
«Το My Fierce Ignorant Step είναι μία αντίδραση στην σημερινή πραγματικότητα» (φωτογραφία: Pineloni Gerasimou).
Ο χορογράφος Χρήστος Παπαδόπουλος μιλάει πάντοτε με ενθουσιασμό για το ξεκίνημα της ζωής του στη Νεμέα. Στο My Fierce Ignorant Step, το νέο έργο του που κάνει μεθαύριο (8/5) πρεμιέρα στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, αναζητά κάτι από αυτόν τον νεανικό ενθουσιασμό. Η ομάδα των χορευτών του θα γίνει ένα πληθυντικό σώμα που πάλλεται επί σκηνής, πορεύεται με τα μάτια ορθάνοιχτα προς τα εμπρός, η ανάσα του γίνεται φωνή και οδηγεί τα βήματα: πότε μεγάλα, πότε μικρά, πάντα σταθερά και αποφασιστικά, σχεδόν ξένοιαστα. Λίγο πριν την πρεμιέρα, ο χορογράφος μάς μίλησε για αυτή τη νέα δουλειά του και την πορεία που τον οδήγησε σε αυτή.
– My Fierce Ignorant Step : το πρώτο πράγμα που θα ήθελα να ρωτήσω, είναι τι πρέπει να καταλάβουμε από τον τίτλο;
Δεν θα σας εξηγήσω τον τίτλο, θα σας εξηγήσω την ιδέα. Και η ιδέα είναι πολύ απλή: είναι μία αντίδραση στην σημερινή πραγματικότητα. Τα τελευταία χρόνια νιώθω ότι βομβαρδιζόμαστε, ότι περιβαλλόμαστε από μια τόσο άσχημη πραγματικότητα, ότι είναι τα πάντα τόσο ζοφερά και τόσο απαισιόδοξα, με την πολιτική κατάσταση, με τους πολέμους, τη διαφθορά, με όλα αυτά… Νιώθω ότι συναντάω φίλους μου, μιλάμε, και ότι είμαστε τόσο λυπημένοι, τόσο απογοητευμένοι. Είναι τόσο ανέλπιδο αυτό που ζούμε, όχι μόνο για την Ελλάδα, για τη διεθνή πραγματικότητα, που ενώ εγώ γενικά είμαι ένας αισιόδοξος άνθρωπος, νιώθω τα τελευταία χρόνια (επειδή μεγαλώνουμε κιόλας), ότι έχω χάσει τη χαρά μου, έχω χάσει το κέφι μου, την αισιοδοξία μου, την ελπίδα μου.
– Όμως ο τίτλος εκπέμπει δυναμισμό, αισιοδοξία.
Μέσα σε αυτή τη συνθήκη άρχισα να σκέφτομαι την εφηβική μου εκείνη εποχή που ήμουν στην Νεμέα και όλη η ζωή μου ήταν μπροστά, και είχα αυτή την ατίθαση ελπίδα ότι θα τα καταφέρουμε και ότι θα μπορέσουμε να φτιάξουμε αυτόν τον κόσμο και τίποτα δεν θα μας σταματήσει – όχι αγνοώντας ακριβώς της δυσκολίες, αλλά πιστεύοντας ακράδαντα ότι όλες αυτές τις δυσκολίες θα τις νικήσουμε. Οπότε είναι σαν αυτόν τον καιρό να ξαναθέλω πεισματικά να επισκεφτώ εκείνη τη γλυκιά εποχή που είχε πίστη κι ελπίδα. Αυτό το έργο είναι μία απάντηση με ένα τρόπο για μένα στην καθημερινότητα και σε αυτό που ζούμε στο σήμερα. Και είναι μια απάντηση προσπαθώντας να ξαναεπισκεφθούμε για λίγο, να ξαναεπισκεφτώ και να θυμηθώ εκείνη την άσβεστη και γλυκιά ελπίδα, ότι η ζωή είναι ωραία.

«Πάνω που θα άρχιζα να αισθάνομαι τον περιορισμό στη Νεμέα, έφυγα» (φωτογραφία: Pineloni Gerasimou).
