Στη φωτογραφία λεπτομέρεια από το εξώφυλλο του βιβλίου. Πάνω: Άποψη από τα Σεπόλια την εποχή των παιδικών χρόνων του Δημοσθένη Κούρτοβικ. Κάτω, αριστερά: η μητέρα του συγγραφέα. Δεξιά: ο συγγραφέας παιδί με τη μητέρα του και την αδελφή του.

Είχα επιστρέψει στο σπίτι της Αμβρακίας.* Ήταν κι εκείνη εκεί. Έδειχνε πολύ νέα, όπως τη θυμόμουν από τον καιρό που μέναμε εκεί. Εγώ, πάλι, κουβαλούσα όλο το βάρος της ηλικίας μου. Καθόμασταν αντικριστά, με φόντο την μπαλκονόπορτα της κρεβατοκάμαρας που είχε τότε κοινή με την αδελφή μου. Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα.
«Φαίνεσαι κουρασμένος, αγόρι μου».
Το ύφος της είχε κάτι το μελαγχολικά τρυφερό, δεν το συνήθιζε όταν μου μιλούσε.
«Ναι, μητέρα, κουράστηκα. Κουράστηκα ν’ αναρωτιέμαι, να ψάχνω».
«Ακόμα λοιπόν να βρεις ησυχία…»
«Είχες βρει εσύ;» είπα.
Δεν απάντησε.
«Δεν βρήκα θέση στη ζωή, μητέρα».
Το μέτωπό της ζάρωσε ελαφρά, το κεφάλι της έγειρε λίγο στο πλάι.
«Κι όμως, έχεις κάνει τόσα και τόσα. Μήπως ζητούσες άλλα;»
Δεν περίμενα να πει κάτι τέτοιο. Μου ήρθε να της πω για «το θαύμα»,** να τη ρωτήσω για το δικό της θαύμα. Αλλά δεν το έκανα.

«Έδειχνε πολύ νέα, όπως τη θυμόμουν από τον καιρό που μέναμε εκεί. Εγώ, πάλι, κουβαλούσα όλο το βάρος της ηλικίας μου».

«Η ζωή, παιδί μου, είναι αυτή που είναι, οι άνθρωποι είναι αυτοί που είναι» είπε. «Δεν το έχεις καταλάβει ακόμα;»
«Ναι, ξέρω» είπα, «εσύ ήσουν πάντα υπέρ της αποδοχής. Αλλά» –τώρα ζύγιζα προσεκτικά τα λόγια μου– «οι άνθρωποι που γνώρισα στον τόπο μας δεν ήταν αυτό που ήθελαν να είναι…»
Με κοίταζε περιμένοντας.
«… και που θα μπορούσαν να γίνουν» συνέχισα. «Μεγάλωσα σ’ έναν κόσμο με χαραμισμένα ταλέντα, με ακρωτηριασμένες προσωπικότητες».
«Και τι σχέση έχει αυτό με το πρόβλημά σου;» Αυτό το είπε κάπως συλλογισμένα. Ή αφηρημένα.
«Ούτε αυτοί βρήκαν τη θέση τους στη ζωή» απάντησα.
«Εσύ ήξερες ποια θέση ήθελες;» Τώρα το ύφος της ξανάγινε γνώριμο, είχε εκείνη την παλιά, ανήσυχη αυστηρότητα.
«Όχι» είπα. «Πάει πολύς καιρός που δεν ξέρω πια. Δεν ξέρω καν τον εαυτό μου. Ρόλους παίζω, μητέρα».
«Δεν υπάρχει ‘‘εαυτός’’, παιδί μου» είπε κουρασμένα. «Υπάρχουμε μόνο μέσα από τους ρόλους μας στη ζωή».

