινή μαγειρίτσα ή τα στολίδια του χριστουγεννιάτικου δέντρου.
Έρχεται, υποδέχεται τη νέα χρονιά, και μετά αποσύρεται στο ντουλαπάκι της μνήμης, περιμένοντας διακριτικά το πέρασμα του χρόνου.

Ιδιομορφία: Η βασιλόπιτα –δυστυχώς– σπανίως τρώγεται.
Συνήθως ανασκάπτεται μεθοδικά και, μόλις διαπιστωθεί ότι η εύνοια της τύχης δεν περιλαμβάνεται στα τοιχώματά της, εγκαταλείπεται σαν θρυμματισμένη ζύμη μέσα στο πιάτο.
Αν παρατηρήσουμε τη συλλογή των πιάτων με τις μη φαγωμένες βασιλόπιτες, το θέαμα είναι μελαγχολικό. Ακόμη κι αυτοί που επιχειρούν να τη γευθούν, σπάνια την εκτιμούν, γιατί στα χείλη μένει η επίγευση της ετήσιας ήττας.
Πραγματικά ένα γλυκό που εκτιμάται περισσότερο για την τύχη του παρά για τη γεύση του.

«Πραγματικά ένα γλυκό που εκτιμάται περισσότερο για την τύχη του παρά για τη γεύση του».

Το κόψιμο: Ιδιαίτερη ιεροτελεστία που λαμβάνει χώρα σε κοινωνική συνάθροιση (οικογενειακή, φιλική ή επίσημη) και στην οποία ο «τελετάρχης» μοιράζει νοερά τη βασιλόπιτα σε ομοιόμορφα κομμάτια με κινήσεις που υπολογίζουν το πάχος κάθε φέτας.
Το σταύρωμα της βασιλόπιτας με το μαχαίρι παίρνει έναν σχεδόν μεταφυσικό χαρακτήρα, καθώς, μετά, ονοματίζονται όλα τα κομμάτια: «του Χριστού», «του σπιτιού», κι ακολουθούν οι αναφορές των ονομάτων των παρόντων, αλλά –καμιά φορά– και αγαπημένων απόντων.
Αυτός που κόβει και μοιράζει την πίτα, είναι οιονεί συμβολαιογράφος που ανακοινώνει την κληροδοτούμενη εύνοια της τύχης στους παρισταμένους, μοιράζοντας ταυτοχρόνως την περιουσία τής «πλούσιας γεύσης» σε ίσα μερίδια.

Αριστερά: «Η βασιλόπιτα κρατά πάντα στα ‘‘σπλάχνα’’ της κάτι απ’ την ευθύβολη ματιά του δημοτικού τραγουδιού και τον cult χαρακτήρα μιας παράδοσης που πλάθεται με τα χέρια». (Νικόλαος Γύζης, «Επιτραπέζιο με τούρτα», Εθνική Πινακοθήκη). Δεξιά: «Οι ‘‘Πένες σε μελάνι» μοιάζουν με μικρές γαστρονομικές δοκιμές γύρω από υλικά, φαγητά, αλλά και συναισθήματα» διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου.

Αρίθμηση: Συνήθως η βασιλόπιτα έχει στην επιφάνειά της, με μαστοριά χεριού, ανάγλυφο τον αριθμό της νέας χρονιάς και, για να κάνει στους συνδαιτυμόνες γλυκιά τη συνειδητοποίηση ότι ένας ακόμα χρόνος πέρασε, η υπόλοιπη επιφάνεια είναι, συχνά, πασπαλισμένη με ζάχαρη άχνη.
Το ότι ο αριθμός της χρονολογίας σύντομα κατατεμαχίζεται, πρέπει μάλλον να ερμηνευτεί ως εξορκισμός.

Η γεύση της: Μια (καλή) βασιλόπιτα, πέρα από τη ροδοκοκκινισμένη, γυαλιστερή όψη της, έχει αυτή την πλούσια υφή στο στόμα, κάτι σαν μαλακή τραγανότητα, κι αφήνει την ανάμνηση του μαστιχωμένου αλευριού, με την ερεθιστικότητα των αβγών και τη σαγήνη της –ήπιας– ζάχαρης. Επίγευση από το πορτοκάλι, τη μαστίχα ή το μαχλέπι (αν είναι Κωνσταντινουπολίτικη). Διακριτή, επίσης, η επίγευση του χρόνου.

 Απωθημένη ηδονή: Να βουτάς την άκρη του κομματιού σου σε άγλυκο, καυτό τσάι.

 Δημιουργία: Όλα τα εδέσματα κωδικοποιούνται από τους απλούς ανθρώπους, αλλά εξελίσσονται από τους μεγάλους μαγείρους· η βασιλόπιτα, ποτέ.
Αν και οι επώνυμοι σεφ μας την περιλαμβάνουν (αναγκαστικά) στις συνταγές τους, η αέναη δημιουργία αφιερώνεται στις ανώνυμες νοικοκυρές. Έτσι κρατά πάντα στα «σπλάχνα» της κάτι απ’ την ευθύβολη ματιά του δημοτικού τραγουδιού και τον cult χαρακτήρα μιας παράδοσης που πλάθεται με τα χέρια.

«Το φαγητό μάς μεγαλώνει. Η βασιλόπιτα γλυκά μάς γερνά».

Μνήμες: Βασιλόπιτα: γλυκιά γεύση οικείου παρελθόντος που ανθίσταται και μας παρηγορεί για το άγνωστο ζοφερό μέλλον. Αυτονόητη γεύση τής συνήθειας που μας ξαναβάζει, εκόντες-άκοντες, σε παιδικά δωμάτια, σε ενιαίους χώρους όπου ξαναβρίσκονται μακρινοί φίλοι, που μας νηπιαγωγεί σε καθρέφτες ευτυχίας, εκεί όπου ξαναγυρίζουν κάθε Πρωτοχρονιά γύρω απ’ το τζάκι σκόρπιες λέξεις του Παπαδιαμάντη:
«Χάσιμο του φεγγαριού. Ολίγα άστρα έλαμπον άνω, εντός άχνης, ως κοσμήματα εις πέπλον χηρείας και τα χιόνια κάτω αντέλαμπον εις την αστροφεγγιάν».

Ηθικό δίδαγμα: Το φαγητό μάς μεγαλώνει. Η βασιλόπιτα γλυκά μάς γερνά.

 

// Από το βιβλίο του Απίκιου (Γιάννη Ευσταθιάδη)  «Πένες σε μελάνι», Εκδόσεις Μελάνι, 2005. Περιλαμβάνεται και στη συγκεντρωτική έκδοση «Απίκιος, «Άπαντα», Εκδόσεις Μελάνι, 2008.)

 

 

Διαβάστε ακόμα: Οι ποιητές μας για την Πρωτοχρονιά.

 

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top