Ένας άγνωστος Καβάφης

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης πέθανε στα 70 του το μακρινό 1933. Ο ίδιος δεν κυκλοφόρησε ποτέ κανένα βιβλίο. Κάθε ποίημα που έγραφε, βρισκόταν σε κάποιο σημειωματάριο ή σε κάποιο φυλλάδιο.

Πόσα μπορεί κάποιος να πει ότι γνωρίζει για το ποιος ήταν ο Καβάφης; Όχι τόσο για τον ποιητή, αλλά για τον άνθρωπο πίσω από τις λέξεις και την πένα. Υπάρχουν οι λεπτομέρειες για τη ζωή του που είναι γνωστές σε όλους, αλλά υπάρχουν και στοιχεία που για να τα μάθει κανείς, πρέπει να μελετήσει. Όχι μόνο πηγές, αλλά να κάνει επιτόπιο ρεπορτάζ στην Αλεξάνδρεια και να αναζητήσει ανθρώπους που έχουν κρατήσει αρχεία και έχουν «κληρονομήσει» ιστορίες από τους παλιότερους. Αυτό ακριβώς έκαναν για 50 χρόνια ο Πίτερ Τζέφρις κι ο Γκρέγκορι Γιουσντάνις, δύο Βρετανοί μελετητές της ζωής του Έλληνα ποιητή, οι οποίοι παρουσίασαν μια ενδελεχή βιογραφία του Καβάφη πριν μερικές ημέρες, που κυκλοφορεί στα αγγλικά και έχει τίτλο «Αλεξανδρινή Σφίγγα».

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης πέθανε στα 70 του το μακρινό 1933. Ο ίδιος δεν κυκλοφόρησε ποτέ κανένα βιβλίο. Κάθε ποίημα που έγραφε, βρισκόταν σε κάποιο σημειωματάριο ή σε κάποιο φυλλάδιο. Κάθε νέο ποίημα έχτιζε τη φήμη του. Μια φήμη που «αιχμαλώτισε» τον Ντέιβιντ Χόκνι, την Τζάκι Ωνάση και τον φημισμένο Βρετανό συγγραφέα Έντουαρντ Μόργκαν Φόρστερ, μεταξύ πολλών άλλων. Μια φήμη που τον κατέστησε μετά από αρκετά χρόνια από τον θάνατό του, έναν παγκόσμιο ποιητή.

Στον 2ο όροφο στην Οδό Λέψιου, στον αριθμό 10, στην ελληνική παροικία της Αλεξάνδρειας, πάνω από ένα -τότε- πορνείο, βρίσκεται το μουσείο για τη ζωή του. Ο Καβάφης ζούσε εκεί για πάνω από 30 χρόνια και η παρουσία του είχε καταστήσει το σημείο το πιο κεντρικό της πόλης. Με τα κεριά να προσφέρουν το φως μες στο σκοτάδι και τον οικοδεσπότη να προσφέρει ψωμί και τυρί στους καλεσμένους του και να τους κοιτάζει με αυτά τα αινιγματικά μάτια που «προστάτευαν» τα γυαλιά του, ο Καβάφης είχε μετατραπεί σε έναν αστικό μύθο.

Σαν σώματα ωραία νεκρών που δεν εγέρασαν
και τάκλεισαν, με δάκρυα, σε μαυσωλείο λαμπρό,
με ρόδα στο κεφάλι και στα πόδια γιασεμιά —
έτσ’ οι επιθυμίες μοιάζουν που επέρασαν
χωρίς να εκπληρωθούν· χωρίς ν’ αξιωθεί καμιά
της ηδονής μια νύχτα, ή ένα πρωί της φεγγερό. (Από το ποίημα Επιθυμίες του Καβάφη)

