Φώτης Απέργης: «Όχι μόνο η ανάγκη, αλλά κυρίως το ήθος δημιουργεί βαθιές σχέσεις»

Με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του «Η Κάλλας, ο Μινωτής, ο Κουν και τα μαγειρευτά της Κάκιας», ο αξιόλογος δημοσιογράφος θυμάται παραστάσεις στην Επίδαυρο και γλέντια στην ταβέρνα του Λεωνίδα. Αναπολεί τα χρόνια της Ελευθεροτυπίας, αλλά και ασκεί κριτική στη σημερινή δημοσιογραφία, όντας πλέον, Διευθυντής Ραδιοφωνίας της Γενικής Διεύθυνσης Προγράμματος της ΕΡΤ.

 

«Τόσο η Κάκια του Λεωνίδα, όσο και οι καλλιτέχνες με τους οποίους επίσης μίλησα, μού αποκάλυψαν πολλές ιστορίες που δεν γνώριζα».

Ο Φώτης Απέργης, για εμάς τους κάπως παλαιούς των εφημερίδων ήταν πάντα μια σημαντική υπογραφή. Πολιτιστικό ρεπορτάζ στην πάλαι ποτέ ένδοξη Ελευθεροτυπία, σήμαινε ότι ήξερε τι έγραφε. Είχε γνώση, εμπειρία, και άποψη. Τον διαβάζαμε -όπως και άλλους της συγκεκριμένης εφημερίδας- σαν οδοδείκτες: Το έγραψε ο Απέργης, άρα θα είναι καλός ο δίσκος ή η παράσταση.

Ο ίδιος είναι ευλογημένος γιατί έζησε τα καλά χρόνια της δημοσιογραφίας κάνοντας το ρεπορτάζ που του άρεσε. Καταστάλαγμα αυτής της σημαντικής διαδρομής είναι και το θαυμαστό λεύκωμα «Η Κάλλας, ο Μινωτής, ο Κουν και τα μαγειρευτά της Κάκιας» που κυκλοφορεί σε περιορισμένα αντίτυπα από την Ελληνογερμανική Αγωγή (άπαντες θα μπορούν να το κατεβάσουν δωρεάν διαδικτυακά από το σάιτ της σχολής) και αναφέρεται στις σημαντικές παραστάσεις που έχουν δοθεί όλες αυτές τις δεκαετίες στην Επίδαυρο.

Το συγκεκριμένο πόνημα είναι ένας μικρός άθλος, αλλά και μια κιβωτός. Περιλαμβάνει διηγήσεις και απόψεις σημαντικών δημιουργών που πέρασαν από την Επίδαυρο, ανθρώπων που μίλησαν στον Φώτη Απέργη, αλλά και παλαιότερων. Εξέχουσα θέση στην Επίδαυρο έχει, φυσικά, η ταβέρνα του Λεωνίδα στην οποία συνέρρεαν όλοι οι καλλιτέχνες μετά το τέλος της παράστασης για να φάνε, να συνομιλήσουν πιο χαλαρά, αλλά και να διασκεδάσουν.

Ο Φώτης Απέργης συνομίλησε με τη σύζυγο του «θεσμικού» Λεωνίδα, την Κάκια Λιακοπούλου, και φυσικά αυτά που του είπε ήταν άκρως ενδιαφέροντα και αποκαλυπτικά. Είναι μια βουτιά σε ένα ένδοξο παρελθόν αυτό το λεύκωμα, αλλά όχι με τη στενά αναμνησιακή διάσταση, όσο με τη μεταφορά δομικών στοιχείων πολιτισμού στο ενεργό τώρα. Ο Φώτης Απέργης μίλησε στο Andro για την έκδοση, τη δική του εμπειρία στην Επίδαυρο, τα χρόνια της Ελευθεροτυπίας, αλλά και τη σημερινή κατάσταση στη δημοσιογραφία.

«Η Κάκια με περίμενε χαμογελαστή μπροστά στο φουντωµένο τζάκι. Είχε στρώσει ένα τραπέζι µε µια πιατέλα φρεσκοκοµµένα ρόδια και µια αγκαλιά τριαντάφυλλα. Δίπλα άχνιζε µια µηλόπιτα».