– Πότε γεννήθηκες;
Το ‘76
– Οπότε μιλάμε για τη χαρά των 80’ς
Ακριβώς, ακριβώς, ακριβώς…
– Δεν αισθανόσουν περιορισμό στη Νεμέα, στην ελληνική επαρχία;
Όχι, γιατί ήμουν ένα παιδί, οπότε γι΄ αυτό είπα πριν ότι ήρθα στην Αθήνα την κατάλληλη περίοδο. Πάνω που θα άρχιζα να αισθάνομαι τον περιορισμό, έφυγα.
– Μου είπες ότι στη Νεμέα είχες μια ευτυχισμένη παιδική ηλικία.
Ναι, αυτό το συνδυάζω περισσότερο με αυτή την παιδική και εφηβική ελευθερία, τη φύση, την περιπλάνηση, οπότε εξού και ο τίτλος. Ο τίτλος μιλάει για ένα βήμα, για ένα βηματισμό και είναι fierce με την έννοια του ατίθασου και του άγριου και του δυνατού, και το ignorant, με ένα τρόπο είναι η προσπάθεια να βάλω σε μία λέξη αυτή την αφέλεια της εφηβείας, που βέβαια δεν είναι ακριβώς αφέλεια, γιατί είναι εύκολο να σκέφτομαι σαν νεανική αφέλεια αυτή την αισοδοξία. Νομίζω ότι αυτή η αίσοδοξία είναι και ήταν αληθινή, και είναι πηγή επαναφόρτισης όλης μας της ζωής της επόμενης, οπότε δεν ήταν καθόλου ψεύτικη ή αφελής.
– Πρόσφατα πήρες ένα μεγάλο βραβείο, το Rose International Dance Prize, απότο Sadler’s Well. Αυτό σε κάνει λίγο αισιόδοξο;
Με κάνει αισιόδοξο ότι σε μία συνθήκη όπου παγκοσμίως η υποστήριξη στην τέχνη μειώνεται, δηλαδή Γαλλία, Βέλγιο, Αμερική έχουν τεράστιες περικοπές στα κονδυλιά τους, ότι σε μία συνθήκη σαν αυτή δημιουργείται αυτή τη στιγμή ένα τέτοιο βραβείο που δίνει τέτοια ορατότητα στο χορό. Mε έναν τρόπο είναι το πρώτο βραβείο χορού που υπάρχει στον κόσμο σε αυτό το βεληνεκές, και έρχεται σε μία περίοδο σαν αυτή να δώσει σημασία και να στρέψει το βλέμμα πίσω στον χορό. Οπότε είμαι χαρούμενος που δημουργήθηκε ένα τέτοιo βραβείο και εννοείται είμαι χαρούμενος που το πήραμε, που ήταν κάπως ανέλπτιδο, γιατί δεν το περιμέναμε.

«Με ενδιαφέρει περισσότερο η φαντασία που κρύβεται πίσω από την κίνηση» (φωτογραφία: Pineloni Gerasimou).
– Eίναι εντυπωσιακό στο βίντεο της ανακοίνωσης ότι και οι ανθυποψήφιοι μοιάζουν εξίσου ενθουσιασμένοι με το αποτέλεσμα με εσάς.
Ήταν μια μικρή γιορτή για όλους μας εκεί. Πριν δύο χρόνια είχα λάβει ένα email ότι είμαστε στους προτεινόμενους 50 (ήταν 50 παραστάσεις από όλο τον κόσμο) και ξέραμε ότι οι τέσσερις που θα είναι στη short list θα κάνουμε live παραστάσεις στο Λονδίνο, οπότε ήδη ήμασταν χαρούμενοι, ήδη με έναν τρόπο ήμασταν όλοι πλήρεις.