Ο Καβάφης από την Αλεξάνδρεια ως την Πόλη και πάλι πίσω

Γεννημένος στην Αλεξάνδρεια το 1863, ο Καβάφης κλήθηκε από την ηλικία των 7 ετών να συνδράμει οικονομικά στην οικογένεια, καθώς ο πατέρας του πέθανε. Με τη μητέρα του, την Χαρίκλεια, μετακόμισαν για κάποια χρόνια σε Λίβερπουλ και Λονδίνο, μετά βρέθηκαν στην Πόλη για μια τριετία (1882-1885), όπου εκεί ο νεαρός Κωνσταντίνος είχε και τις πρώτες του σεξουαλικές εμπειρίες, και γύρισαν στην Αλεξάνδρεια για να δημοσιευτεί το πρώτο του ποίημα. Παράλληλα, για να διασφαλίζει τα προς το ζην, ο Καβάφης εργαζόταν ως δημόσιος υπάλληλος στην υπηρεσία άρδευσης της Αλεξάνδρειας. Μια τέτοια δουλειά, όσο βαρετή κι αν ήταν, του επέτρεπε να γυρίζει στο σπίτι και να ασχολείται με τα ποιήματά του. Κι όχι μόνο.

Ο Καβάφης ήταν δεινός μελετητής της Βυζαντινής και Αρχαιοελληνικής Ιστορίας. Το μεγαλύτερό του κίνητρό, όμως, δεν ήταν της ιστορικής καταγραφής ή της γνώσης, αλλά της μελέτης των ανθρώπων που περιγράφονται στα παλιά έργα, της ανάλυσης των χαρακτηριστικών του για να δομήσει ο ίδιος χαρακτήρες στα ποιήματά του, εμφορούμενος από την ομοφυλοφιλία του που διαμόρφωνε τις προσωπικότητες των φανταστικών ανθρώπων στην ποίησή του. Αυτή η περιγραφή είναι σαν να μιλάμε για κάποιον λογοτέχνη πεζού λόγου, για κάποιον μυθιστοριογράφο. Ο Καβάφης έκανε κάτι πολύ μοναδικό για την ποίηση και ρηξικέλευθο για την εποχή. Ρηξικέλευθο το λέμε εμείς, ο ίδιος ούτε που ενδιαφέροταν για κάτι τέτοιο ή είχε τέτοιους σκοπούς. Δημιουργούσε διαλόγους, χωρίς απαραίτητα να καταγράφονται και οι δύο πλευρές και τους έκανε ποιήματα χωρίς ρήμα. Με μια συντακτική ασυναρτησία.

«Η συναισθηματική ενέργεια της δουλειάς του, βρίσκεται στις αναμνήσεις, τα ονείρατα, τους υπαινιγμούς και τα αισθήματα», σημειώνουν οι δύο μελετητές κάπου στο βιβλίο τους. Ο Καβάφης κρατά θολό το τοπίο μεταξύ φανταστικού και υπαρκτού, αντλεί εικόνες από ανθρώπους της καθημερινότητας και τους προσθέτει έναν ερωτισμό, κάτι το αισθησιακό, σα να θέλει όλοι να τον ερωτευτούν. Πλατωνικά ή σωματικά. Σε μια πόλη που, όπως σε όλο τον τότε κόσμο, ενοχλείτο από τους ομοσεξουαλικούς υπαινιγμούς, ήταν ασφυκτικό για τον Καβάφη να διατηρήσει την αξιοπρέπειά του και να συνεχίσει να γράφει με το ίδιο ύφος. Γι’ αυτό, αυτοπεριορίστηκε στην ποίησή του. «Η αναγνώριση της ομοφυλοφιλίας  στην ποίησή του και ο αυτοπεριορισμός του στη ζωή, είναι αυτό που ουσιαστικά ενέπνευσε και διατήρησε την ποίησή του», τονίζουν οι μελετητές.

Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν. (Από το ποίημα Κεριά του Καβάφη)
Ένας άγνωστος Καβάφης

Για μια τέτοια προσωπικότητα, όπου το βασικό υλικό είναι επιστολές με έντονο γραφειοκρατικό χαρακτήρα ή τυπικές ευχαριστίες σε λογοτέχνες της εποχής, η βιογραφία έχει αναγκαστικά και μυθοπλαστικό χαρακτήρα.

