
Ο Ντέιβιντ Μπέρκοβιτζ ήθελε να εκδικηθεί τη Νέα Υόρκη για τη δική του μοναξιά και για τα τραύματα του πολέμου στο Βιετνάμ. 3 επεισόδια στο Netflix, ξετυλίγουν έναν εγκληματικό «μύθο».
«Χαίρετε από τους υπονόμους της Νέας Υόρκης, που είναι γεμάτοι με ακαθαρσίες σκύλων, χαλασμένο κρασί, ούρα και αποξηραμένο αίμα». Μερικές φορές, μια μόνο φράση αρκεί για να αποτυπώσει την ατμόσφαιρα ολόκληρης μιας εποχής. Η Νέα Υόρκη στα τέλη της δεκαετίας του ’70 δεν ήταν ούτε το λαμπερό φόντο των σύγχρονων ρομαντικών κωμωδιών, ούτε η «ασφαλής» παγκόσμια πρωτεύουσα που ξέρουμε σήμερα. Ήταν η «Fear City»: μια μητρόπολη που έβραζε από έγκλημα, εγκατάλειψη, φτώχεια και κοινωνική ένταση. Κι αυτή η εικόνα διαπνέει το νέο εγκληματικό ντοκιμαντέρ 3 επεισοδίων του Netflix για τον διαβόητο εγκληματία «Γιο του Σαμ», τον Ντέιβιντ Μπέρκοβιτζ .
Η οικονομική κρίση, η κατάρρευση των δημοτικών υπηρεσιών, η έξαρση της βίας, τα απέραντα γκράφιτι, οι διαβόητοι «subway vigilantes» και τα εγκαταλελειμμένα τετράγωνα είχαν μετατρέψει τη Νέα Υόρκη σε κάτι ανάμεσα σε δυστοπική ταινία και ντοκιμαντέρ για το πώς μοιάζει μια πόλη όταν χάνει το μέλλον της. Πολλοί το έλεγαν το «μεγάλο μήλο που σαπίζει εκ των έσω». Η εποχή της αθωότητας είχε περάσει – στη θέση της η παράνοια και η δυσπιστία.
Όλα αυτά διαπερνούν το φιλμικό τοπίο της εποχής: από το Taxi Driver του Μάρτιν Σκορσέζε – όπου ο Ρόμπερτ ντε Νίρο περιφέρεται νύχτα σε μια Νέα Υόρκη-εφιάλτη – μέχρι το Midnight Cowboy και το The Warriors. Η ίδια η πόλη είναι ο πρωταγωνιστής: μια Νέα Υόρκη σκοτεινή, ιδρωμένη, επικίνδυνη και μαγνητικά ελκυστική. «Gritty New York Films», ένα νέο κινηματογραφικό είδος.
Σε αυτό το περιβάλλον γεννήθηκε και το φαινόμενο του Son of Sam. Ο Ντέιβιντ Μπέρκοβιτζ, ένα παιδί της μεσοαστικής τάξης, υιοθετημένος, αποκομμένος από τους γονείς του, ανώνυμος και ασήμαντος, τυπικό δείγμα της αμερικανικής «χαμένης γενιάς» μετά το Βιετνάμ. Δοκίμασε να ξεφύγει υπηρετώντας στον στρατό, αλλά επέστρεψε στη Νέα Υόρκη μόνος, χωρίς φίλους, χωρίς στόχους, ένας ακόμη γρανάζι στη μηχανή της μεγαλούπολης.

Τα γράμματα που έστελνε ο Μπέρκοβιτζ στις εφημερίδες της Νέας Υόρκης μεταμόρφωσαν έναν κατά συρροή δολοφόνο σε αστικό μύθο.
Όλα ξεκίνησαν το 1976
Η ιστορία του δεν ξεχωρίζει σε τίποτα, μέχρι που το 1976 αποφασίζει να γίνει «κάποιος». Αντί για δημιουργία, επέλεξε την καταστροφή. Με τη δράση του, δολοφονώντας έξι ανθρώπους και τραυματίζοντας άλλους επτά σε διάστημα ενός χρόνου, κράτησε τη Νέα Υόρκη σε καθεστώς πανικού. Οι επιθέσεις του ήταν εντελώς τυχαίες: άνδρες, γυναίκες, σε κάθε γειτονιά. Ο Μπέρκοβιτζ κατάλαβε πολύ νωρίς αυτό που πολλοί serial killers γνώριζαν ενστικτωδώς, ότι όσο πιο ακατάληπτο είναι το κακό, τόσο περισσότερο τρόμο προκαλεί.
Τα γράμματα που έστελνε στις εφημερίδες της Νέας Υόρκης – με υπονοούμενα για σατανιστικές σέκτες, μυστηριώδεις «φωνές», σκύλους που μιλάνε, και έναν «Σαμ» που τον διατάζει να σκοτώνει – μεταμόρφωσαν έναν κατά συρροή δολοφόνο σε αστικό μύθο. Η πόλη πάγωσε: οι γονείς δεν άφηναν τα παιδιά τους να βγουν μετά τη δύση του ήλιου, τα μαγαζιά και οι ντίσκο άδειασαν, οι εφημερίδες μονοπωλούνταν από εικασίες για τη «νεοϋορκέζικη κόλαση».