– Σε σχέση με τις με την προηγούμενη δουλειά σου, αυτή που βραβεύτηκε. και τις προηγούμενες σου, με αυτό που θα κάνεις τώρα τη συνεχίζεις, εξελίσσεις, αλλάζεις;
Ε βέβαια, πάντα αλλάζεις και πάντα εξελίσσεις και πάντα σκάβεις. Σκάψε – στο σκάψιμο είναι. Αυτό είναι αρκετά διαφορετικό, γιατί στην προσπάθεια μου να καταλάβω ποιο είναι το κινητικό υλικό που μπορεί να έχει αυτή τη φόρα και αυτή την ενέργεια, και να αντανακλάει τη σκέψη ότι αυτοί οι άνθρωποι πάνω στη σκηνή δεν είναι πλάσματα, όπως στην προηγούμενη δουλειά μου, στο Larsen C, που είναι ένας φανταστικός κόσμος και είναι τα πλάσματα που ανήκουν σε αυτόν τον κόσμο. Σε αυτή τη δουλειά είναι άνθρωποι σαν το κοινό, εμείς, εγώ κι εσύ, που έχουν έρθει να μας αφηγηθούν κάτι. Οπότε έψαχνα ένα υλικό που είναι πιο παρόν, πιο δυναμικό, πιο γειωμένο, έψαχνα αυτό το θεμελιακό βήμα πάνω στο οποίο θα χτίσω όλο το υλικό.
– Μιλάμε για τη φόρα, την ορμή της εφηβείας.
Και σκεπτόμενος ότι η φόρα είναι πιο σημαντική από το υλικό αυτό καθεαυτό. Πώς δηλαδή προσπαθώ να βρω αυτή τη νεανική φόρα, όπως είναι μία αυτόματη γραφή, που αρχίζεις και γράφεις και η ταχύτητα είναι πιο σημαντικό κλειδί για να σου ξεκλειδώσει αυτό που θες να γράψεις, παρά αυτό που γράφεις πραγματικά, ο τρόπος που το έχω δομήσει είναι ότι τώρα δεν βασίζεται η δουλειά μου τόσο στην επανάληψη, που συνήθως βασίζεται, αλλά είναι ένα ανελέητα πυκνό και πληθωρικό υλικό, το οποίο διαρκώς εξελίσσεται και στην ουσία δεν υπάρχει καμία επανάληψη. Οπότε το προσεγγίζω από πολύ διαφορετική πλευρά.
– Έχω διαβάσει ότι σε ενδιαφέρει περισσότερο το πώς φτιάχνεται η κίνηση και λιγότερο το αποτέλεσμά της.
Όχι. Με ενδιαφέρει περισσότερο η φαντασία που κρύβεται πίσω από την κίνηση. Για αυτό και το κύριο στοιχείο που με ενδιαφέρει είναι το βλέμμα, πώς κοιτάμε το κοινό, πώς αναλύουμε, πώς μέσα από το βλέμμα μπορεί το κοινό να συνδεθεί με τη φαντασία μας. Δηλαδή ο τρόπος που δουλεύω είναι πιο θεατρικός, να καταλάβουμε τη συνθήκη, να καταλάβουμε ποιοι είμαστε, πώς συνδιαλεγόμαστε, τι θέλουμε από το κοινό, πώς το κοιτάμε, και μέσα από αυτό να καταλάβουμε ότι μέσα από τη φαντασία μας, η κίνηση είναι ένα φυσικό επακόλουθο. Οπότε πρώτα πρέπει να δω το βλέμμα και μετά την κίνηση να το υποστηρίζει, παρά ότι το σώμα και η κίνηση θα αφηγηθεί αυτό που μπορεί να αφηγηθεί.

«Ακόμα και η πιο αφαιρετική μορφή τέχνης δεν έχει την αφήγηση, όταν είναι πετυχημένη;» (φωτογραφία: Pineloni Gerasimou)
– Σε αυτή την παράσταση δουλεύεις και το ηχοτοπίο. Πώς το προσεγγίζεις;
Δημιουργείται ένα ηχοτοπίο με έναν πολύ απλό τρόπο. Απελευθερώνουμε την ανάσα. Προσπαθούσα να το βρω μέσα στις πρόβες. Καταλάβαινα ότι μέσα από τον χορό είναι σαν να βλέπω χορευτές πάνω στη σκηνή, και ήθελα να δω ολοκληρωμένους ανθρώπους, και όχι χορευτές. Οπότε αρχίσαμε να απελευθερώνουμε την ανάσα. Πώς η ανάσα μπορεί να αρχίσει να συνδέεται με την κίνηση με ένα πολύ οργανικό τρόπο, που σχεδόν μπορεί να δείξουμε ότι υπάρχει και σπασμός, υπάρχει και ανάσα. Πώς μπορεί να δημιουργήσουμε μία συνθετική συνθήκη, που η κίνηση και η ανάσα εκπορεύονται από το ίδιο κέντρο; Μέσα σε αυτή τη διαδικασία απελευθερώνεται η ανάσα τους και η φωνή και σιγά σιγά μέσα από την ανάσα και τη φωνή δημιουργούν ένα φωνητικό τοπίο.
