
Ο Δημήτρης Τάρλοου μιλά στο Andro για την αναπόληση, τον έρωτα, το θάνατο, τον άνθρωπο και την ευγνωμοσύνη.
Ο γνωστός σκηνοθέτης και ιδρυτής του θρυλικού θεάτρου Πορεία Δημήτρης Τάρλοου μιλά στο Andro για την ζωή του, την βαριά πολιτιστική κληρονομιά της οικογένειάς του, την Μεγάλη Χίμαιρα και τους λόγους για τους οποίους παραμένει ευγνώμων-ίσως και ευτυχής. Κάπου ανάμεσα στον Σοφοκλή, τον Τσέχωφ και, βέβαια, τον Καραγάτση, το βλέμμα του Δημήτρη Τάρλοου υπάρχει ατόφιο σε όλες τις χρονικές βαθμίδες. Η μελλοντική ανήκει δικαιωματικά στην κόρη του.
Ο Δημήτρης Τάρλοου μέσα από 19 απαντήσεις
– Για ποιους λόγους, τελικά, αξίζει να χαλάμε την ζωή μας;
Για κανέναν!
– Ε, μα δεν μπορεί…
Για τα όνειρα μας, ενδεχομένως. Και αυτό μεταφράζεται είτε σε ερωτικές συνευρέσεις είτε σε επαγγελματικές συναντήσεις. Αλλά το «χαλάω» είναι μια πολύ σχετική λέξη. Γιατί για παράδειγμα, μπορεί να μπούμε όντως σε βαθιά νερά σε μια ερωτική σχέση αλλά αυτό να είναι και το καλύτερο πράγμα που μας έχει συμβεί ποτέ. Γενικά η ιδέα ότι για να είμαστε ευτυχείς πρέπει όλα να είναι ρόδινα είναι ελλιπής και κάπως έτσι μεγαλώνουν και τα παιδιά σήμερα. Έχει περάσει ότι πρέπει να ζούμε σε μία «σαμπανιζέ» πραγματικότητα και οτιδήποτε διαφορετικό, άβολο ή δύσκολο μας συμβεί είναι κακό. Δεν είναι έτσι όμως. Δεν εννοώ ότι πρέπει να αναζητάμε την οδύνη καθημερινά στην ζωή αλλά πολλές φορές κάποια πράγματα που γίνονται, ναι μεν είναι δύσκολα, αλλά συμβαίνουν για να μας δείξουν κάτι.
– Ποια δική σου δυσκολία κρίνεις, εκ των υστέρων, ότι σε καθόρισε;
Η σχέση με την μάνα μου καταρχήν, η οποία είναι αδόκητη, δεν την επιλέγεις. Δεν επιλέγουμε τους γονείς μας, μας έρχονται ουρανοκατέβατοι. Όταν σου συμβαίνει κάτι, λες «γιατί σε εμένα;» Πολλές φορές το είχα πει, ενώ τώρα λέω πως ήταν υπέροχο που συνέβη σε μένα.
– Ποια είναι η σχέση σου με τις χρονικές βαθμίδες: το χθες, το σήμερα, το αύριο; Αναπολείς; Πώς τεντώνεις τον χρόνο μέσα σου;
Νομίζω ότι προσπαθούμε όλοι μας για αυτή την ευαίσθητη ισορροπία ανάμεσα στην αναπόληση και στην ονειροδρόμηση. Πώς θα μετατρέψεις δηλαδή αυτό που αποτελεί παρελθόν, σε ένα μελλοντικό ζωντανό κύτταρο. Και αυτό είναι και το θέατρο, ξέρουμε ότι υπάρχει ένα παρελθόν και αυτό το παρελθόν έχει εγγραφεί μέσα μας, στην πόλη μας, στην ίδια την σκηνή.

«Είναι πολύ ωραίο να βλέπεις παλιές φωτογραφίες σου, που είσαι πέντε χρονών και έχεις ένα βλέμμα και το ίδιο βλέμμα, ας πούμε,να το βλέπεις στην κόρη σου».
– Στην ζωή, δηλαδή, στην καθημερινότητα σε πιάνεις να σου λείπει το παρελθόν σου; Είσαι επαγγελματίας νοσταλγός;
Είναι πολύ ωραίο να βλέπεις παλιές φωτογραφίες σου, που είσαι πέντε χρονών και έχεις ένα βλέμμα και το ίδιο βλέμμα, ας πούμε,να το βλέπεις στην κόρη σου. Δεν αναπολώ, αλλά μου δημιουργεί μια συγκίνηση το παρελθόν. Δεν θα ήθελα να το ζήσω ξανά, θα ήταν περίεργο και πολύ κουραστικό.
