
Ο Όστιν Μπάτλερ είναι ο ένας και μόνος πρωταγωνιστής στην ταινία. Λάθος. Είναι μαζί με τον γάτο οι δύο πρωταγωνιστές, οι μόνοι μη αναλώσιμοι.
Στο κομμάτι της κριτικής ταινιών (κάτι που με τίποτα δεν κάνω εδώ, δεν κριτικάρω, απλώς μοιράζομαι σκέψεις πάνω σε ταινίες), υπάρχει αυτή η κουβέντα γύρω από τη χρήση των αστεριών και κατά πόσο δείχνουν κάτι. Για αρκετούς είναι τεμπέλικη επιλογή, για άλλους πολύ ενδεικτική, κάνει μετρήσιμο και ποσοτικό κάτι που περιγράφει ο κριτικός με λέξεις, ώστε να το κατανοήσει καλύτερα ο αναγνώστης. Εξάλλου, συχνά οι κριτικοί καταφεύγουν σε βερμπαλισμούς και ιντερλεκτουέλ ατάκες για να εντυπωσιάσουν, ώστε δεν τους καταλαβαίνει κανείς. Τα αστεράκια έρχονται να ερμηνεύσουν τις δυσνόητες φράσεις τους. Στην περίπτωση του Caught Stealing του Ντάρεν Αρονόφσκι, θα έπρεπε πρώτα να ξεκινήσω από τα λόγια και μετά να βάλω αστεράκια στην ταινία. Θα το πάω όμως λίγο ανάποδα, για την οικονομία της κουβέντας.
Όσο παρακολουθούσα την ταινία, από ένα σημείο και μετά έλεγα πως θα ποσοτικοποιήσω την άποψή μου στα 2-2.5 αστέρια. Το έξτρα μισό θα το έβαζα για την ακαταμάχητη σαγήνη της Ζόε Κράβιτς που, αν και δεν είναι αυτό που θα λέγαμε sex symbol, έχει τον τρόπο να ανεβάζει την αύρα της προς τα πολύ πάνω και να γίνεται σφόδρα γοητευτική.
Όσο όμως η ταινία προχωρούσε από ένα συγκεκριμένο σημείο και μετά, που με ξάφνιασε αρκετά γιατί δεν περίμενα να γίνει τόσο γρήγορα (θα καταλάβετε ποιο εννοώ μόλις δείτε την ταινία), ανέβαινε και η «τεμπέλικη βαθμολογία» μου. Όταν τελείωσε, είχα φτάσει στα 3.5 αστέρια και, αν είχα δει σε καλύτερη διάθεση την ταινία στο σινεμά και όχι στη δημοσιογραφική προβολή, ίσως να της έβαζα και 4. Βασικά, όσο το επεξεργάζομαι, δε βλέπω λόγο να μην προσθέσω ακόμα μισό αστεράκι.
Να είμαι ειλικρινής, δεν περίμενα ότι η ταινία αυτή του Αρονόφσκι θα μου αρέσει τόσο. Κάτι ότι δεν έχω ακόμα «χωνέψει» υποκριτικά τον Όστιν Μπάτλερ, κάτι ότι δε φαινόταν να έχει κάποια κομμάτια νταρκίλας όπως το The Whale με τον Φρέιζερ πριν μια τριετία ή το Mother του 2017, στοιχεία που με έλκουν αρκετά, είχα μια προδιάθεση πως θα βαρεθώ ή θα τη δω απλά για να τη δω. Ίσως αυτή η προδιάθεση να βοήθησε για να μου αρέσει περισσότερο η ταινία.

Φοβερές περσόνες οι δύο Εβραίοι που υποδύονται ο Λιβ Σράιμπερ κι ο Βίνσεντ Ντ’ Ονόφριο.