– Το λεύκωμα είναι ένας φόρος τιμής σε έναν «ιερό» χώρο για το θέατρο. Τι θα αποκομίσει ο αναγνώστης;
Μπορώ να σας πω τι θα ήθελα να αποκομίσει. Θα ήθελα να αισθανθεί ότι, όχι μόνο η ανάγκη, αλλά κυρίως το ήθος και η καλή καρδιά μπορούν να δημιουργήσουν βαθιές σχέσεις πολλών χρόνων ανάμεσα σε διαφορετικούς ανθρώπους και κοινωνικές ομάδες, όπως είναι η οικογένεια Λιακόπουλου και οι καλλιτέχνες. Επίσης ότι οι σχέσεις αυτές βρίσκονται στον αντίποδα της βιομηχανίας της διασκέδασης: Εδώ, οι άνθρωποι σέβονται την καλλιτεχνική πράξη, αλλά δεν θαμπώνονται απέναντι στον σταρ.

– Ήταν διαφορετικοί οι αστέρες του θεάτρου όταν πήγαιναν στην ταβέρνα του Λεωνίδα ή κουβαλούσαν το προσωπείο του ρόλου τους;
Πάντα υπήρχαν και υπάρχουν μερικοί κακομαθημένοι. Όμως, οι περισσότεροι συμπεριφέρονται με ανοιχτή καρδιά, σα να επιστρέφουν στο σπίτι τους. Όταν κάνουν πρόβες, οι Λιακόπουλοι τους περιμένουν μεσ’ στη νύχτα μ’ ένα πιάτο φαγητό και απαλύνουν την αγωνία τους μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία του ρόλου. Είναι η οικογένειά τους στην Επίδαυρο.

Ο Λεωνίδας Λιακόπουλος με τον Θανάση Βέγγο.

– Αισθάνεσθε ευλογημένος που τους γνωρίσατε από κοντά όλους αυτούς τους σημαντικούς δημιουργούς και μιλήσατε μαζί τους;
Χαίρομαι που πολλοί σημαντικοί και καταξιωμένοι καλλιτέχνες μας τίμησαν με την εμπιστοσύνη τους σ’ αυτή την έκδοση. Όμως, σε βάθος χρόνου, οι σημαντικοί δημιουργοί που έχω γνωρίσει προέρχονται κυρίως από τον χώρο της μουσικής. Από τον Μάνο Χατζιδάκι και τον Ιάννη Ξενάκη έως τον Ντίζι Γκιλέσπι και τον Μικ Τζάγκερ. Και βέβαια αισθάνομαι τυχερός γι’ αυτό.

– Για το λεύκωμα αυτό, μιλήσατε, μεταξύ άλλων, με την Κάκια Λιακοπούλου, σύζυγο του Λεωνίδα. Τι αποκομίσατε από αυτή την εξομολόγηση;
Ηταν χειμώνας όταν αρχίσαμε τις συνεντεύξεις. Ηταν μια κρύα μέρα και το μαγαζί ήταν κλειστό. Φτάνοντας, σκεπτόμουν, πώς θα δουλέψουμε με τέτοιες συνθήκες; Αλλά να που με περίμενε χαμογελαστή μπροστά στο φουντωµένο τζάκι. Είχε στρώσει ένα τραπέζι µε µια πιατέλα φρεσκοκοµµένα ρόδια και µια αγκαλιά κόκκινα τριαντάφυλλα. Δίπλα άχνιζε µια µηλόπιτα. Πώς ήταν δυνατόν να περιμένω κάτι λιγότερο; Δεν ήταν μόνο στην καρδιά του Λεωνίδα. Είναι, εξήντα χρόνια τώρα, και η καρδιά του «Λεωνίδα». Ηταν ένας λόγος παραπάνω να εστιάσουμε σ’ εκείνη.

Το εξώφυλλο του λευκώματος.

– Σας διηγήθηκε περιστατικά που ούτε κι εσείς τα είχατε ακούσει ή διαβάσει;
Ασφαλώς. Τόσο η Κάκια, όσο και οι καλλιτέχνες με τους οποίους επίσης μίλησα, μού αποκάλυψαν πολλές ιστορίες που δεν γνώριζα. Ιστορίες που δεν γνώριζαν, μάλιστα, και άξιοι συνάδελφοι που παρακολουθούν το Φεστιβάλ της Επιδαύρου επί περισσότερα χρόνια, με πολύ βαθύτερη γνώση και εγκυρότητα από μένα. Γι’ αυτό και είχε νόημα να τις εκδώσουμε.

«Παίχτηκαν ιστορικές παραστάσεις στην Επίδαυρο. Όμως, κοιτάξτε, έχουμε δει και πολλά πιλάφια».