– Θα υπάρχει παράλληλα και κάποια μουσική;
Θα υπάρχει μουσική και οι φωνές μαζί με την μουσική.
– Το εχεις ξανακάνει αυτό;
Όχι, όχι, πρώτη φορά, με πολλές αποτυχίες… φτάσαμε να τραγουδάμε, να λέμε στίχους, να φλερτάρουμε με το πώς μπορεί να δημιουργηθεί μία λέξη, αλλά όλα είναι σαν με έναν τρόπο περιττά και τεχνητά, έβλεπα πάντα την οδηγία του σκηνοθέτη παρά την οργανική εξέλιξη του συστήματος, οπότε έχουμε κρατήσει την ελάχιστη αυτή τοποθέτηση της φωνής, που κάπως με ενδιαφέρει.
– Επειδή τον σύγχρονο χορό τον σκεφτόμαστε πάρα πολύ με φορμαλισικούς όρους, εσύ περιγράφεις μία επιστροφή στην αφηγηματικότητα.
Ναι, αλλά άμα σκεφτούμε πραγματικά, τι δεν έχει αφηγηματικότητα; Ακόμα και η πιο αφαιρετική μορφή τέχνης δεν έχει την αφήγηση, όταν είναι πετυχημένη; Και μπορεί να είναι πολύ αφαιρετική, γιατί και σε μας δεν είναι ότι θα υπάρχει μια αφήγηση με αρχή μέση και τέλος, Ας πούμε βλέπεις χορογραφίες που είναι επίσης μια ωδή στην κίνηση και στον χορό, παρόλα αυτά υπάρχει αφήγηση μέσα, όταν αυτό λειτουργεί. Οπότε τα πάντα έχουν μια αφήγηση μέσα, δεν υπάρχει κάτι νομίζω χωρίς αφήγηση.
– Χορογράφοι και καλλιτέχνες που γενικά σε έχουν εμπνεύσει, που είναι σημεία αναφοράς – αν υπάρχουν.
Ολο το κύμα του μουσικού μινιμαλισμού με έχει επηρεάσει πάρα πολύ, ο τρόπος που ας πούμε ο Στηβ Ράιχ, ο Φίλιπ Γκλας θέτουν τα θέματά τους και τα εξελίσσουν, αυτή η οργανική σταδιακή εξέλιξη, που με ένα τρόπο δημιουργεί αυτή τη μορφή ύπνωσης στο κοινό, αλλά μέσα είναι ένα πολύπλοκο πλούσιο σύστημα, αυτό μού έχει δώσει πάρα πολλά στοιχεία. Επίσης σκηνοθέτες όπως ο Μπέλα Ταρ, που βασίζονται στην αρχή εξέλιξης του χρόνου και στο πώς μία σκηνή, που βασίζεται στην απλότητα και στο ελάχιστο, μπορεί να δημιουργήσει ένα κοινό το οποίο είναι πολύ πιο ενεργό, γιατί του δεν του πετάει πληροφορία, αλλά του προσφέρει μία περιοχή ανάγνωσης, οπότε νιώθω ότι βλέπω Μπέλα Ταρ και μου ζητείται εγώ να κάνω τη δουλειά.

«Ακόμα και η περίοδος της κρίσης νομίζω οδήγησε την καλλιτεχνική κοινότητα να είναι πολύ πιο καίρια στις επιλογές της» (φωτογραφία: Pineloni Gerasimou).
– Ειδικά στον χορό;
Eντάξει ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, έχουμε δουλέψει πάρα πολλά χρόνια μαζί, οπότε ο τρόπος, η εμπιστοσύνη στο απλό, η εμπιστοσύνη στη σκληρή δουλειά, στη λεπτομέρεια, όλα αυτά είναι στοιχεία που είναι μέσα στο dna μας πια, μετά από όλα αυτά τα χρόνια που δουλεύουμε μαζί. Αγαπημένη μου είναι και η Μάγκι Μαρέν.