Η πλοκή της ταινίας
Στο Caught Stealing πρωταγωνιστής είναι ο Χανκ Τόμπσον, ένας πολύ ωραίος νέος, ο οποίος έχει αφήσει την Καλιφόρνια και έχει πάει να ζήσει στη Νέα Υόρκη για να μη σκέφτεται τόσο πολύ κάτι τραυματικό που έγινε στο παρελθόν του. Αυτό το ανακαλύπτουμε αρκετά πιο μετά στην ταινία. Μέχρι την ανακάλυψη, το μόνο που μαθαίνουμε για τον Χανκ είναι ότι παρακολουθεί φανατικά μπέιζμπολ και το συζητά με τη μαμά του στο τηλέφωνο, κυρίως για τους αγώνες των Τζάιαντς που είναι η ομάδα τους, συν ότι έχει έναν επαναλαμβανόμενο εφιάλτη.
Ο Χανκ δουλεύει σε ένα μπαρ στη μπάρα και ένα βράδυ τον επισκέπτεται η Ιβόν, μια νοσοκόμα με την οποία έχουν ένα ερωτικό συναπάντημα, χωρίς όμως να φαίνεται ως κάτι παραπάνω από συνεχόμενες ξεπέτες. Αν και η Ιβόν θέλει να δεθεί. Ο Χανκ όμως δεν το έχει καν αναζητήσει. Καθώς πάνε σπίτι του για το booty call, τους περιμένει ο φίλος του Χανκ, ο Ρας, για να του αφήσει τη γάτα του, καθώς εκείνος φεύγει για να πάει στο Λονδίνο που είναι ετοιμοθάνατος ο πατέρας του. Από την επόμενη ημέρα θα αρχίσει να ξετυλίγεται το κουβάρι του τρόμου για τον Χανκ.

Η Ζόε Κράβιτζ δείχνει σε όλο το μεγαλείο του τον ερωτισμό της σε αυτόν τον ρόλο.
Ο Ρας είχε μπλέξει με διάφορες συμμορίες και μαφίες στη Νέα Υόρκη και για να μη τον σκοτώσουν, τους έκανε το βαποράκι. Φεύγοντας έτσι βιαστικά, δεν πρόλαβε να τους ενημερώσει για το που έχει έναν σάκο με χρήματα που έπρεπε να μοιραστούν σε 2 μεριές, με αποτέλεσμα να τον ψάχνουν στην πολυκατοικία του Χανκ. Και, τελικά, ο Χανκ να είναι αυτός που μπλέκει και που καλείται να τους βρει τα λεφτά για να μη σκοτώσουν αυτόν ή κάποιον άλλο που αγαπά.
Πρώτα, τον επισκέπτονται δύο Ρώσοι, ένας πανύψηλος κι ένας που μοιάζει με το mini me από τις ταινίες Όστιν Πάουερς. Όσο μίνι κι αν είναι, τόση δύναμη έχει και καθώς δέρνει τον Χανκ, του διαλύει το νεφρό, με αποτέλεσμα να καταλήξει στο νοσοκομείο της Ιβόν. Εκεί, μπαίνει κι αυτή στο κάδρο των μαφιόζων. Εκτός από τους Ουκρανούς, υπάρχουν και δύο αδέλφια Χασιδιστών Εβραίων, οι οποίοι είναι ακόμα πιο βάρβαροι. Και κυνηγούν επίσης τον Χανκ. Η αστυνομικός Ρόμαν τείνει χείρα βοηθείας στον Χανκ, όμως, όταν εκείνος αποφασίζει να της πει τι έχει συμβεί και πως έχει μπλέξει άθελά του, τα πράγματα έχουν πάρει μια πολύ άσχημη τροπή.

Ο hard-punk Ματ Σμιθ στον ρόλο του Ρας, εμφανίζεται στην αρχική σεκάνς, εξαφανίζεται και εμφανίζεται ξανά όταν τα πράγματα έχουν πάρει έναν θεόστραβο δρόμο.