Πώς γράφεται μια τέτοια βιογραφία;

Πώς φτάνει κανείς να γράψει, λοιπόν, μια τόσο ενδελεχή βιογραφία, όταν δεν υπάρχουν τόσες πολλές  επιστολές, όταν δεν υπάρχει μια καθημερινή ρουτίνα στη ζωή του Καβάφη που να προσφέρει ένα μονοπάτι έρευνας κι όταν δεν είναι τίποτα  γνωστό  για την ερωτική του ζωή, δεν υπήρξε κάποιος σύντροφος που να άφησε κάποια παρακαταθήκη πληροφοριών; Άλλωστε, ο Έλληνας ποιητής είχε φροντίσει τόσο ο ίδιος, όσο και οι κληρονόμοι του, να αφαιρεθούν στοιχεία για τη ζωή του που θα τον εξέθεταν μετά θάνατον.

Όπως εξηγεί ο Γιουσντάνις, για μια τέτοια προσωπικότητα, όπου το βασικό υλικό είναι επιστολές με έντονο γραφειοκρατικό χαρακτήρα ή τυπικές ευχαριστίες σε λογοτέχνες της εποχής, η βιογραφία έχει αναγκαστικά και μυθοπλαστικό χαρακτήρα. Κάποια κενά πρέπει να καλυφθούν με υποθέσεις, με αναπαράσταση των σκηνών και την επιλογή μιας πιθανής εξέλιξης του κάθε περιστατικού της ζωής του. Έτσι, το βιβλίο αρχίζει και τελειώνει με τον θάνατο του Καβάφη και στο ενδιάμεσο έχουμε κάποιες κυκλικές αφηγήσεις για διάφορες θεματικές/περιόδους της ζωής του. Κεφάλαια για την οικογένειά του, τους φίλους του, την Αλεξάνδρεια, την ποίηση και την εμμονή του να είναι απόλυτος κυρίαρχος της φήμης και υστεροφημίας του.

Οι συγγραφείς χρησιμοποιούν τη μυθολογική αιγυπτιακή «Σφίγγα» για να αποτυπώσουν τον Καβάφη ως έναν κρυψίνου, που φυλάει μετά μανίας μυστικά, με βλέμμα στραμμένο τόσο στο παρελθόν όσο και στο μέλλον.

Από τα πιο ενδιαφέροντα χωρία στο βιβλίο, είναι το ακόλουθο: «ο Καβάφης είχε γιγαντιαία φιλοδοξία, μια σχεδόν μοναστική συγκέντρωση στην τέχνη του και μια ζωή από την οποία ήθελε να αφαιρέσει την αγάπη. Τελικά, ο εγωκεντρικός μεσήλικας ποιητής, ηττάται από την θέρμη και την αγάπη του στοργικού νεαρού άντρα. Παραμένει όμως μια Σφίγγα. Απλησίαστος. Μας μένει μόνο να τον κατανοούμε μέσα από τους καλεσμένους του στο σκοτεινό και εκκεντρικό διαμέρισμα, όπως η Μυρτιώτισσα, Ελληνίδα ποιήτρια της εποχής, η οποία πίστευε πως η παρουσία της εκεί, ήταν κάτι το εξωπραγματικό, ώστε όταν έφυγε και βγήκε στην πόλη, είχε αμφιβολίες για το αν τον είδε και μίλησε μαζί του».

Αυτή η αποτύπωση, δίνει την αίσθηση πως ο Καβάφης ήθελε να σβήσει την ύπαρξή του από κάθε καταγραφή. Είτε γιατί φοβόταν την απόρριψη της κοινωνίας εφόσον μάθαινε τις λεπτομέρειες της ζωής του είτε γιατί φοβόταν για το αφήγημα του χαρακτήρα του ενόσω ο ίδιος δε θα ήταν πια εν ζωή.

* Με πληροφορίες από Guardian

 

Διαβάστε ακόμη: Οι ποιητές μας για τον Καβάφη

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top