
Με τα όσα είπε στην τελευταία του διδασκαλία, ο Λιαντίνης έμοιαζε να θέλει να καταθέσει ό,τι είχε και δεν είχε, να κλείσει τα βιβλία του και να φύγει από τη ζωή άδειος.
Ήταν το 1942 όταν γεννήθηκε ο Δημήτρης Λιαντίνης. Έζησε για 56 χρόνια ως ύλη και για 7 ακόμα ως υποψία ύλης. Και ζει για 21 χρόνια ως ιδέα, ως πνεύμα. Το γράφουμε αυτό διότι από το 1998, όταν και έδωσε τέλος στη ζωή του, ως το 2005, δεν είχε βρεθεί η σορός του και πίστευαν πολλοί πως είναι ακόμα ζωντανός. Τότε βρέθηκαν τα απομεινάρια της ύπαρξής του, επιβεβαιώθηκε ο θάνατός του και πέρασε στην αιωνιότητα.
Συχνά σκέφτομαι ότι αν μάθουν ποτέ στο Χόλιγουντ την ιστορία του, θα τρέξουν να τον κάνουν ταινία και κάποιος ηθοποιός θα δώσει την καλύτερη ερμηνεία της ζωής του και θα πάρει Όσκαρ. Έχει λειάνει όλο το έδαφος ο Λιαντίνης με τον τρόπο που έδωσε τέλος στη ζωή του, με όλη αυτή την ελεγεία και μυθολογία. Με τη στάση του λίγο πριν βάλει τέλος στη ζωή του, ειδικά με το γράμμα στην κόρη του και με τα όσα είπε στους φοιτητές του στο τελευταίο του μάθημα.
Δεν ήθελε να τους διδάξει κάτι από την ύλη. Τους ενημέρωσε για τις επερχόμενες εξετάσεις και τους είπε ότι τους έχει ήδη βαθμολογήσει, απλά για τα τυπικά ας πάνε να γράψουν. Και μετά, άφησε τα πρέπει στην άκρη και θέλησε να τους γεμίσε με ένα πολύτιμο δίδαγμα ζωής πριν συναντήσει τον θάνατό του.

«Να τη ζω τη ζωή, να τη ρουφάω, να τη χαίρομαι, όσο μπορώ πιο έντιμα. Γιατί λάθη θα κάνουμε όλοι, αγαπητοί μου φίλοι. Όσο μπορώ πιο έντιμα, πιο ηθικά, πιο ενάρετα, πιο όμορφα»
Λιαντίνης για μια τελευταία φορά
Ο Λιαντίνης άφησε υπονοούμενα σε εκείνη την αίθουσα για το τι σκόπευε να κάνει, που μόνο όμως κατόπιν θα μπορούσαν να αναγνωσθούν σωστά.
«Την βλέπω δεδομένη κι έρχεται η στιγμή του θανάτου μου. Δε βλέπετε με πόση κατάφαση σας μιλάω, και με πόση θέρμη, πόση δύναμη και με πόση αισιοδοξία; Γιατί συμφιλιώθηκα, το κατανόησα, το μελέτησα. Όλη μου η ζωή ήταν μια προσεκτική μελέτη θανάτου. Και με βάση αυτό, μελέτησα κι άλλες είκοσι επιστήμες».
Και ζήτησε από τους φοιτητές του, τους συναδέλφους του, όπως τους έλεγε, να μην αφήσουν μέρα να πάει χαμένη από τη ζωή. Σα να τους έλεγε πως «εγώ είμαι πλήρης, δεν πιστεύω πως έχω λόγο ύπαρξης, πως έχω κάτι να δώσω ή να πάρω».
«Θα ζήσουμε τη ζωή. Η ζωή είναι προσφορά, η ζωή είναι απόλαυση, η ζωή είναι ευφροσύνη, ευλογία. Αλλά, σιγά σιγά και καθώς περνούν τα χρόνια, να το έχουμε υπ’ όψιν μας αυτό το πράγμα, ότι σε ένα άλλο πλαίσιο είμαστε κι εμείς και θα έρθει η μέρα που θα πεθάνουμε. Εκείνη η ώρα να μας βρει…να έχουμε εξισωθεί με την αναγκαιότητα τη σκληρή της στιγμής…Τότε κάπως, αν δε συμφιλιωθούμε, θα δείξουμε μια κατανόηση όμως. Να πεθάνουμε αξιοπρεπώς, που έλεγε ο Καβάφης. Αυτό το πράγμα όμως είναι ένα αγώνισμα ολυμπιακό, διά βίου. Είναι εκείνο που λέει ο Χριστός “μην κοιμηθείτε Παρθένες, θα σας πω μωρές”.
Τι θα πει αυτό; Είναι φοβερή η εντολή, η παραβολή αυτή των δέκα παρθένων. Μιλάμε για υπαρκτικό ύπνο. Σε παρέσυρε η ζωή και ξεχνάς ποια είναι η ουσία; Να ‘σαι πάντα άγρυπνος, πάντα ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου, λέει ο Σολωμός. Νάτοι οι στίχοι που σας λέω ο καθένας αξίζει για δέκα τόμους. Να τη ζω, να τη ρουφάω, να τη χαίρομαι, όσο μπορώ πιο έντιμα. Γιατί λάθη θα κάνουμε όλοι, αγαπητοί μου φίλοι. Όσο μπορώ πιο έντιμα, πιο ηθικά, πιο ενάρετα, πιο όμορφα. Υπάρχει ομορφιά μέσα στην ηθική».

