«Στη συντριπτική πλειονότητά του το ελληνικό αναγνωστικό κοινό (όταν μιλάμε για λογοτεχνία) αποτελείται από χειραφετημένες γυναίκες». (Darren Thompson, «Blue shadow on book»).

Αναγνωστικό κοινό (ελληνικό): Αυτοί που προσπαθούν να προβλέψουν ή να εξηγήσουν τη συμπεριφορά του ματαιοπονούν, όσο αγνοούν δύο αποφασιστικούς παράγοντες:
α) Στη συντριπτική πλειονότητά του (όταν μιλάμε για λογοτεχνία) αποτελείται από χειραφετημένες γυναίκες.
β) Οι οποίες, καθώς η ανάγνωση ενός βιβλίου είναι μια λίγο-πολύ απόρρητη πράξη, μπορούν ν’ απολαύσουν χωρίς αναστολές τις αδυναμίες που τους αποδίδουν οι φαλλοκράτες.

Βιβλιοθήκες: Οι βιβλιόφιλοι (όχι οι βιβλιολάγνοι) διαπιστώνουν με τα χρόνια ότι όλο και λιγότερα από τα βιβλία τους σημαίνουν πραγματικά κάτι γι’ αυτούς. Όταν συναισθανόμαστε πόσο εφήμερη είναι η αγάπη μας για τα περισσότερα βιβλία που μας άρεσαν, καταλαβαίνουμε καλύτερα τι χρωστάμε σ’ εκείνα τα λίγα άλλα που θέλουμε ακόμη να μας συντροφεύουν. Η βιβλιοθήκη του ώριμου φιλαναγνώστη δεν θα έπρεπε να γεμίζει αλλά ν’ αδειάζει.

Βραβεία (λογοτεχνικά): Βλέπουμε καθαρά ότι ο συνεχής πολλαπλασιασμός των λογοτεχνικών βραβείων λειτουργεί όπως η υπερπροσφορά στην αγορά: μειώνει την αξία του προϊόντος και τελικά το εξοβελίζει στα αζήτητα.

«Η βιβλιοθήκη του ώριμου φιλαναγνώστη δεν θα έπρεπε να γεμίζει αλλά ν’ αδειάζει».

Δημόσιες σχέσεις: Λαμβάνοντας υπόψη τον χρόνο που δαπανούν οι περισσότεροι συγγραφείς μας για την καλλιέργεια δημοσίων σχέσεων, πρέπει να πούμε ότι το επίπεδο της λογοτεχνίας μας θα μπορούσε να είναι χαμηλότερο.

Διήγημα: Η διηγηματογραφία είναι ο πιο ανθηρός κλάδος της ελληνικής πεζογραφίας. Η λογοτεχνία μας έχει βγάλει πολλούς σπουδαίους διηγηματογράφους. Θα είχε βγάλει ακόμη περισσότερους, αν μετά το 1930 οι συγγραφείς μας δεν είχαν τόσο συχνά την τάση να ξεχειλώνουν ένα πολύ καλό διήγημα για να φτιάξουν ένα πολύ μέτριο μυθιστόρημα.

«Η παρεοκρατία δεν μπορεί να θάψει για πάντα έναν σπουδαίο μοναχικό δημιουργό. Αλλά μπορεί ν’ αναβάλει την αναγνώρισή του». (Hermann Scherer, «Vier Figuren in Interieur – Vier Männer am Tisch», 1925).

Ηλικία: Από την επιμονή με την οποία πολλοί Έλληνες συγγραφείς κρύβουν, στα βιογραφικά σημειώματα των βιβλίων τους, την ηλικία τους ή την παραλλάζουν από εποχή σ’ εποχή, καταλαβαίνουμε πόσο σοβαρά πρέπει να πάρουμε τις επανειλημμένες διακηρύξεις τους ότι ο συγγραφέας οφείλει να είναι ειλικρινής απέναντι στον αναγνώστη του.

Κράτος (ελληνικό): Αντιμετωπίζει εχθρικά την πνευματική δημιουργία για τους ίδιους λόγους που οι παλιοί ημιμαθείς και στενόμυαλοι δάσκαλοι έβλεπαν με καχυποψία τα εξωσχολικά αναγνώσματα.

«Απ’ όλους όσοι καταγίνονται με την ελληνική λογοτεχνία, οι συγγραφείς είναι εκείνοι που τη διαβάζουν λιγότερο».

Κριτικοί (στην Ελλάδα): Πολύ συχνά οι θετικές κριτικές τους σε κάνουν, περισσότερο απ’ οποιαδήποτε αρνητική κριτική, ν’ αναρωτηθείς μελαγχολικά αν η ελληνική λογοτεχνία είναι πραγματικά τόσο ασήμαντη.

