«Το γέλιο είναι ένα κλειδί που μας αποκαλύπτει δημιουργικές διαδρομές για το κάθε έργο».

Δέκα χρόνια μετά την παγκόσμια πρεμιέρα του στη Βαρκελώνη και πέντε χρόνια από την πρώτη του εμφάνιση στη Στέγη, το RELIC του Ευριπίδη Λασκαρίδη και της ομάδας OSMOSIS επιστρέφει στη Στέγη από 13 έως 22 Μαρτίου για έναν τελευταίο κύκλο παραστάσεων, προσκαλώντας το κοινό σε μια συγκινητική αποχαιρετιστήρια εμπειρία. Λίγο πριν τις παραστάσεις σε Αθήωα, Ευρώπη και Ασία, συνομιλήσαμε με τον δημιουργό και ερμηνευτή των έργων  ΤΙΤΑΝΕΣ, ELENIT, ΚΑΜΑΡΕΣ, TOURNÉ, LAPIS LAZULI.

«Ούτε εγώ ούτε οι συνεργάτες μου παίρνουμε πολύ στα σοβαρά τους εαυτούς μας και αυτό μας ανοίγει έναν πολύ φωτεινό δρόμο προς την έμπνευση».

– Το 2020 παρακολούθησα το Relic στο υπόγειο της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση. Ήταν μία μοναδική εμφάνιση και έκανε το κοινό από την πρώτη στιγμή να παραληρεί από το γέλιο. Είναι όμως ένα διαφορετικού είδους γέλιο, αυτό που βγαίνει από την παράστασή σας. Εσείς πώς το αντιλαμβάνεστε;

Το γέλιο είναι ένας τρόπος επικοινωνίας. Είναι ξάφνιασμα και είναι και αμηχανία, αλλά κυρίως για μένα είναι η αναγνώριση του παράλογου που υπάρχει στη ζωή μας. Το σημείο που το ανοίκειο γίνεται οικείο, και για την ομάδα μας αυτός είναι τρόπος δουλειάς.

– Γελάτε όταν φτιάχνετε μια παράσταση;

Πολύ, ειδικά στις πρώτες πρόβες. Το γέλιο είναι ένα κλειδί που μας αποκαλύπτει δημιουργικές διαδρομές για το κάθε έργο. Είναι σημαντικό μέρος της διαδικασίας, αλλά και της ζωής μας. Ούτε εγώ ούτε οι συνεργάτες μου παίρνουμε πολύ στα σοβαρά τους εαυτούς μας και αυτό μας ανοίγει έναν πολύ φωτεινό δρόμο προς την έμπνευση.

– Ποια ήταν η έμπνευση, η αφορμή, το ερέθισμα έστω για το Relic;

Για το RELIC ήταν μια εικόνα καρφωμένη στο νου – ή μάλλον στην ψυχή μου. Ένα πλάσμα ευτραφές, αλαφροπάτητο, αλλά με ψυχή περιστεριού. Ένα ον αμήχανο, που προσπαθεί να υπάρξει, να καταλάβει, χωρίς αφετηρία ή τέρμα. Χωρίς να ανήκει κάπου, σε ένα τόπο-μη τόπο.

– Ο ίδιος δεν το προσδιορίζετε ειδολογικά: χορός, θέατρο, δρώμενο, επιτέλεση… Η γενετική διαδικασία του σχετίζεται ίσως με κάποιο είδος περισσότερο από κάποιο άλλο;

Όντως οι ταμπέλες δεν με φτιάχνουν, και αυτό είναι η αλήθεια σχετίζεται και με τον τρόπο που φτιάχνουμε τα έργα μας με την ομάδα μου. Το RELIC δανείζεται από παντού – από την περφόρμανς, το θέατρο, τον χορό, το τσίρκο, το burlesque, το drag. Εμπνέομαι από τις παραστατικές τέχνες στο σύνολό τους, γιατί τις αγαπώ βαθιά. Αυτή η εκλεκτική διαδικασία με χαροποιεί, γιατί μου αρέσουν τα ανοιχτά σχήματα – τα βρίσκω πιο ζωντανά, πιο αληθινά από τα έτοιμα και κλειδωμένα νοήματα.

«Το γελοίο είναι ένα εργαλείο – ένα καλέμι για να χτυπάει κανείς τους φόβους του και να φανερώνει, αν είναι τυχερός, κάποιες δυσεύρετες αλήθειες».

– Από την πρώτη παρουσίαση του Relic έχουν περάσει 10 χρόνια. Σε αυτό το διάστημα πώς έχει εξελιχθεί;

Το έργο ζει και αλλάζει, μιας και δεν έχει σταματήσει να παίζεται όλο αυτόν τον καιρό. Ωριμάζει μαζί μου και κάθε φορά το ανακαλύπτω από την αρχή. Είναι σαν να συναντάς έναν φίλο από τα παλιά. Στις αρχές της δεκαετίας του 2010 βρέθηκα με μια ομάδα ανθρώπων που σφράγισαν το ξεκίνημα αυτού του έργου: την Τατιάνα Μπρέ, τον Αλέξανδρο Μιστριώτη και φυσικά τον Άγγελο Μέντη, που μας χάρισε την εμβληματική φόρμα του πλάσματος που ενσαρκώνω. Αυτοί οι άνθρωποι είναι ακόμα στη ζωή μου.

