
«Όταν μπαίνω στο παιδικό μου δωμάτιο ο κανένας που ήμουν// δεν είναι πια τέχνασμα αλλά τρόπος να στέκεσαι ανάμεσα στις σκιές». (Στη φωτογραφία ο ποιητής σε παλιότερες, ευτυχισμένες, μέρες.).
Γραφή
Βγάζω τα παπούτσια μου και τ’ αφήνω στην άκρη της σκάλας
βγάζω το σακάκι μου αδειάζω το κενό από μέσα μου
πίνω ένα ποτήρι νερό και το νερό αδειάζει στο πάτωμα.
Όταν μπαίνω στο παιδικό μου δωμάτιο ο κανένας που ήμουν
δεν είναι πια τέχνασμα αλλά τρόπος να στέκεσαι ανάμεσα στις σκιές.
Ανοίγω την πόρτα να μπω κι οι θάλασσες κλείνουν πίσω μου
κοιτάζομαι στον καθρέφτη κι είναι ο καθρέφτης μου άδειος.
Στέκομαι στο παράθυρο και μνημονεύω τους Ποσειδώνες
προσκυνώ την αλμύρα και τη σκουριά στον ορίζοντα της σελίδας.
Βγάζω τη φωτογραφία που είχα είκοσι χρόνια στην τσέπη μου
και βλέπω πως η εικόνα που φύλαγα (Αντίκλεια και Λαέρτης,
ο αποχαιρετισμός στο λιμάνι) είναι η εικόνα που βλέπω.
Θέλω να μιλήσω γι’ αυτά, δένω κλωστή στη γλώσσα
και ξεδένεται, πιάνω γραφή να γράψω και ξεγράφεται.
Στην επόμενη σελίδα: Μετενσαρκώσεις.