«Μητέρα, αυτή η εκκρεμότητα, αυτή η στέρηση που πάντα αισθάνομαι πως έχω… υπάρχει λύτρωση;»

Πάλι δεν περίμενα να το πει αυτό, και μάλιστα έτσι, επιγραμματικά. Θα το έλεγε άραγε μια «Νόρα»; Αλλά ταράχτηκα κυρίως για έναν άλλο λόγο: είχε αγγίξει μια παλιά υποψία μου, που την απόδιωχνα.
«Αν είναι έτσι» είπα μουδιασμένα, «θα ήθελα ν’ ανήκω εκεί που είναι οι ρόλοι μου. Αλλά, όπως φαίνεται, δεν ανήκω ούτε εκεί».
«Γι’ αυτό, λοιπόν, βασανίζεσαι ακόμα…» Είχε ξαναπάρει το ύφος της μελαγχολικής τρυφερότητας, αλλά τώρα υπήρχε σ’ αυτό και κάτι βαθύτερο από απλή κατανόηση· ήταν σαν να ήθελε να πει «σε νιώθω». Αυτή την εντύπωση είχα.
«Είναι που δεν μπορώ να κολλήσω τα κομμάτια» είπα. «Φτιάχτηκα από ανόμοια υλικά. Σίγουρα καταλαβαίνεις τι εννοώ. Έτσι είσαι… ήσουν κι εσύ».
Δεν απάντησε αμέσως στην πρόκληση. Είχε στενέψει τα μάτια της και φαινόταν να παλεύει με κάτι μέσα της. Έπειτα είπε:
«Πόσοι δεν είναι έτσι σήμερα; Ο κόσμος έχει αλλάξει, εσύ ο ίδιος μου το έλεγες και μου το ξανάλεγες».
Προσπαθούσε να ξεγλιστρήσει;
«Ναι, αλλά εσύ είχες βρει την ισορροπία» είπα. «Είχες πάντα μια πυξίδα».

«Δεν μπορώ να κολλήσω τα κομμάτια» είπα. «Φτιάχτηκα από ανόμοια υλικά. Σίγουρα καταλαβαίνεις τι εννοώ. Έτσι είσαι… ήσουν κι εσύ».

Φάνηκε σαν να στρέφει το μέσα βλέμμα της κάπου μακριά, όπως τότε που την έβρισκα να καπνίζει στην ταράτσα του σπιτιού, όρθια μπροστά στο στηθαίο.
«Ή μήπως όχι;» δοκίμασα άλλη μια φορά να την προκαλέσω.
«Δεν ξέρω τι να σου απαντήσω» είπε άτονα. «Δεν καταλαβαίνω για ποιο πράγμα μιλάς».
Η μορφή της είχε αρχίσει να γίνεται αχνή. Έβλεπα πως την έχανα.
«Μητέρα» είπα υψώνοντας με αγωνία τη φωνή μου, «αυτή η εκκρεμότητα, αυτή η στέρηση που πάντα αισθάνομαι πως έχω… υπάρχει λύτρωση;»
Η μορφή της έσβηνε κι έσβηνε.
«Μητέρα!» φώναξα. «Μητέρα!»
Τώρα είχε γίνει ένα αραιό σύννεφο με ανθρώπινο περίγραμμα, που διαλυόταν κι αυτό. Οι αχτίδες του ήλιου περνούσαν από μέσα της.
«Εκκρεμότητα… στέρηση…» άκουσα τη φωνή της να έρχεται από μακριά. «Οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες μπορεί να είναι κι ευλογία».
Είχαν μείνει πια μόνον οι ηλιαχτίδες, που έπεφταν λοξά στο πάτωμα σαν χρυσή βροχή.

 

* Το σπίτι στα Σεπόλια όπου μετακόμισε η οικογένεια του Δημοσθένη Κούρτοβικ όταν ο ίδιος ήταν δέκα χρονών. «Γεννήθηκα δέκα χρονών στα Σεπόλια» γράφει ο συγγραφέας (σελ. 32).
** Αναφορά σε μια φωτογραφία των νεανικών χρόνων της μητέρας του μαζί με συνομηλίκους της στον Πύργο («σχολική εκδρομή, φοιτητική εκδρομή;»), που κάτω απ’ αυτήν «ένα χέρι είχε γράψει με πένα και γραφικό χαρακτήρα εμφανώς ανδρικό μια αφιέρωση: ‘‘Στη Νόρα’’. Και αμέσως πιο κάτω: ‘‘Το θαύμα!;’’» (σελ. 271).

 

//Δημοσθένης Κούρτοβικ, «Ο ήχος της σιωπής της», εκδόσεις Εστία, 2024. Το κείμενο που φιλοξενεί η στήλη στο βιβλίο έχει τον τίτλο «Ύστατος λόγος»,  σελ. 294-297.

 

Διαβάστε ακόμα: Οι ποιητές για τον θάνατο της μάνας τους.

 

 

 

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top