Η παρουσίαση του έργου από την Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ ήταν έτσι εξόχως ευπρόσδεκτη, και από πλευράς ρεπερτορίου, αλλά και ως επιτυχημένη παράσταση.

Μάταια θα πρέπει ο ακροατής να αναζητήσει κάποιο συμβολισμό ή κάποια βαθύτερη ερμηνεία στον Πάπα, το επίμαχο… πρόσωπο του Θέλω να δω τον Πάπα πέραν από το ίδιο το παράλογο του πράγματος. Η κλασική οπερέτα του Θεόφραστου Σακελλαρίδη χτίζεται γύρω από την επιθυμία της νεόνυμφης Άννας να δει τον Πάπα της Ρώμης και στην άρνηση του συζύγου της Αδριανού να ικανοποιήσει – ή έστω να προσπαθήσει να ικανοποιήσει – την επιθυμία της, την οποία απορρίπτει διαρρήδην ως παράλογη.

Αλίμονο. Πόση γκρίνια θα γλίτωνε ο σύζυγος εάν απαντούσε: Φυσικά, αγάπη μου, και πήγαιναν πρωί-πρωί στο Βατικανό για να εισπράξουν ποιος ξέρει ποια απάντηση, αλλά κατά πάσα πιθανότητα αφήνοντας την οργή της συζύγου να ξεσπάσει σε κάποιον ελβετό φρουρό και όχι στον ίδιο.

Το τιτλώνυμο τραγούδι Θέλω να δω τον Πάπα νωρίς αυτονομήθηκε για να λάβει θέση στο ευρύτερο ρεπερτόριο του ελληνικού τραγουδιού.

Εν πάσει περιπτώσει, η κάπως ορμονική επιθυμία της Άννας οδηγεί σε έναν «πόλεμο των φύλων» που διχάζει ολόκληρη την ευρύτερη οικογένεια και λήγει με την συμφιλίωση, η οποία επέρχεται έπειτα από τον δαμασμό των γυναικών – συζυγου και πεθεράς. Πέραν από την νοσταλγία για μία χρυσή εποχή (αφού η ελληνική μπελ επόκ κατά κάποιον τρόπο παρατάθηκε μέχρι τον Σεπτέμβριο του ‘22) οπότε κάτι τέτοιο ήταν ακόμα εφικτό στη ζωή και στο θέατρο, η οπερέτα είναι ένα από τα κλασικά έργα του είδους, με αστείους διαλόγους και ευμνημόνευτη μουσική. Το τιτλώνυμο τραγούδι Θέλω να δω τον Πάπα νωρίς αυτονομήθηκε για να λάβει θέση στο ευρύτερο ρεπερτόριο του ελληνικού τραγουδιού. Η παρουσίαση του έργου από την Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ ήταν έτσι εξόχως ευπρόσδεκτη, και από πλευράς ρεπερτορίου, αλλά και ως επιτυχημένη παράσταση.

Το εννεαμελές μουσικό σύνολο έπαιξε πολύ ωραία.

Καταρχήν, αναδεικνύεται η εξαιρετική ακουστική της αίθουσας, που είναι ιδανική για αυτό το είδος ρεπερτορίου και προσφέρεται για τους τραγουδιστές για να δείξουν την ικανότητά τους:  ελληνικοί υπέρτιτλοι δεν υπήρχαν, όμως όλοι τραγούδησαν με πάρα πολύ καλή άρθρωση και χωρίς δυσκολία να περάσουν τους στίχους καθαρά και στην πρόζα και μέσα από τη μουσική, ακόμα και στα σύνολα, ακόμα και τα χορωδιακά, τα οποία εξετέλεσαν εν χορώ οι πρωταγωνιστές, επτά (συν ένα) τον αριθμό.

Καλό τραγούδι και ηθοποιία άλλωστε χαρακτήρισε συνολικά την διανομή, που λειτούργησε και ως καλά δεμένη ομάδα. Πολύ γοητευτικός ο Αδριανός του  Νικόλα Μαραζιώτη και αναφανδόν κωμική προσέγγιση για την Άννα της Χρύσας Μαλιαμάνη – η οποία επιμελώς δεν συνδέει το τελικό ν του άρθρου με το αρχικό π του Πάπα και πολύ σωστά πράττει. Τι ωραία πεθερά η Τζούλια Σουγκλάκου (κυρία Λατρούδη), πάντοτε εξαιρετικός ο Βαγγέλης Μανιάτης (Λατρούδης), και εξαιρετική άνεση από τον τενόρο  Δημήτρη Σιγαλό (Βαρονάς), λαμπερή από κάθε άποψη η  Μαρισία Παπαλεξίου (Ρίτα). Απολαυστικός υπηρέτης Δημοσθένης ο Αντώνης Κυριακάκης (πεζός ρόλος), όπως και ο αρχιμουσικός  Νίκος Βασιλείου που στιγμιάια αφήνει το (νοερό) πόδιον της διεύθυνσης για να παρέμβει στη δράση ως βαθύφωνςος ενωμοτάρχης.

