Δημήτρης Στεφανάκης: «Όταν το πλοίο μπαίνει στο λιμάνι…»

«Πέρασε ο καιρός –εκεί στα χρόνια του ’60– που το βαπόρι στεκόταν στη μέση του λιμανιού, σαν να μην τολμούσε να πλησιάσει στην αποβάθρα. Τότε μάλιστα! Είχες την αίσθηση πως όλα μπορούσαν να συμβούν. Τώρα ξέρεις: από τη στιγμή που θα σφυρίξει το πλοίο έχεις μόλις λίγα λεπτά καιρό – και τι να πρωτοκοιτάξεις...».

 

«Όταν το πλοίο μπαίνει στο λιμάνι, δεν περιμένεις πια να συμβεί κάτι το εξαιρετικό». (Γιάννης Αδαμάκης, «Στο λιμάνι», 2019).

Όταν το πλοίο μπαίνει στο λιμάνι, δεν περιμένεις πια να συμβεί κάτι το εξαιρετικό. Πέρασε ο καιρός –εκεί στα χρόνια του ’60– που το βαπόρι στεκόταν στη μέση του λιμανιού, σαν να μην τολμούσε να πλησιάσει στην αποβάθρα, κι έβλεπες απ’ τη στεριά να ξεκολλάνε οι λέμβοι και να καταφθάνουν σαν κουτσές γριές. Τότε μάλιστα! Είχες την αίσθηση πως όλα μπορούσαν να συμβούν. Μούγκριζε το φουγάρο, χουρχούριζε η άγκυρα, έπεφταν οι σκάλες, κι όταν πατούσες πάνω τους –τι ήτανε, σανίδια σκέτα– έλεγες «τώρα θα βρεθώ στο νερό», αλλά δεν ήθελες κιόλας να σε κρατάει ο πατέρας ή η μητέρα από το χέρι, προτιμούσες να πιάνεσαι από το μπάνιστρο της σκάλας –ένα τεντωμένο σκοινί ήταν κι αυτό, πόσο να το εμπιστευτείς· πάλι καλά που δεν χρειαζόταν να ισορροπείς με τις βαλίτσες στα χέρια, όπως οι μεγαλύτεροι.

Υπήρχε ένας αδικαιολόγητος πανικός και πάντα κάποιος πίσω σου φώναζε: «Πιάστε τον μικρό, θα πέσει στη θάλασσα, δεν το βλέπετε…» Το διασκέδαζες με τον τρόπο σου και με την παιδική φαντασία σου ήθελες να πιστεύεις πως ζούσες επιτέλους ένα ναυάγιο. Ύστερα όμως –το θυμάσαι αυτό;– η συμπεριφορά του λεμβούχου σε απογοήτευε, γιατί σου έδινε να καταλάβεις πως δεν ήταν παρά μια υπόθεση ρουτίνας.

«Το ταξίδι είναι πραγματικό βάσανο όταν μπλέκονται άλλοι στα πόδια σου».

Τώρα ξέρεις: από τη στιγμή που θα σφυρίξει το πλοίο έχεις μόλις λίγα λεπτά καιρό – και τι να πρωτοκοιτάξεις… Ο πρωινός ήλιος πληγώνει τα ξενυχτισμένα μάτια έστω και πίσω από ένα ζευγάρι μαύρα γυαλιά. Κοιτάζεις μια το άγονο κυκλαδίτικο τοπίο με τη σπάταλη αντανάκλαση του φωτός πάνω στον βράχο και μια την αρχιτεκτονική συνέπεια που απλώνεται μπροστά σου ασβεστωμένη, αλλά πρέπει να ’χεις και τον νου σου στην αποβάθρα μήπως και διακρίνεις αυτόν που σε περιμένει. «Το ταξίδι είναι πραγματικό βάσανο όταν μπλέκονται άλλοι στα πόδια σου», συλλογίζεσαι κι ίσως δεν έχεις άδικο: μετά από τόση ταλαιπωρία να μην ξέρεις αν ήρθε ο άνθρωπός σου και αν θα καταφέρεις να τον εντοπίσεις μες στον χαμό, να τεντώνεσαι πάνω από αδιάφορα κεφάλια μήπως και τον δεις, να σκέφτεσαι συνέχεια: «Αν δεν τον βρω, τι κάνουμε;» Πραγματικό βάσανο!

«Μετά από τόση ταλαιπωρία να μην ξέρεις αν ήρθε ο άνθρωπός σου και αν θα καταφέρεις να τον εντοπίσεις μες στον χαμό, να τεντώνεσαι πάνω από αδιάφορα κεφάλια μήπως και τον δεις, να σκέφτεσαι συνέχεια: ‘‘Αν δεν τον βρω, τι κάνουμε;’’» (Θωμάς Τουρναβίτης, «Liner Ship», 2014).

Σε λίγα λεπτά πρέπει και συ ν’ αρχίσεις να κατεβαίνεις σιγά σιγά και, ενώ θα στέκεσαι στην ουρά για την αποβίβαση κάπου μέσα στο γκαράζ, δεν θα μπορείς να δεις τις συντονισμένες κινήσεις με τις οποίες το πλοίο θα δένει στο μεταξύ, ωστόσο κανείς δεν σου απαγορεύει να υπολογίζεις και συ με το μυαλό σου: «Τώρα πέφτουν οι κάβοι, τώρα δένει…» Κι ούτε που θα σου πούνε τίποτα αν, ζαλισμένος από τις αναθυμιάσεις των αυτοκινήτων, γελαστείς και σκεφτείς «τώρα πέφτει η μπουκαπόρτα», ένα-δύο λεπτά νωρίτερα. Εσένα άλλωστε σε μπέρδεψε το τράνταγμα που ένιωσες σε μια στιγμή, έτσι δεν είναι;

Όταν θα πέσει επιτέλους η μπουκαπόρτα θα ξεχυθείτε όλοι, και το πλήρωμα θα φωνάζει: «Έλα… σβέλτα!» Πίσω σας θα βρυχώνται αυτοκίνητα και φορτηγά, συνωστισμός αρκετός για να σαστίσει το κουρασμένο μυαλό ενός ανθρώπου που δεν μπορεί ποτέ να κοιμηθεί στο ταξίδι, ακόμα κι αν είναι νυχτερινό. […]

 

// Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Δημήτρη Στεφανάκη «Φρούτα εποχής», εκδ. Ακροβάτης, 2020.

 

Διαβάστε ακόμα: Οι ποιητές μας για το δελφίνι.

 

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top