– Δηλαδή αν είχες με ένα μαγικό τρόπο την ευκαιρία να ξαναζήσεις για λίγο, μία περίοδο -όποια θες- συγκεκριμένη της ζωής σου και μετά να επιστρέψεις στο τώρα, ποια θα διάλεγες;
Πολλά θα έβρισκα που θα ήθελα να ξαναζήσω, νομίζω. Μπορεί να έκανα μια φρανκενσταϊνική συρραφή, μπορεί να έβαζα άσχετους μεταξύ τους ανθρώπους σε άσχετες συνθήκες.
– Πάλι σαν θεατρική πράξη μού ακούγεται αυτό…
Ναι, αλλά αυτό θα είχε πολύ ενδιαφέρον γιατί, ξέρεις, εμένα δεν θα με ενδιέφερε να ζήσω ακριβώς το ίδιο που έχω ζήσει στην πραγματικότητα. Αγαπώ πολύ την αφήγηση ιστοριών και αφηγούμαι τέτοιες ιστορίες στην μικρή μου κόρη. Δηλαδή, κάτι που έχει συμβεί, μπορεί να το αλλάζω λίγο, να μπλέκω πρόσωπα και πράγματα και να γίνεται πιο αστείο, πιο συγκινητικό. Το έκανε και η μάνα μου αυτό…
– Γιατί, λοιπόν, σκηνοθέτης και όχι συγγραφέας;
Γιατί καθένας ανακαλύπτει τον εαυτό του σε μία συγκεκριμένη στιγμή της ζωής του. Εγώ όταν διαβάζω ένα κείμενο, καταλαβαίνω θεωρώ πολύ καλά ποιες είναι οι πραγματικές, υπόγειες διασυνδέσεις μεταξύ των προσώπων και τι ακριβώς συμβαίνει επί σκηνής και έτσι μου δημιουργείται στο μυαλό μια ενδιαφέρουσα συνθήκη για να την προτείνω στους άλλους. Δεν νομίζω ότι είμαι της πρωτογενούς φαντασιοκοπίας, για αυτό και έγινα σκηνοθέτης και όχι συγγραφέας. Αν γράψω ένα κείμενο το γράφω καλά, ναι, αλλά είναι άλλο αυτό και άλλο να μπορείς να φαντάζεσαι ανθρώπους και καταστάσεις όπως ο Καραγάτσης, ας πούμε, που δημιουργεί έναν ολόκληρο κόσμο.
– Πώς ένιωσες όταν έλαβε χώρα πριν λίγα καλοκαίρια όλη αυτή η «Καραγατσιάδα», με ένα κείμενο σε γνωστό free press, και πυροδότησε ξανά μία ακόμη συζήτηση για το κείμενο και το έργο του Καραγάτση με αρκετά επικριτική διάθεση;
Εγώ θα μιλήσω μόνο με το παλιό αστικό ήθος που με ανέθρεψε. Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι την ημέρα που πέθανε η μάνα μου και, παρά τις παρακλήσεις μου, θα συνέβαινε μια τέτοια κατάσταση που μου φαίνεται εφιαλτική αρχικά σαν πρόθεση. Δεν με νοιάζει η ουσία, η οποία άπτεται περισσότερο του κουτσομπολιού παρά μίας πραγματικής συζήτησης, του τι συγγραφέας και τι άνθρωπος – αν αυτά συνδέονται- ήταν ο Καραγάτσης. Εμένα προσωπικά δεν με ενδιαφέρει τι άνθρωπος ήταν ο παππούς μου ο Καραγάτσης, με ενδιαφέρει σε ψυχαναλυτικό επίπεδο για το πώς επηρέασε την μητέρα μου και την οικογένειά μου αλλά αυτό δεν νομίζω ότι είναι θέμα δημόσιας συζήτησης. Πόσους ανθρώπους αφορά κάτι τέτοιο; Και από την άλλη είναι σωστό μία ημέρα θανάτου, να επιλέγεις να συζητήσεις κάτι τέτοιο;

«Ο θεός, για μένα, είναι η ικανότητα του ανθρώπου να δημιουργεί τέχνη. Για αυτό είναι θεός ο άνθρωπος, γιατί είναι το μόνο έμβιο πλάσμα που σκέφτηκε να μετατρέψει κάτι, σε κάτι άλλο».