Η σκηνοθεσία είναι βατή με στοιχεία μπουρλέσκ (ίσως λίγο πιο πολλά απ ότι χρειάζεται), χωρίς να αναζητείται κάποια μεγάλη εμβάθυνση στους χαρακτήρες.

Είναι μία από τις πολλές ανατροπές που χαρακτηρίζουν την ευρηματική σκηνοθεσία της Νατάσας Τριανταφύλλη (δραματουργική επεξεργασία και διασκευή Έλενα Τριανταφυλλοπούλου, κινησιολογία Δήμητρα Μητροπούλου). Η σκηνοθεσία είναι βατή με στοιχεία μπουρλέσκ (ίσως λίγο πιο πολλά απ ότι χρειάζεται), χωρίς να αναζητείται κάποια μεγάλη εμβάθυνση στους χαρακτήρες. Οι ερμηνευτές γενικά παραμένουν την περισσότερη ώρα στη σκηνή.

Ενδεχομένως η παραγωγή θα μπορούσε να έχει εκμεταλλευτεί λίγο περισσότερο τεχνικές δυνατότητες του χώρου, τον οποίον χρησιμοποίησε ως ένα μη ενεργό κουτί, και ίσως οι συντελεστές θα μπορούσαν ίσως έστω μία φορά στη διάρκεια της παράστασης να αλλάζουν ρούχα. Η παράσταση κάπως θύμισε  το παλαιότερο project της  Όπερας της Βαλίτσας. Και η αλήθεια είναι ότι και μέ ένα ακόμα πιο ελαφρό σκηνικό θα μπορούσε ακόμα και να ταξιδέψεις σε μικρά θέατρα (σκηνικό και ενδυμασίες Τίνα Τζόκα). Καλοί φωτισμοί του Χρήστου Τζιόγκα.

Η παραγωγή θα μπορούσε να έχει εκμεταλλευτεί λίγο περισσότερο τεχνικές δυνατότητες του χώρου.

Σε αμιγώς τεχνικό επίπεδο, οι τραγουδιστές θα μπορούσαν να λένε τα ενακρτήριο τραγούδι λίγο πιο πίσω, γιατί για τους ακροατές της πρώτης σειράς ο ήχος δεν προλαβαίνει να ομογενοποιηθεί.

Το εννεαμελές μουσικό σύνολο έπαιξε πολύ ωραία (αποκατάσταση ενορχήστρωσης και προσαρμογή για μικρό σύνολο Γιάννης Μπελώνης), θα μπορούσε ενδεχομένως να είναι λίγο μεγαλύτερο, για λίγο πλουσιότερο ήχο στα έγχορδα, περισσότερα κρουστά και ίσως κάποια μεγαλύτερη ηχοχρωματική ποικιλία στα πνευστά. Σε αμιγώς τεχνικό επίπεδο, οι τραγουδιστές θα μπορούσαν να λένε τα ενακρτήριο τραγούδι λίγο πιο πίσω, γιατί για τους ακροατές της πρώτης σειράς ο ήχος δεν προλαβαίνει να ομογενοποιηθεί.

Το φινάλε κρύβει και μια τελευταία έκπληξη, που στην αρχή φαίνεται να λειτουργεί, όμως η τονική μουσική είναι έτσι φτιαγμένη ώστε η καταληκτική συγχορδία να αποτελεί και τον τελευταίο λόγο μιας παράστασης. Αναγκαστικά ο μακρύς επίλογος που την ακολούθησε ήταν κάτι παραπάνω από περιττός. Μόνο ίσως κάτι πάρα πολύ σύντομο και πολύ πνευματώδες θα μπορούσε να μην αποδομήσει το κατά τα άλλα ευφορικό τέλος.

Το φινάλε κρύβει και μια τελευταία έκπληξη, που στην αρχή φαίνεται να λειτουργεί.

Ιδανικά θα περίμενε κανείς κάτι αντίστοιχο με την υποδοχή πριν την παράσταση, κατά την οποία οι ερμηνευτές μας καλωσόρισαν με το ποτήρι στο χέρι, σαν προσκεκλημένους σε δεξίωση ή στο μυστήριο (εκείνη την εποχή στην Αθήνα οι γάμοι συχνά γίνονταν στο σπίτι), με πλατύ χαμόγελο και ποτήρι στο χέρι (το ξαναείπα). Τους δημοσιογράφους και μουσικούς κριτικούς τους προσεφώνησαν και με το ονοματεπώνυμο: Καλώς ήλθατε κ. Κιουσόπουλε, του γαμπρού είστε ή της νύφης;

Δεν πρόλαβα καν να ευχηθώ και να ψελίσω με τη σειρά μου «Α, έχει σαμπάνια; Ποτό της υποδοχής…» και με ανέλαβε η ταξιθεσία για τα περαιτέρω. Και τα δικά τους ποτήρια, άλλωστε, τα είδα καλύτερα, πλαστικά και άδεια ήταν. Αλίμονο, πόσο ψεύτης και απατηλός είναι ο κόσμος του θεάματος.

 

Διαβάστε ακόμα: Ίλυα Σμούκλερ. «Αγαπώ τον Ιάννη Ξενάκη, τον Δημήτρη Μητρόπουλο και τη Μαρία Κάλλας».

 

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top