Όμως, ο «Γιος του Σαμ» ήταν κάτι παραπάνω από εγκληματίας: ήταν ο καθρέφτης μιας κοινωνίας σε κρίση. Το πρόσωπο ενός συστήματος που άφηνε πίσω του χιλιάδες αόρατους ανθρώπους, έτοιμους να εκραγούν. Ο ίδιος ο Μπέρκοβιτζ το καταλάβαινε: επιζητούσε τη διασημότητα μέσω του τρόμου. Έδωσε συνεντεύξεις, άλλαξε την ιστορία του ξανά και ξανά – μια φορά δήλωσε πως σκότωνε επειδή τον διέταζε ένας 6.000 ετών «Σαμ» μέσω του σκύλου του γείτονα, αργότερα πως ήταν μέλος σατανιστικής σπείρας, και τα τελευταία χρόνια το έριξε στη μετάνοια και τη θρησκεία.
Η ιστορία του Son of Sam δεν είναι τυχαία τόσο ελκυστική για τη σύγχρονη κουλτούρα. Τα τελευταία χρόνια το Netflix (μετράμε τουλάχιστον τρία διαφορετικά ντοκιμαντέρ, με πιο πρόσφατο το «Οι Κασέτες του Γιου του Σαμ») επιστρέφει ξανά και ξανά σε αυτή την υπόθεση. Γιατί, τελικά, ο φόβος πουλάει και ίσως περισσότερο από την ίδια την ασφάλεια. Η Fear City των 70s έγινε trend, φιλτράρεται από Instagram accounts, ρετρό φωτογραφίες, αστυνομικά podcasts. Το Σάπιο Μήλο βρήκε τον τρόπο να εμπορευτεί ακόμα και την πιο σκοτεινή πλευρά του.

Αυτό που μένει, πέρα από τον μύθο, όπως αποτυπώνεται και στο Netflix, είναι η σκληρή κοινωνική διάγνωση: ένας άνδρας που ένιωσε «κανένας» σε μια πόλη αδιάφορη, διάλεξε να γίνει «κάποιος» με τον πιο νοσηρό τρόπο.
Το Netflix «χτίζει» ένα πέπλο ανθρώπινου ενδιαφέροντος για τους serial killers
Αυτό που μένει, πέρα από τον μύθο, όπως αποτυπώνεται και στο Netflix (που κι εδώ μεταμορφώνει τον θύτη σε θύμα, όπως έκανε και με τον Τζέφρι Ντάμερ και τόσους άλλους), είναι η σκληρή κοινωνική διάγνωση: ένας άνδρας που ένιωσε «κανένας» σε μια πόλη αδιάφορη, διάλεξε να γίνει «κάποιος» με τον πιο νοσηρό τρόπο. Σε μια Νέα Υόρκη που όλοι ένιωθαν ξένοι, η τρομοκρατία του Son of Sam ήταν το αποτέλεσμα μιας μαζικής αποξένωσης, ενός ανδρικού θυμού που ποτέ δεν διοχετεύτηκε δημιουργικά, μιας μητρόπολης που έχασε το μέτρο και τον εαυτό της. Δεν ήταν φυσικά μόνο αυτό. Το κακό υπάρχει, αντίθεση του καλού, και ο Μπέρκοβιτζ παραμένει πάνω απ’ όλα ένας διαβολικός, διεστραμμένος άνθρωπος χωρίς δικαιολογίες για αυτά που έκανε.
Σήμερα, σχεδόν πενήντα χρόνια μετά, οι δρόμοι της Νέας Υόρκης είναι σίγουρα πιο ασφαλείς – ή έτσι νομίζουμε. Το «Fear City» μπορεί να μην υπάρχει πια με την ίδια ένταση, αλλά τα φαντάσματα της αποξένωσης, της μοναξιάς, και του μυστηρίου που πάντα θα σιγοβράζει στις μεγαλουπόλεις, συνεχίζουν να μας στοιχειώνουν. Εμείς, από την ασφάλεια του καναπέ μας, καταναλώνουμε τον τρόμο τους, με τη βεβαιότητα πως «εμείς τη γλιτώσαμε».
Γιατί, τελικά, αυτό πουλάει περισσότερο και από το ίδιο το έγκλημα: η γοητεία της παρακμής, το ταξίδι στα άκρα, και η νοσταλγία για έναν κόσμο που ευτυχώς δεν γνωρίσαμε – αλλά δεν μπορούμε να πάψουμε να φανταζόμαστε. Και γι’ αυτό κάθε εγκληματική μυθολογία ή ντοκιμαντέρ, γίνεται ανάρπαστο στο Netflix.
* Φωτογραφίες: Netflix
** Με στοιχεία από Times
Διαβάστε ακόμη: Το Netflix «έκαψε» τη σειρά Wednesday στη 2η σεζόν