«Να τη χαίρεσαι τη ζωή. Μέσα σε μέτρα όμως, χωρίς υπερβολές, χωρίς να φτάνεις στην ύβρι».
Ο Σεφέρης, ο Οδυσσέας, ο Καβάφης κι ο Θαλής ο Μιλήσιος
«Τρύγησε την ημέρα. Μην την αφήσεις να πάει χαμένη η κάθε μέρα. Ό,τι χαρές είναι να σου δώσει μην τις αφήσεις, γιατί δεν θα την ξαναβρείς. Δεν είναι αναβλητή η ζωή, ούτε αναστρέψιμη. Είναι εκείνο που ο Όμηρος μας το είπε πώς; Με τον παράδειγμα των ποδιών του Απόλλωνα. Άντε να σας πω κι έναν Σεφέρη τώρα. Λέει, λοιπόν: “Οι σύντροφοι στον Άδη”. Ποιοι είναι οι σύντροφοι στον Άδη; Οι καταδικασμένοι στη ζωή και στο θάνατο. Σα να μη ζήσανε. Ακούστε τι λέει ο Σεφέρης… “Αφού μας μέναν παξιμάδια, τι κακοκεφαλιά, να φάμε στην ακρογιαλιά του Θεού τ’ αργά γελάδια, που το καθένα κι ένα κάστρο για να το πολεμάς 40 χρόνια και να πας να γίνεις ήρωας κι άστρο…Πεινάσαμε στης γης την πλάτη, σαν φάγαμε καλά, πέσαμε εδώ στα χαμηλά, ανίδεοι και χορτάτοι!”.
Τι σημαίνει εδώ ότι φάγανε τα γελάδια του Ήλιου; Τα γελάδια του Ήλιου είναι κατά μία έννοια 365. Άρα, σημαίνει να μην αφήσετε, μη σπαταλήσετε άδικα και ανόητα τις μέρες σας. Την κάθε μέρα να τη βλέπεις και να την καρπώνεσαι μέσα σε μέτρα, μην την αφήσεις και περνάει, γιατί την έχασες. Και δε θα ξαναρθεί. Και φεύγει άλλη, κι άλλη, κι άλλη…σαν τα σβηστά κεριά του Καβάφη. Και στο τέλος, μια απέραντη σειρά από σβηστά κεράκια.
Λοιπόν, αυτό είναι, να την χαιρόμαστε τη ζωή, είναι οδηγία κι ευλογία, και νόημα και εντολή… Η πιο σπουδαία εντολή, ας πούμε ελληνική, ενός ελληνικού δεκαλόγου. Να τη χαίρεσαι τη ζωή. Μέσα σε μέτρα όμως, χωρίς υπερβολές, χωρίς να φτάνεις στην ύβρι. Αυτό είναι το νόημα, που σημαίνει κατάφαση. Λοιπόν, κι όσο δεν έχουμε αυτή την αγρύπνια κι αφήνουμε και περνάει η μέρα, και αύριο, και αύριο, και έχεις καιρό, κάποτε θα πάθουμε αυτό που έπαθε ο Θαλής. Αυτός το έπαθε συνειδητά βέβαια.
Του έλεγε η μάνα του “παντρέψου Θαλή”. Ο Θαλής πολύ μεγάλος, τρομακτικό πνευματικό μέγεθος στους προσωκρατικούς φιλοσόφους ο Θαλής ο Μιλήσιος. Του ‘λεγε η μάνα του, που είχε αφιερωθεί στις έρευνές του, να παντρευτεί. Κι εκείνος της έλεγε “έχω καιρό”. Ουκέτι καιρός, της έλεγε, δεν ήρθε ακόμα η ώρα να παντρευτώ. Οπότε, του λέει μια άλλη μέρα “παντρέψου γιε μου” και της λέει εκείνος το περίφημο: ούπω καιρός. Δεν είναι πια καιρός. Αυτό είναι το νόημα, να χαιρόμαστε τη ζωή αλλά μέσα σε μέτρα. Δεν είναι όλα κοιλιά, στομάχι και μήτρα με τη χλωρίδα της, του ευλογημένου θηλυκού.
Οι 3 αιτίες που κίνησαν την ιστορία, λέει ο Ουγκό, είναι το μυαλό, η καρδιά -λέγοντας η καρδιά, εδώ είναι και τα συναισθήματα, η κοιλιά, κυρίως η κοιλιά του θηλυκού, όχι με την έννοια του φαγητού, αλλά της γενετήσιας βουλιμίας. Λοιπόν, όταν είμαστε άγρυπνοι και χαιρόμαστε σωστά τη μέρα μας, για να ολοκληρώσω, χαίρομαι, είμαι άγρυπνος όμως και ξέρω ποια είναι η συναισθηματική μου κατάσταση και περνάω και δεν πάνε χαμένες οι μέρες μου, σιγά σιγά, καθώς πλησιάζω προς το τέλος, με βρίσκει σύμμετρο».
Κι αφού τα είπε όλα αυτά, ο Δημήτρης Λιαντίνης εισέπνευσε για μια τελευταία φορά την εικόνα των μαθητών του, που πάντοτε τους αποκαλούσε συναδέλφους, τους αντιμετώπιζε ως ισότιμούς του, και αποχώρησε. Για πάντα.
«Έχω τελειώσει αξιότιμοι συνάδελφοι. Για να σας δω όλους λίγο στα μάτια»