– Με τον Παπαϊωάννου πώς έχεις συνεργαστεί;
Με τον Παπαίωάννου συνεργαστήκαμε για πρώτη φορά στους Ολυμπιακούς Αγώνες, εγώ τελείωνα τις σπουδές μου και μου έγινε πρόταση να είμαι μέρος της χορογραφικής ομάδας, οπότε αρχίζω να δουλεύω στην Ολυμπιάδα και μετά δουλέψαμε μαζί για το Δύο, το Πουθενά και το Μέσα. Ήταν αυτά κάποια χρόνια πολύ σημαντικά στη σφυρηλάτηση τηςκαλλιτεχνικής μας πορείας.
– Εσύ πιστεύεις ότι μέσα από αυτές τις συνεργασίες έχει δημιουργηθεί πλέον μία ελληνική σχολή ή ύφος χορού;
Όχι.. όχι… δεν νομίζω ότι υπάρχει μία αισθητική περιοχή, γιατί κάνουμε όλοι, δηλαδή ο Ευριπίδης ο Λασκαρίδης, εγώ, ο Δημήτρης (Παπαιωαννου), κάνουμε κάτι πολύ διαφορετικό. Νομίζω απλά ότι ήρθε μία εποχή που η ελληνική καλλιτεχνική κοινότητα ταξίδεψε, ήρθε το Φεστιβάλ (Αθηνών) με τον Λούκο, που είδαμε για πρώτη φορά φανταστικά πράγματα, και νομίζω ότι ήρθε μία άνθηση και μέσα από το φεστιβάλ και μέσα από την διεθνή πραγματικότητα, που με έναν τρόπο στράφηκαν και έδωσαν ενδιαφέρον στην ελληνική τέχνη από την κρίση και μετά, οπότε νομίζω όλοι αυτοί υπήρξαν παράγοντες που δώσαν μια ώθηση στην ελληνική χορευτική σκηνή.
– Η κρίση έπαιξε ρόλο;
Δεν τολμώ να το πω και πολύ ανοιχτά, αλλά ακόμα και η περίοδος της κρίσης νομίζω οδήγησε την καλλιτεχνική κοινότητα να είναι πολύ πιο καίρια στις επιλογές της. Δηλαδή το να κάνεις τη δουλειά σου σε μία τέτοια δύσκολη συνθήκη σήμαινε ότι θέλεις πάρα πολύ να την κάνεις, γιατί είναι τόσο δύσκολο, που πρέπει να θέλεις πάρα πολύ, οπότε νομίζω ότι συμπύκνωσε σε κάτι ουσιαστικό την καλλιτεχνική σκέψη εκείνης της περιόδου.
– Σε σχέση με την κρίση, θεωρεις ότι υπήρξε μία διακοπή, ότι η επόμενη γενιά που βλέπεις τώρα πλέον πολύ νεότερα παιδιά, έχουνε και αυτοί ευκαιρίες να δούνε πράγματα και να κάνουμε κάτι;
Νομίζω η νέα γενιά έχει πολλά περισσότερα περιθώριο να δει πράγματα, έχει το Ελληνικό Φεστιβάλ, έχουμε τη Στέγη, το Φεστιβάλ της Καλαμάτας, οπότε νομίζω είναι πιο εύκολο να δεις και να πάρεις πληροφορία. Παρόλα αυτά, σε σχέση με την υποστήριξη και σε σχέση με το πώς μπορεί να δημιουργηθεί μια υγιής συνηθήκη δημιουργίας, είμαστε πολύ μακριά. Είμαστε κάποιοι που έχουμε το δώρο να μας υποστηρίζει η Στέγη, εγώ έχω δημιουργήσει και ένα δίκτυο παγκόσμιο που τώρα υπάρχουν και κάποιοι συμπαραγωγοί που μας δίνουν κάποια χρήματα για τη δημιουργία του έργου, αλλά αυτό που κυρίως συμβαίνει από το κράτος είναι η παντελής έλλειψη υποστήριξης. Οπότε το να μπορείς να μπεις στο στούντιο και να μπορείς να πληρώσεις τους χορευτές σου, αυτό είναι ένα προνόμιο και μία πολυτέλεια που είναι σπάνια πια.

