«Στο Βορρά ο πρωταγωνιστής ψάχνει την ευτυχία, ή έστω την ηρεμία μέσα στο κεφάλι του, και πάει να τρελαθεί, την ψάχνει στους γύρω του και μένει πεινασμένος».

– Στο βιβλίο σου «Βορράς», που πρόσφατα εκδόθηκε από τις εκδόσεις Εστία, καταπιάνεσαι με την αναζήτηση της ευτυχίας. Δεν νομίζεις ότι είσαι πολύ νέος για κάτι τέτοιο;

Αν εννοείς ότι δεν έχω στιβαρά επιχειρήματα για να υποστηρίξω οποιοδήποτε συμπέρασμα, τότε σίγουρα ναι. Το εγχείρημα του Βορρά ξεκίνησε από την ανάγκη να βρεθούν απαντήσεις, η ανάγκη για απάντηση σε τέτοια ερωτήματα είναι μεγάλη ασχέτως ηλικίας, αλλά η ίδια η συγγραφή του βιβλίου ήταν τελικά μια ασταμάτητη διαδοχή ερωτημάτων και υποθέσεων. Προσπάθησα να χτίσω την αντίληψή ενός νέου απέναντι στην ευτυχία σήμερα, το πώς την αντιλαμβάνεται, το πού την ψάχνει, τα συναισθήματα που τον πνίγουν όταν αναγνωρίζει την απουσία της. Κατά τ’ άλλα όμως, όχι. Δεν νομίζω πως ποτέ είσαι πολύ νέος για να καταπιαστείς με την αναζήτηση, όποιας φύσεως αναζήτηση κι αν είναι αυτή. Αν το νιώθεις πρέπει να το κάνεις γιατί αλλιώς τι; Δεν θα φτάσεις πουθενά. Στην τελική για τον εαυτό σου αναζητάς και ίσως αυτόν θες να καταλάβεις πρώτα απ’ όλα. Τέτοια ερωτήματα, ερωτήματα σχετικά με την ευτυχία, την ύπαρξη, το θάνατο, είναι γιγάντια και μας «πλακώνουν», ο οποιοσδήποτε είναι μικρός απέναντί τους. Ευτυχώς αυτό δεν μας αποθαρρύνει από το να τα αναλογιστούμε, να έρθουμε αντιμέτωποι με αυτά, όσο αντέχουμε.

– Ακολουθώντας το αγωνιώδες ταξίδι του ήρωα σου, οι αναγνώστες αναρωτιούνται αν ο Σαρτρ είχε δίκιο, όταν έλεγε ότι “η κόλαση είναι οι άλλοι” ή αν η μεγαλύτερη κόλαση βρίσκεται εντός μας, εσύ τι απαντάς;

Είναι αλήθεια, κατά τη γνώμη μου, ότι ο μόνος τρόπος να επικυρώνουμε την ύπαρξή μας είναι μέσα από τους άλλους. Αυτό που είμαστε το απαρτίζουν όλα όσα βλέπουν οι άλλοι σε εμάς, εκείνοι μας αντιλαμβάνονται και κατ’ επέκταση εμείς υπάρχουμε, είμαστε «κάτι». Άρα η ζωή μας χωρίς τους άλλους είναι αδιανόητη και προσωπικά ναι, θεωρώ πως ο Σαρτρ είχε δίκιο. Οι άλλοι, σε μεγάλο ποσοστό, ευθύνονται για την προσωπική μας κόλαση. Κόλαση βρίσκουμε στους άλλους, βρίσκουμε και μέσα μας. Στο Βορρά ο πρωταγωνιστής ψάχνει την ευτυχία, ή έστω την ηρεμία μέσα στο κεφάλι του, και πάει να τρελαθεί, την ψάχνει στους γύρω του και μένει πεινασμένος, συναντάει μια κόλαση σε κάθε ξεχωριστή γωνιά όπου αναζητάει τον παράδεισο. Κατά τη γνώμη μου, όπως καταλαβαίνεις, η κόλαση βρίσκεται παντού και αν η ζωή αξίζει κάπου, τότε είναι μέσα της. Το ότι η κόλαση βρίσκεται παντού, δεν σημαίνει ότι παντού βρίσκεται μόνο κόλαση.