– Το βιβλίο φαίνεται να έχει μια ρομαντική-αγαπητική αίσθηση για όσα πέρασαν. Εσείς τι είχατε σκοπό να καταγράψετε;
Η ιδέα ήταν να αναδείξουμε μεσ’ από ιστορίες το πώς ο κόσμος της καλλιτεχνικής δημιουργίας και ο κόσμος του καθημερινού μόχθου αλληλοϋποστηρίζονται εδώ και 60 χρόνια στην Επίδαυρο. Στην αυλή του «Λεωνίδα» οι άνθρωποι του πολιτισμού είχαν και έχουν καλύτερη καθημερινότητα γιατί οι άνθρωποι της καθημερινότητας έχουν πολιτισμό. Δεν ξέρω αν η αίσθηση είναι «ρομαντική». Τόσο στην αφήγηση της Κάκιας, όσο και σ’ εκείνες των ηθοποιών, υπάρχουν αρκετές αναφορές και στις μικρότητες και τους καβγάδες μεταξύ προσώπων, καθώς και στις αντιπαλότητες μεταξύ θεατρικών οργανισμών. Ωστόσο, οι ίδιοι άνθρωποι που έζησαν π.χ. την καταπιεστική ιεραρχία στους κόλπους τόσο του Εθνικού όσο και του Θεάτρου Τέχνης, τη μνημονεύουν μ’ ένα νοσταλγικό χαμόγελο.

– Ποια χρονιά ήταν η πρώτη παράσταση που είδατε ως δημοσιογράφος; Τη θυμάστε;
Θυμάμαι κατ’ αρχήν την πρώτη φορά που πήγα στην Επίδαυρο. Μαθητής, με τους γονείς μου και οικογενειακούς φίλους. Δίπλα μου, η κυρία Φόνη παρακολουθούσε βουρκωμένη τον μονόλογο της Αντιγόνης. Ηταν μια από τις πρώτες φορές που συναισθάνθηκα τη δύναμη της τέχνης. Την παρθενική παράσταση ως δημοσιογράφος, δεν τη θυμάμαι. Μια από τις πρώτες μεγάλες συγκινήσεις ήρθε ασφαλώς το 1989 με την «Ηλέκτρα» του Θεσσαλικού Θεάτρου με τη Λυδία Κονιόρδου. Ο Κώστας Τσιάνος είχε συνδέσει την αρχαία τραγωδία με τη λαϊκή παράδοση με τον πιο φυσικό τρόπο, αλλά και με δραματική ένταση. Και τι δεν είχε ακούσει μέχρι τότε: Μερικοί τον κορόιδευαν από τις εφημερίδες για την «καραγκούνα Ηλέκτρα», που είχε ήδη παρουσιάσει στα χωριά τής Θεσσαλίας. Όπως μού εξομολογήθηκε φέτος για χάρη τού βιβλίου, ανησυχούσε πολύ για την υποδοχή που η παράστασή του θα είχε στην Επίδαυρο. Παρακολουθούσε με αγωνία την πρεμιέρα της από τη δεύτερη σειρά. Και μόλις είδε ότι στην είσοδο του χορού το κοινό αλάλαξε με δέος, ξέσπασε ανακουφισμένος σε λυγμούς. Δίπλα του καθόταν ο Αντώνης Τρίτσης. «Κλάψε», του είπε σιγά, αγκαλιάζοντάς τον. «Τα είχες μαζεμένα».

Η Αλίκη Βουγιουκλάκη με την Κάκια Λιακοπούλου.

– Νοσταλγείτε; Λέτε, ας πούμε, τα παλιά χρόνια ήταν καλύτερα στην Επίδαυρο σε σχέση με σήμερα;
Μερικές φορές, ναι. Και οι ηθοποιοί το λένε. Γιατί η καλλιτεχνική κοινότητα, τότε ήταν πιο δεμένη- ακόμα και για πρακτικούς λόγους: δεν είχαν όλοι αυτοκίνητα να σκορπιστούν. Παίχτηκαν, εξάλλου, ιστορικές παραστάσεις στην Επίδαυρο. Όμως, κοιτάξτε, έχουμε δει και πολλά πιλάφια. Σημασία έχει πως, όσα χρόνια και αν περάσουν, όταν χαμηλώνουν τα φώτα, σωπαίνει το κοινό και ακούγονται από το βάθος τα βήματα των ηθοποιών να πλησιάζουν στην ορχήστρα, είσαι και πάλι έτοιμος να παρασυρθείς στη μαγεία μιάς βραδιάς στο κορυφαίο αρχαίο θέατρο του κόσμου.

«Η Ελευθεροτυπία είναι σαν έρωτας που διακόπηκε βίαια: Όταν τη σκέπτομαι, δεν θυμάμαι κανένα ελάττωμα της».