– Ο Καραγάτσης μοιάζει να λατρεύεται από την ποπ κουλτούρα. Τον έκανε πολύ κουλ ξανά και ο Παπακαλιάτης με το σήριαλ Maestro. Και αναρωτιέμαι γιατί αφορά τόσο πολύ στην εποχή μας. Αναζητάμε άραγε τους ανάγλυφους ήρωες και την μυθοπλασία την α λα παλαιά;
Καταρχήν, ο Καραγάτσης ήταν πολύ ανοιχτός άνθρωπος. Νομίζω όμως ότι είναι πολλαπλό το θέμα. Είναι πολύ ζωντανή η αφήγηση του, διαβάζεται άνετα, τουλάχιστον στα περισσότερα έργα του, θες να γυρίσεις την σελίδα να πας παρακάτω. Είναι ένας ταλαντούχος άνθρωπος. Ξαναδιαβάζεται επίσης από τις νεότερες γενιές από άλλη οπτική, με ένα άλλο βλέμμα. Δεν θα μπορούσε προφανώς να δημιουργήσει αυτούς τους συνειρμούς που κάνουμε σήμερα η Μαρίνα Μπαρέ της Χίμαιρας, το 1975. Ή αυτές τις διαμάχες. Δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι τότε που γράφτηκε καταλάβαιναν το έργο με τον ίδιο τρόπο. Η Μαρίνα Μπαρέ, σήμερα, για εμένα είναι ένα φεμινιστικό σύμβολο.
– Πώς το εννοείς αυτό;
Φαντάζεσαι το 1935 σε ένα καφενείο της Σύρου να πήγαινε μια γυναίκα και να μιλάει με αυτό τον τρόπο ανάμεσα σε άντρες και τοπικούς άρχοντες; Είναι ασύλληπτο. Και αυτό είναι δημιουργία του Καραγάτση. Αυτό βέβαια είναι και μία κοινωνική σάτιρα για την εποχή και τους ανθρώπους. Είναι δυο κόσμοι, ο κόσμος της Μαρίνας Μπαρέ και ο κόσμος του Μηνά, που είναι ένας διανοούμενος, καταραμένος, και έτσι το σύμπαν γύρω τους φαίνεται «ξεκούδουνο». Είναι σαν να ζουν όντως μια χίμαιρα αυτοί οι δύο γιατί ο Καραγάτσης έλεγε ότι αν είσαι σκεπτόμενος, είσαι δυστυχισμένος και δεύτερον αυτό σε κάνει να ξεχωρίζεις τόσο πολύ από τον θλιβερό σου περίγυρο που καλύτερα είναι να αυτοκτονήσεις. Αυτά δεν μπορούσαν να γίνουν αντιληπτά εύκολα στα 80ς. Σήμερα – και πάλι καλά-, είναι πιο εύκολο να αντιληφθούμε τη Χίμαιρα υπό αυτή την έννοια, έτσι, αντί για ένα ερωτικό τρίγωνο.
– Υπάρχει θεός στον κόσμο σου;
Ο θεός, για μένα, είναι η ικανότητα του ανθρώπου να δημιουργεί τέχνη. Για αυτό είναι θεός ο άνθρωπος, γιατί είναι το μόνο έμβιο πλάσμα που σκέφτηκε να μετατρέψει κάτι, σε κάτι άλλο. Το ότι μπορεί να συνδιαλέγεται με τον θάνατο, με το τέλος του, κάνοντας τέχνη, αυτό ακριβώς δηλώνει την θεϊκή υπόσταση του ανθρώπου.
– Άρα δεν έχεις κάποια μεταφυσική πίστη. Ότι ο Χριστός ανασταίνεται το Μεγάλο Σάββατο ας πούμε και τέτοια…
Δεν αντιλαμβάνομαι την Ανάσταση ως μια κυριολεξία, αλλά ως μία βαθιά επιθυμία για την δική μας προσωπική αναγέννηση. Και η δική μας αναγέννηση μόνο εν ζωή μπορεί να γίνει. Με ενδιαφέρει το θέμα της Ανάστασης, που βρίσκεται και στα μυθιστορήματα του Ντοστογιέφσκι, και έχει να κάνει με την βαθιά συνειδητοποίηση του ανθρώπου που ό,τι κι αν κάνει, η καλοσύνη και η αγάπη είναι οι εκκλησίες μας, οι φωτεινοί μας οδηγοί. Για το αν η ψυχή είναι ενωμένη με το σώμα, αν πεθαίνει μαζί του ή συνεχίζει κάπως κάπου να υπάρχει και όλα αυτά, δεν έχω απάντηση. Αυτά τα ερωτήματα βασανίζουν όλα τα νοήμονα όντα και δεν υπάρχει απάντηση. Αν είχα, θα ήμουν ανόητος.
– Μίλησέ μου για το πώς συνδέεις την τύχη με την ευτυχία;
Η συνάντησή μας με αυτά που ονειρευτήκαμε, αυτό είναι η ευτυχία. Πάρα πολλές φορές σού διαφεύγει, αλλά υπάρχουν και στιγμές που πράγματι το περιστέρι κάθεται στον ώμο σου. Αλλά πρέπει να το αντιληφθείς εγκαίρως για να είσαι ευτυχής. Και βέβαια υπάρχουν και οι περιπτώσεις ανθρώπων που τους ήρθε και το έδιωξαν.