Κυκλώματα: Στην περιοχή της Αθήνας που βρίσκεται ανάμεσα στις πλατείες Κολωνακίου και Κάνιγγος δρουν μερικές λόγιες μεζεδοπαρέες, που αγανακτούν φανερά και καμαρώνουν κρυφά όταν χαρακτηρίζονται με τον εξωπραγματικά επιβλητικό όρο «κυκλώματα».

Μπεστ σέλερ: Μπεστ σέλερ είναι ένα βιβλίο που όσοι έχουν βιβλιοθήκη δεν θα το τοποθετούσαν σε περίοπτη θέση, ενώ όσοι θα το τοποθετούσαν δεν έχουν βιβλιοθήκη.

«Οι βιβλιόφιλοι (όχι οι βιβλιολάγνοι) διαπιστώνουν με τα χρόνια ότι όλο και λιγότερα από τα βιβλία τους σημαίνουν πραγματικά κάτι γι’ αυτούς». (Jack Fuller, «Man Reading»).

Οικουμενικότητα: Είναι δεινή η θέση ενός οικουμενικού πνεύματος στην εξωτική επαρχία που λέγεται Ελλάδα. Στον τόπο του, όσα έχει να πει είναι ακατανόητα και στην οικουμένη θεωρούνται δουλειά άλλων.

Παρεοκρατία: Είναι ίσως σωστό ότι η παρεοκρατία δεν μπορεί να θάψει για πάντα έναν σπουδαίο μοναχικό δημιουργό. Αλλά μπορεί ν’ αναβάλει την αναγνώρισή του τόσο ώστε, όταν έρθει, να είναι πια ακίνδυνη για το καθεστώς της παρεοκρατίας και τη γενικότερη μιζέρια που αυτό εκφράζει.

Ρεαλισμός: Στη δυτική λογοτεχνία, εγκαταλείφθηκε επειδή απαιτούσε να ξέρει ο συγγραφέας περισσότερα απ’ όσα ήταν δυνατόν να ξέρει. Στην ελληνική λογοτεχνία, επειδή απαιτούσε να ξέρει ο συγγραφέας περισσότερα απ’ όσα ήταν διατεθειμένος να μάθει.

«Είναι δεινή η θέση ενός οικουμενικού πνεύματος στην εξωτική επαρχία που λέγεται Ελλάδα».

Συγγραφείς: Απ’ όλους όσοι καταγίνονται με την ελληνική λογοτεχνία, οι συγγραφείς είναι εκείνοι που τη διαβάζουν λιγότερο. Συνήθως διαβάζουν μόνο τα βιβλία φίλων τους, και αυτά από υποχρέωση.

Φαντασία: Αν σκεφτούμε ότι είμαστε ένας από τους πιο ευφάνταστους λαούς του κόσμου, μοιάζει κυριολεκτικά απίστευτο ότι η σύγχρονη λογοτεχνία μας είναι τόσο φτωχή σε φαντασία και ότι η ελληνική κριτική όχι μόνο δεν εκτιμά τη φαντασία ως προσόν ενός συγγραφέα αλλά και τη θεωρεί συχνά αιτία ικανή να τον αδειάσει στη χωματερή της παραλογοτεχνίας.

 

Απόσπασμα από τον Πρόλογο του συγγραφέα στην έκδοση: Οι δύο πρώτες εκδόσεις του «Αντιλεξικού Νεοελληνικής Χρηστομάθειας», το 1994, περιελάμβαναν έναν πρόλογο που σήμερα μου φαίνεται απαράδεκτα μακρός, προκειμένου ιδίως για τέτοιο βιβλίο. Έτσι, τον παρέλειψα. Ο τωρινός τίτλος, «Το Νέο Αντιλεξικό Νεοελληνικής Χρηστομάθειας», δικαιολογείται από την προσθήκη 35 νέων λημμάτων σε 80 παλαιότερα, τη συμπλήρωση αρκετών από τα παλαιότερα με πρόσθετες θέσεις (αυτοτελή κείμενα) και την απαλοιφή τριών λημμάτων καθώς και μιας θέσης από ένα τέταρτο λήμμα, που ο χρόνος είχε στομώσει την αιχμή τους.

 

// Από το βιβλίο του Δημοσθένη Κούρτοβικ «Το Νέο Αντιλεξικό Νεοελληνικής Χρηστομάθειας», εκδόσεις Εστία, 2019.

 

Διαβάστε ακόμα: Δημοσθένης Κούρτοβικ – «Κάτω τα καλά βιβλία!».

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top