– Εχετε παρακολουθήσει παράσταση που να θέλετε να φύγετε από τα πρώτα λεπτά;
Ε, δεν είμαι τόσο ανυπόμονος. Αλλωστε, ακόμα και σε μια μέτρια παράσταση, το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου είναι ο ιδανικός τόπος για να θυμηθεί κανείς την περίφημη ατάκα σε μια τηλεοπτική περιγραφή του Γιάννη Διακογιάννη: «Το ματς σήμερα δεν λέει πολλά, γι’ αυτό παρακαλώ τον σκηνοθέτη να μας δείξει αυτό το υπέροχο φεγγάρι».

«Η Ελευθεροτυπία ανήκει σε μιαν άλλη εποχή, ίσως σε μιαν άλλη χώρα».

– Πόσα χρόνια καλύπτετε το πολιτιστικό ρεπορτάζ; Θα το αλλάζατε με κάποιο άλλο;
Δημοσίευσα το πρώτο μου ρεπορτάζ τον Ιούλιο του 1982, ως 19χρονος μαθητευόμενος συντάκτης στην «Ελευθεροτυπία». Αφορούσε την επεισοδιακή συναυλία των Talking Heads στο γήπεδο του Παναθηναϊκού. Θα ήθελα να είχα την ευκαιρία να καλύπτω το πολιτιστικό ρεπορτάζ και το 1957 στη Νέα Υόρκη, όταν ο Λέοναρντ Μπέρνσταϊν έκανε την πρεμιέρα του «West Side Story» στο Μπρόντγουεϊ. H, το 1959 στην Αθήνα, όταν το Θέατρο Τέχνης πρωτοπαρουσίασε στο Ηρώδειο τους «Ορνιθες». Η, το 1968 στις Κάνες, όταν ο Φρανσουά Τριφό και ο Ζαν Λικ Γκοντάρ διέκοψαν το φεστιβάλ στον απόηχο της εξέγερσης του Μάη. H, το 1969 στο Λονδίνο, όταν οι Beatles έδωσαν την τελευταία τους συναυλία στην ταράτσα των γραφείων της Apple. Αλλά μάλλον δεν ρωτήσατε αυτό, έτσι δεν είναι;

Η σημαντική τριάδα του Θεάτρου Τέχνης: Κουν, Λαζάνης, Κουγιουμτζής.

– Νοσταλγείτε τα χρόνια της «Ελευθεροτυπίας»; Τι την έκανε τόσο ιδιαίτερη εφημερίδα;
Ότι τηρούσε σε μεγαλύτερο βαθμό από κάθε άλλη την υπόσχεση που έδινε το όνομά της. Αυτό μας έδινε φτερά.

«Κάθε κυβέρνηση θα μπαίνει στον πειρασμό να ελέγχει τη δημόσια ραδιοτηλεόραση».

– Μα, καλά, προβλήματα, ελαττώματα δεν είχε αυτή η εφημερίδα;
Πολλά! Αλλά είναι σαν έρωτας που διακόπηκε βίαια: Όταν τη σκέπτομαι, δεν θυμάμαι κανένα.

– Θα μπορούσε να υπάρξει μια αντίστοιχη «Ελευθεροτυπία» στις μέρες μας;
Ο μακαρίτης ο Γιάννης Καλαϊτζής, ο περίφημος γελοιογράφος, κάποτε ζήτησε αύξηση από τον Τεγόπουλο με το αιτιολογικό ότι είχε ακριβύνει το ουίσκι. Εκείνος γέλασε και του την έδωσε. Πού να το πεις σήμερα αυτό… Η «Ελευθεροτυπία» ανήκει σε μιαν άλλη εποχή, ίσως σε μιαν άλλη χώρα. Ωστόσο, η ανάγκη για έναν τύπο, έντυπο ή ηλεκτρονικό, που έχει υψηλό βαθμό ανεξαρτησίας από κόμματα και συμφέροντα, που αναζητά το αυθεντικά νέο και δημιουργικό σε κάθε τομέα, πάντα θα υπάρχει.

Η Κατίνα Παξινού σε στιγμές χαλάρωσης.

– Ο κόσμος σήμερα ταυτίζει εν πολλοίς τους δημοσιογράφους με τους εργοδότες τους. Φταίμε εμείς για τούτη την παράταιρη ταύτιση;
Ε, ναι, μερικοί από μας φταίνε. Το περίεργο είναι ότι ορισμένοι από τους «φταίχτες» απολαμβάνουν συγχρόνως μεγάλη δημοφιλία, κάποτε μάλιστα και καταξίωση. Αρα, δεν φταίνε μόνον αυτοί…

– Οι παλαιοί εφημεριδάδες δαιμονοποίησαν την τηλεόραση και το ίντερνετ ως βασικές αιτίες της «παραδημοσιογραφίας». Φαίνεται πως η ανάλυση είναι μερική. Εσείς τι πιστεύετε;
Τα λερωμένα χέρια δεν βρωμίζουν μόνο την οθόνη της τηλεόρασης και του υπολογιστή, βρωμίζουν και το έντυπο χαρτί. Από την άλλη, όσο περισσότερο επιτρέπει ένα μέσο την ευκολία, την ταχύτητα και την ανωνυμία, τόσο πιο πολύ απλώνεται ο λεκές.