Like παθιάρικο για την ταινία
Μέχρι εδώ για τα της πλοκής, διότι οτιδήποτε άλλο γράψω, θα προδώσει κάτι από τα όσα συμβαίνουν στην ταινία. Και είναι απολαυστικό να βλέπω ως θεατής την κάθε επόμενη σκηνή της. Όσο εξελίσσεται, τόσο γίνεται καλύτερη. Το σενάριο του Τσάρλι Χιούστον είναι η πιο δυνατή βάση για να μπορέσει ο Αρονόφσκι να δέσει τα στοιχεία και να δημιουργήσει τις δικές του «οπτικές ομοιοκαταληξίες», να κάνει δηλαδή την ένωση ανάμεσα στο παρελθόν του Χανκ και στις παροντικές του πράξεις. Διότι αν δεν είχε αυτό το τραύμα του παρελθόντος, ίσως να είχε δράσει διαφορετικά, σίγουρα θα είχε δράσει διαφορετικά και θα είχε προλάβει τουλάχιστον έναν θάνατο, ου μην και περισσότερους.
Για την ακρίβεια, δε θα είχε τόση εξάρτηση από το αλκοόλ, οπότε όταν έβρισκε αυτό που αναζητούν οι μαφιόζοι, θα τους το είχε δώσει και θα είχαν τελειώσει για εκείνον όλα εκεί. Όμως, βλέπουμε εδώ πως κάτι που αυτόνομα είναι φαινομενικά άσχετο, διαμορφώνει τις συνθήκες για να συμβούν κάποια πράγματα. Όπως ανιχνεύω εγώ το αποτύπωμα της ταινίας μέσα μου, καταλήγω πως είναι μια από τις πιο χαρακτηριστικές για το πώς δυσκολευόμαστε να αντιληφθούμε το δάσος, είμαστε μαθημένοι να βλέπουμε το δέντρο, έρχεται όμως μια στιγμή, a posteriori, που κατανοούμε τον τρόπο που λειτουργούν τα πράγματα. Και πως τίποτα δε μπορεί να απαγκιστρωθεί από το προηγηθέν.

Η Ρετζίνα Κινγκ ανακρίνει τον Όστιν Μπάτλερ για τα ναρκωτικά του φίλου του του Ματ Σμιθ.
Όστιν Μπάτλερ και Ζόε Κράβιτζ είναι πολύ καλοί στις ερμηνείες τους, αλλά η ταινία αποκτά εύρος και βάθος χάρη στους γύρω γύρω, δηλαδή τη Ρετζίνα Κινγκ στον ρόλο της αστυνομικού, τον Βίνσεντ Ντ’ Ονόφριο και τον Λιβ Σράιμπερ στους ρόλους των δύο Εβραίων, του Ματ Σμιθ στον ρόλο του Ρας και του Νικίτα Κουκούσκιν ως ενάς εκ των δύο Ουκρανών, ο mini me που ανέφερα. Α, να μην ξεχάσω και τον γάτο, τον Μπαντ, που από ένα σημείο και μετά έγινε το βασικότερο ενδιαφέρον μου στην ταινία. Όταν τον κλωτσούσαν ή του τραυμάτισαν το πόδι ή τον άφησε ο Χανκ μόνο σε ένα αυτοκίνητο μπροστά σε ένα κλαμπ που είχε γίνει έκρηξη, με έπιανε ένα σφίξιμο.
Ακόμα κι αυτό το στοιχείο, ο γάτος, που και για τον ίδιο τον Χανκ έγινε αποστολή σωτηρίας και προστασίας, διαμόρφωσε χώρο μέσα μου για να υποδεχθώ αλλιώς το Caught Stealing.
Για να μη γίνω άλλο κουραστικός, την ταινία τη θεωρώ απολαυστική από ένα σημείο και μετά, μου αρέσει που ο Αρονόφσκι δεν κολλά σε «κεντρικούς ρόλους» πλην ενός, βρήκα ευφυέστατες και ευρηματικότατες κάποιες μικρές λεπτομέρειες στο σενάριο και στο πώς τις χειρίστηκε σκηνοθετικά ο Ντάρεν με αποτέλεσμα να προσδώσουν στην αφήγηση, οπότε το μόνο που μου μένει να πω είναι: ΝΑ ΠΑΤΕ ΝΑ ΤΗ ΔΕΙΤΕ.
Διαβάστε ακόμη: Μια από τις πιο απολαυστικές κωμωδίες της χρονιάς