Ο Αλέξανδρος, σταθερός συνεργάτης σε όλα μας τα έργα από τότε. Ο Άγγελος, με το αδιανόητο ταλέντο του, επιμελήθηκε τα κοστούμια στους ΤΙΤΑΝΕΣ, το ΕΛΕΝΙΤ και την ΤΟΥΡΝÉ. Και η Τατιάνα παραμένει φίλη και ουσιαστική συνομιλήτρια κάθε φορά που ετοιμάζω κάτι νέο. Η συνάντηση με το RELIC είναι και μια συνάντηση με αυτή την παρέα – μεγαλώνουμε μαζί, έστω και παράλληλα, χωρίς εκείνες τις ατέλειωτες ώρες στο στούντιο, μαζί όπως τότε. Αλλά κάθε φορά που επιστρέφω σε αυτό το έργο, επιστρέφω και στη γλυκιά γεύση εκείνης της εποχής. Και αυτό το κρατώ σαν κάτι πολύτιμο.

«Η αίσθηση των ξεχασμένων θραυσμάτων, των διασκορπισμένων κομματιών που επανασυντίθενται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, είναι η αίσθηση που έχω διαχρονικά για τη ζωή».

– Μεταμόρφωση και γελοιότητα βρίσκονται στον πυρήνα του έργου σας. Γιατί αυτά, και πώς συνδέονται ή επικοινωνούν μεταξύ τους;

Η μεταμόρφωση είναι με έναν τρόπο μια ελευθερία. Το να μη μένεις στάσιμος στην εικόνα σου, να τη μετασχηματίζεις, να δοκιμάσεις να γίνεις κάτι άλλο. Το γελοίο από την άλλη είναι ένα εργαλείο – ένα καλέμι για να χτυπάει κανείς τους φόβους του και να φανερώνει, αν είναι τυχερός, κάποιες δυσεύρετες αλήθειες. Οι δύο αυτές έννοιες είναι αλληλένδετες για μένα και για την ομάδα μου και ο σπόρος αυτός μπαίνει ολοφάνερα στο RELIC.

– Relic σημαίνει λείψανο. Με ποιο περιεχόμενο χρησιμοποιείτε τη λέξη;

Ως κάτι που έχει απομείνει. Relic σημαίνει λείψανο, αλλά και απομεινάρι – από το λατινικό relinquere, που σημαίνει “αφήνω πίσω”. Ένα ίχνος, ένα κομμάτι μνήμης, γλώσσας, σώματος. Κάτι που προσπαθεί να υπάρξει ξανά, να βρει μια νέα σημασία. Η αίσθηση των ξεχασμένων θραυσμάτων, των διασκορπισμένων κομματιών που επανασυντίθενται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, είναι η αίσθηση που έχω διαχρονικά για τη ζωή.

Όσο μεγαλώνω, λατρεύω την ιστορία σε κάθε της μορφή.

– Η δική σας στάση απέναντι στα λείψανα είναι ευσεβής ή εικονοκλαστική;

Όσο μεγαλώνω, λατρεύω την ιστορία σε κάθε της μορφή. Στο σχολείο, που τη μαθαίναμε παπαγαλία, τη σιχαινόμουν. Αλλά μεγαλώνοντας, κατάλαβα την αξία της – πόσο πολυεπίπεδη και χρήσιμη είναι. Και η ιστορία είναι γεμάτη ανασκαφές, λείψανα, απομεινάρια, μνήμες, βίους, αντικείμενα ξεχασμένα, γλώσσες που χάθηκαν, σύμβολα που άλλαξαν σημασία. Όλα αυτά με μαγεύουν. Βλέπω κάθε τι που έχει μείνει πίσω ως ένα ίχνος, τόσο εύθραυστο όσο και ιερό.

«Αν το έργο περάσει σε άλλο σώμα, σε άλλη ψυχή, αναπόφευκτα θα μεταμορφωθεί, θα πάει παρακάτω, θα επιβιώνει σαν ενα απομεινάρι κι αυτό, απλά με άλλη εσωτερική μορφή».

– Το Relic είναι ουσιαστικά η πρώτη σας δουλειά ως ολοκληρωμένη δημιουργία και είναι ένα δικό σας, ατομικό δρώμενο. Σκέφτεστε ότι μία μέρα θα μπορούσατε να το παραδώσετε σε κάποιον άλλον;

Αυτό θα ήταν υπέροχο, αν μπορούσε να συμβεί – και ίσως να γίνει μια μέρα. Δεν ξέρω αν θα είναι το ίδιο έργο, αλλά σίγουρα η διαδικασία θα έχει ενδιαφέρον. Αν περάσει σε άλλο σώμα, σε άλλη ψυχή, αναπόφευκτα θα μεταμορφωθεί, θα πάει παρακάτω, θα επιβιώνει σαν ενα απομεινάρι κι αυτό, απλά με άλλη εσωτερική μορφή.

«Οι εικόνες που φτιάχνω δεν ζητούν αποκωδικοποίηση, αλλά μια εμπειρία ανοιχτή, προσωπική».

– Τελικά, μπαίνει κανείς στο μυαλό του Ευριπίδη Λασκαρίδη; Ή αισθάνεστε ότι υπάρχει κάτι που δεν επικοινωνείται μέσα από τον χορό σας;

Οι εικόνες που φτιάχνω δεν ζητούν αποκωδικοποίηση, αλλά μια εμπειρία ανοιχτή, προσωπική. Ελπίζω κάθε θεατής να χαθεί στο δικό του συνειρμικό ταξίδι και να φτάσει κάπου που ούτε εγώ έχω φανταστεί. Αυτή η άγνωστη διαδρομή, το απρόβλεπτο που γεννιέται μέσα στον νου, στο βλέμμα του άλλου, είναι ίσως το πιο συναρπαστικό κομμάτι στο θέατρο.

 

Διαβάστε ακόμα: «ΜΑΜΙ» στη ΣΤΕΓΗ του Ιδρύματος Ωνάση. Αξίζει να δείτε αυτό το… ποίημα επί σκηνής.

 

 

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top