Ο Φοίβος Οικονομίδης συνομιλεί με τον συνεργάτη του Andro Γιάννη Σκορδά για το πρώτο του βιβλίο κι άλλα πολλά.

«Ο κίνδυνος μιας μίζερης, καταπιεσμένης ζωής μοιάζει γιγάντιος».

– Διαβάζοντας το βιβλίο, εντοπίζει κανείς άλλη μια θεματική, που φαίνεται να σε απασχολεί εξίσου με το πως γίνεται κανείς ευτυχισμένος. Αναφέρεσαι σε μια «αίθουσα αναμονής» με την οποία παρομοιάζεις την αναποφασιστικότητα της γενιάς μας, που περιμένει «κάτι από τον ουρανό», κάποιο θεόσταλτο σημάδι προκειμένου να βρει τον προορισμό της, τον Βορρά της αν θες. Που πιστεύεις ότι οφείλεται αυτό;

Ο προορισμός πλέον δεν είναι κάτι ξεκάθαρο. Ο κόσμος είναι χαοτικός και τα πράγματα τα οποία είχαν μέχρι χθες «νόημα» ή κάποια βαρύτητα, τέλος πάντων, έχουν ανατραπεί. Όταν βάζεις σε πρώτο πλάνο κάτι μεγάλο, όπως είναι μια ζωή με νόημα, όλα ισοπεδώνονται μπροστά σου και βλέπεις πιο καθαρά και η γενιά μου, νιώθω, η γενιά που «τα βρήκε όλα έτοιμα», η γενιά από «χιονονιφάδες», δεν μπορεί να κοιτάξει τόσο μακριά. Προχωράει μέσα σε μια ομίχλη από ραγδαίες εξελίξεις, από τεχνολογία, από μια ακραία, βίαιη απομυθοποίηση του συστήματος μέσα στο οποίο ζει. Θυμώνει, συγχίζεται, θλίβεται. Τη συγκεκριμένη θεματική την έθιξα έντονα επειδή την ένιωσα έντονα, το ίδιο και οι άνθρωποι γύρω μου, νομίζω. Είναι ένα μεγάλο «πού πάμε;» και κυρίως «πού πάω εγώ;». Το σχολείο- πανεπιστήμιο-δουλειά και τα λοιπά μοιάζει πλέον με μια σειρά από παράδοξα δωμάτια αναμονής για μια πραγματική ζωή που δεν έρχεται, δωμάτια αναμονής που τελικά οδηγούν στο θάνατο, δωμάτια αναμονής στα οποία ήδη βρίσκουμε μέσα τους εαυτούς μας. Ο κίνδυνος μιας μίζερης, καταπιεσμένης ζωής μοιάζει γιγάντιος. Δεν θα τη χαρακτήριζα λοιπόν τόσο «αναποφασιστικότητα» της γενιάς μας, όσο συνειδητοποίησή της ότι κάπου πήγαμε στραβά, ότι οι ζωές μας αξίζουν περισσότερο νόημα απ’ όσο τους αποδίδαμε μέχρι σήμερα, εγκλωβίζοντάς τες σε δωμάτια αναμονής.

«Η Αθήνα στα μάτια μου είναι μαγική. Ίσως και τοξική, αλλά σίγουρα μαγική».