«Δεν μπορώ να δεχτώ κάτι που περιέχει ακραία συναισθήματα να υποβιβαστεί σε κάτι μέτριο. Μιλάω για την αλήθεια των ανταλλαγών, αλλιώς εγώ πάει κατακρημνίζομαι, καταθλίβομαι».
– Σε κάνει ευτυχισμένο το θέατρό σου, το «Πορεία»;
Δεν είναι ότι με κάνει ευτυχισμένο, μου έχει δώσει, όμως, ένα λόγο ύπαρξης. Και αυτό έγινε γιατί είχα πολύ καλή μητέρα. Δύσκολη, αλλά γενναιόδωρη. Όταν έκανα επιτυχία με τον Στάθη Λιβαθινό, μου είπε «πρέπει να πάρεις ένα θέατρο να κάνεις παραστάσεις». Και ενώ έψαχνα, η μητέρα μου άκουσε για το θέατρο αυτό που πωλείται στην πλατεία Βικτωρίας. Τότε άνηκε στην χήρα του Σταυράκου και έψαχνε να το πουλήσει γρήγορα, μπιρ – παρά που λέμε.
Αποφασίσαμε με την μητέρα μου να πουλήσουμε ένα σπίτι που είχαμε στην Πολιτεία και επειδή ήταν η εποχή προ κρίσης, πουλήθηκε σε μία εβδομάδα. Όπως πήραμε τα χρήματα, έτσι τα δώσαμε και αγοράσαμε στο θέατρο. Και αυτό είναι κάτι για το οποίο νιώθω βαθιά ευγνώμων. Αυτά τα 25 χρόνια κάπως ευχαριστημένος είμαι. Δεν νιώθω κολλημένος, πάντα θέλω να κάνω κάτι διαφορετικό από το προηγούμενο. Όποτε μέσα σε 15 χρόνια έχω τουλάχιστον πέντε παραστάσεις που μπορώ να πω ότι μου αρέσουν.
– Μόνο πέντε;
Το να μπορώ να πω εγώ ότι εγκρίνω μία παράσταση μου είναι σπάνιο, άρα οι πέντε παραστάσεις δεν είναι λίγο, να ξέρεις. Είμαι αυστηρός και καλά κάνω νομίζω, γιατί δεν μπορείς να κάνεις εκπτώσεις όταν μιλάμε για την ανθρώπινη ανταλλαγή. Δεν μπορώ να δεχτώ κάτι που περιέχει ακραία συναισθήματα να υποβιβαστεί σε κάτι μέτριο. Μιλάω για την αλήθεια των ανταλλαγών, αλλιώς εγώ πάει κατακρημνίζομαι, καταθλίβομαι.
– Για τι άλλο νιώθεις ευγνώμων;
Το ότι είμαι εδώ, υγιής και στα πόδια, μου. Έχω τρία παιδιά που είναι καλά και με αγαπούν, άρα κάτι έχω κάνει και εγώ σωστά. Ο μεγάλος μου γιος είναι 20, σπουδάζει στην νομική Θεσσαλονίκης. Η μεσαία μου κόρη τελειώνει φέτος το σχολείο, θα ασχοληθεί με το σινεμά ή την ψυχολογία και αγαπά την Μαδρίτη. Της έχω πει να πάει. Η μικρή είναι τεσσάρων χρονών και έχει κάτι πολύ ισχυρό στο βλέμμα που το αντιμετωπίζω κάθε μέρα. Με όλα αυτά μπορώ, να μην είμαι ευγνώμων; Δεν γίνεται.
– Και ο έρωτας;
Ικανοποιητικά καταστροφικός.
– Ποιο είναι το αντίθετο του έρωτα;
Η τηλεόραση. Να σκρολάρεις στο κινητό σου. Βέβαια αυτό το έχουν πάθει όλοι πια. Φλερτάρουν με τον θάνατο. Εμείς τουλάχιστον προλάβαμε και φλερτάραμε κανονικά.
* Ο Δημήτρης Τάρλοου αυτή την εποχή εργάζεται πάνω στην δραματουργία, την διανομή και την μετάφραση του Βυσσινόκηπου του Τσέχωφ που θα ανεβεί στο θέατρο Πορεία την προσεχή θεατρική περίοδο.
Διαβάστε ακόμη: Σάκη Τσιτομενέα, πώς κατέληξες να κάνεις ντουέτο με τον Μπιθικώτση;