«Μέσα στα χρόνια ήρθαν και φύγανε κάποιοι άνθρωποι και άρχισαν να μένουν οι άνθρωποι που έπρεπε να μείνουν» (φωτογραφία: Pineloni Gerasimou).
– Ο ίδιος πώς πρωτοπήρες ερεθίσματα για τον χορό;
Εγώ τυχαία μπήκα σε όλο αυτό, τυχαία εννοώ ότι όλες οι αποφάσεις με έναν τρόπο ήρθαν μέσα από αυτή την εφηβική φορα, που λέγαμε. Δηλαδή μπήκα στην Πάντειο, μέσα από την Πάντειο μπήκα σε μια θεατρική ομάδα. Μικρός δεν είχα καμία σκέψη ότι θα γίνω καλλιτέχνης, καμία παιδική λαχτάρα. Απλώς ήρθε το θέατρο στη ζωή μου μετά σπούδασα στο Εθνικό και άρχισα να καταλαβαίνω ότι δεν είναι ακριβώς αυτό που θέλω να κάνω, και άρχισα μέσα από εκείνα τα χρόνια του Εθνικού να κάνω μαθήματα χορού με την Τίνα Παπανικολάου, με την Αγγελική Στελάτου και άρχισα να καταλαβαίνω ότι κάπως ο χορός είναι πιο κοντά μου. Και μια μέρα έτσι ξαφνικά σκέφτηκα θα πάω σε αυτή τη σχολή στο Άμστερνταμ που είχα ακούσει ότι είναι μία πολύ ωραία σχολή και έτσι και πήγα. οπότε ήταν περισσότερο δοκιμές έτσι που έφτασα στη ζωή μου και έλεγα θέλω να το δοκιμάσω παρά βεβαιότητες
– Το πτυχίο της Παντείου το πήρες;
Τέσσερα μαθήματα.
– Τα χρωστάς;
Ναι, από τα 64 έχω περάσει τα 60 και άφησα τέσσερα, δηλαδή είναι…
– Τώρα όμως μπορείς να γυρίσεις να το πάρεις;
Και να μπορούσα, νομίζω πια δεν μπορώ, τα βιβλία και αυτά που μπορούσα να διαβάσω δεν μπορώ να τα διαβάσω τώρα νομίζω. Άνοιξα κάποια στιγμή ένα κοινωνιολογικό βιβλίο και δεν μπορούσα να καταλάβω τίποτα, νομίζω το μυαλό μου έχει φυράνει, που λένε. (Γέλια)
– Εσύ έχεις μια ομάδα που δουλεύεις σταθερά μαζί της.
Λέω πόσο τυχερός είμαι που έχω αυτούς τους χορευτές που έχω, οι οποίοι είναι μια ομάδα συγκλονιστική, είμαστε μαζί σε όλη αυτή την πορεία.
– Αποτελείται από Έλληνες χορευτές;
Είναι η ελληνική ομάδα μου, και την παραγωγή που θα πάμε να παρουσιάσουμε σε άλλα μέρη θα είναι η ίδια ομάδα! Δέκα, έντεκα χρόνια που περιοδεύω σε όλο τον κόσμο, δεν υπάρχει Φεστιβάλ που δεν μου έχουν μιλήσει για αυτούς τους φανταστικούς χορευτές, που είναι αδιανόητα ταλαντούχοι. Χωρίς αυτούς δεν θα είχα εξελίξει έτσι τη δουλειά μου.
– Πώς έφτιαξες την ομάδα;
Μέσα στα χρόνια ήρθαν και φύγανε κάποιοι άνθρωποι και άρχισαν να μένουν οι άνθρωποι που έπρεπε να μείνουν, οπότε είμαι πολύ χαρούμενος και πολύ ευγνώμων, τους έχω και είναι φανταστικοί!
Διαβάστε ακόμα: Ένα ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ. Ποιοι ήταν οι άνθρωποι που «τσιμέντωσαν» την πόλη μας;