– Πώς προσεγγίζεις την δημιουργική διαδικασία ενός έργου; Τι σου προσφέρει το να δουλεύεις μόνος σου και τι στο να συνεργάζεσαι με άλλους; Τι απολαμβάνεις περισσότερο;

Γενικώς μου αρέσει να πειραματίζομαι. Δεν είναι πάντα συγκεκριμένη η διαδικασία που ακολουθώ και σίγουρα έχει να κάνει και με τη φύση του κάθε πρότζεκτ. Συνήθως όλα ξεκινούν με μια σκέψη, μια εικόνα, κάτι που έρχεται κάπως «ασυνείδητα» και σιγά σιγά παίρνει μορφή και εκφράζεται μέσα σε μια πρόταση, μια κεντρική ιδέα. Από εκεί και πέρα ξεκινάει μια διαδρομή στην οποία γεννιέται ο σκελετός μιας ιστορίας και τα βιογραφικά των χαρακτήρων που θα τη ζήσουν. Προτιμώ όμως να μη γνωρίζω τα πάντα για το κάθε έργο, να ανακαλύπτω πράγματα στην πορεία. Θέλω να ξέρω περίπου πού πάω αλλά να μην μου είναι εξαρχής αυστηρά προσδιορισμένο το πώς, γιατί ούτως ή άλλως στην πορεία συνηθίζεται τα περισσότερα να ανατρέπονται.

Το βιβλίο του Φοίβου Οικονομίδη «Βορράς» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εστία.

Όταν δουλεύω μόνος η διαδικασία είναι αναγκαστικά εσωτερική. Τα ερεθίσματα του περιβάλλοντος τα δουλεύω όλα μέσα μου και βγάζω κάτι το οποίο είναι αποκλειστικά δικό μου κι άρα πολύ προσωπικό. Ακόμα κι αν δεν είμαι βέβαιος για το τι ακριβώς θέλω να πω, γνωρίζω πως ό,τι τελικά ειπωθεί θα είναι ειλικρινές και πως στην πορεία θα έχω ανακαλύψει πολλά πράγματα και για τον εαυτό μου. Από την άλλη, η συνεργατική δημιουργικότητα έχει τη δική της μαγεία. Είναι μια διαρκής μάχη μεταξύ ιδεών, συγκρούονται, αναμειγνύονται, χτίζονται η μία πάνω στην άλλη και βγαίνει κάτι που μπορεί να μην είναι απόλυτα δικό σου, έχει όμως τη δική του ζωή. Φτάνεις σε μέρη που, ασχέτως του αποτελέσματος, μόνος σου δεν θα έφτανες. Οπότε για το τι απολαμβάνω περισσότερο, θα πω εξαρτάται. Εξαρτάται από την ιδέα, το είδος του έργο, τον πιθανό συνεργάτη. Το Βορρά πάντως δεν θα μπορούσα να μην τον είχα γράψει μόνος μου.

– Έχεις ζήσει για πολλά χρόνια εκτός του αστικού ιστού, μια εικόνα που μας μεταφέρεις και στο βιβλίο, όμως όταν μιλάς για την Αθήνα και το κέντρο της πόλης, γράφεις για εκείνη σαν να είναι ερωμένη σου. Τι σε γοητεύει τόσο πολύ στην πόλη και σε ώθησε να την εντάξεις με λεπτομερειακή καταγραφή σε ένα δυστοπικό σενάριο;

Η Αθήνα στα μάτια μου είναι μαγική. Ίσως και τοξική, αλλά σίγουρα μαγική. Υπάρχει μέσα από τις αντιφάσεις της, διαφωνεί έντονα με τον εαυτό της, από γειτονιά σε γειτονιά, και αυτό την κάνει τόσο ζωντανή. Νιώθεις ότι ανά πάσα στιγμή αυτή η πόλη συγκρούεται και θα εκραγεί. Σου αποκαλύπτει τις ομορφιές της, όμως δεν κρύβει τα αμέτρητα μελανά σημεία της κάτω από έναν μανδύα ψευτοευημερίας, όπως άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, κι αυτό την κάνει αληθινή, ερωτεύσιμη και δυστοπική. Δεν έχουν ειπωθεί ακόμα αρκετά για την Αθήνα, έτσι πιστεύω.

– Γιατί οι ήρωες σου καπνίζουν αρειμανίως και πίνουν ασταμάτητα μπύρες;

Κατ’αρχάς, υπάρχουν πρακτικοί και αφηγηματικοί λόγοι. Πρακτικά, ένα τσιγάρο είναι μονάδα μέτρησης του χρόνου στο κείμενο. Περνάει η ώρα για το χαρακτήρα σου, όσο αυτός καπνίζει ένα ή δέκα τσιγάρα και το αντιλαμβάνεσαι αυτό. Αφηγηματικά, για κάποιους χαρακτήρες το ένα τσιγάρο πάνω στο άλλο αποτελεί μανιέρα, και μέσω αυτής εκφράζεται το στρες ή η αμηχανία τους. Γενικότερα, όμως, ήταν και κάτι αυθόρμητο. Σε μια παρέα νέων οι μπύρες και τα τσιγάρα είναι αυτονόητα. Δεν θα μπορούσαν να λείπουν, λοιπόν, από αυτήν την ιστορία.

«Το σχολείο- πανεπιστήμιο-δουλειά και τα λοιπά μοιάζει πλέον με μια σειρά από παράδοξα δωμάτια αναμονής για μια πραγματική ζωή που δεν έρχεται».

– Πόσο δύσκολο είναι να ανταγωνιστεί ένα βιβλίο τα video games, τις ταινίες και τις σειρές, ως επιλογή ψυχαγωγίας για τους νέους;

Δεν τίθεται ζήτημα ανταγωνισμού, κατά τη γνώμη μου. Δεν είναι ότι τα games ή οι ταινίες «πολεμούν» το βιβλίο. Είναι όλα τους διαφορετικά μέσα για να δημιουργούμε κόσμους και ιστορίες. Ίσως σε mainstream επίπεδο να μην είναι τόσο δημοφιλές το βιβλίο όσο, ας πούμε, ο κινηματογράφος. Αναγνώστες όμως υπάρχουν και θα υπάρχουν.

«Ένας δάσκαλός μου (μαθηματικός!) λέει συχνά ”κάνουμε τέχνη για να αντέχουμε την αλήθεια”. Νομίζω πως συμφωνώ!»

– Σε κολακεύει το γεγονός ότι είσαι ο νεαρότερος συγγραφέας ενός τόσο ιστορικού εκδοτικού οίκου, όπως είναι η Εστία;

Τόσο που δυσκολεύομαι να το συνειδητοποιήσω.

– Ξέρω ότι πέρα από το βιβλίο που έγραψες, έχεις γυρίσει δύο ταινίες μικρού μήκους και συμμετέχεις σε ένα μουσικό σχήμα. Έχεις μάλλον ανακαλύψει νωρίς την ψυχοθεραπευτική ιδιότητα της καλλιτεχνικής δημιουργίας…

Καταφεύγω σε καθημερινή βάση σε αυτήν, σχεδόν αδιάκοπα. Δεν ξέρω αν είναι θεραπεία, είναι μάλλον ο μόνος τρόπος να καταλάβεις και να επικοινωνήσεις με ειλικρίνεια κάποια πράγματα. Ένας δάσκαλός μου (μαθηματικός!) λέει συχνά «κάνουμε τέχνη για να αντέχουμε την αλήθεια». Νομίζω πως συμφωνώ!

Περίγραψε μου μια ιδανική μέρα για σένα.

– Ξύπνημα νωρίς – αλλά όχι και τόσο νωρίς το πρωί με ζεστό καφέ. Βόλτα στην πόλη με παρέα, ιδανικά χωρίς μάσκες, και δεύτερο καφέ. Διάβασμα, γράψιμο, μουσική. Σινεμά και μετά τσίπουρα.

 

Διαβάστε ακόμα: Γιώργος Γούσης –  «Η ληστοκρατία υπάρχει ακόμη και σήμερα στην κοινωνία μας».

 

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top