Η Μαρία Κάλλας με ιδιόχειρη αφιέρωση του Γιάννη Τσαρούχη.

– Αυτή τη στιγμή εργάζεστε στην ΕΡΤ. Μπορεί να υπάρξει ακηδεμόνευτη ΕΡΤ;
Κάθε κυβέρνηση θα μπαίνει στον πειρασμό να ελέγχει τη δημόσια ραδιοτηλεόραση. Όμως, είναι παρήγορο ότι και στα τρία κόμματα που έχουν περάσει από την εξουσία τις τελευταίες δεκαετίες, και βέβαια στο ραδιομέγαρο της Αγίας Παρασκευής, υπήρξαν και υπάρχουν και σήμερα και στελέχη που πάσχισαν και πασχίζουν αληθινά για μια σύγχρονη, ανεξάρτητη ΕΡΤ. Το ξέρω γιατί συνεργάζομαι μαζί τους.

– Εχετε δεχθεί παρεμβάσεις στη δημοσιογραφική σας καριέρα; Αν ναι, ποια ήταν η αντίδρασή σας;
Από αυτή την πλευρά, η σταδιοδρομία μου υπήρξε μάλλον ανιαρή. Τα περισσότερα χρόνια είχα την τύχη να εργάζομαι πλάι σε διευθυντές και αρχισυντάκτες που σέβονταν τον συντάκτη, αν έβλεπαν ότι είναι υπεύθυνος. Αποκαλούσαμε την ΑΕΠΙ «ληστρική» την εποχή της παντοδυναμίας της, όταν ο Τεγόπουλος, ως μέτοχος, τότε, του Mega, ήταν υποχρεωμένος να συνεργάζεται μαζί της. Επικρίναμε για τη δημόσια συμπεριφορά τους ορισμένους καλλιτέχνες, την εποχή που έκαναν παρέα με τον Φυντανίδη. Ούτε ο ένας, ούτε ο άλλος μας απέτρεψαν. Ωστόσο, για να μη φανώ ξανά ρομαντικός, υπενθυμίζω ότι εργαζόμουν στο Πολιτιστικό. Δεν ήταν όλα γύρω μας τόσο ιδανικά.

«Τα νέα παιδιά να γίνουν δημοσιογράφοι μόνο αν τα εξάπτει βαθιά να ερευνούν τι κρύβεται πίσω απ’ ό,τι βλέπουν και ακούν».

– Ποιο τίμημα οφείλει να πληρώσει ένας δημοσιογράφος αν θέλει να παραμείνει ανεξάρτητος;
Εξαρτάται από το πού ζει και τι ρεπορτάζ κάνει. Προφανώς, κοστίζει περισσότερο η ανεξαρτησία αν αποκαλύπτεις τους βαρώνους του καρτέλ ηρωίνης στο Μεξικό, απ’ ό,τι αν σχολιάζεις π.χ. το καθεστώς των απλήρωτων προβών στο ελληνικό θέατρο.

– Κάποτε το επάγγελμα είχε ισχυρή επιρροή. Τα νέα παιδιά φαντασιώνονταν μια θέση στον ήλιο της δημοσιογραφίας. Τώρα, γιατί να το κάνουν; Για 800 ευρώ κι αυτά αν τα πάρουν ποτέ;
Να μην το κάνουν ούτε για τα 800 ευρώ, ούτε για την όποια επιρροή μπορεί να έχει το επάγγελμα. Να το κάνουν μόνο αν τα εξάπτει βαθιά να ερευνούν τι κρύβεται πίσω απ’ ό,τι βλέπουν και ακούν. Αν έχουν τις κατάλληλες γνώσεις ώστε να μην είναι η έρευνά τους επιπόλαιη. Και αν απολαμβάνουν να παιδεύουν κάθε λέξη προκειμένου να αφηγηθούν το αποτέλεσμά της καλύτερα στους άλλους. Μόνο τότε θα έχουν τη δύναμη να αντέξουν τις τόσο αντίξοες συνθήκες που επικρατούν στον χώρο μας, ειδικά τα τελευταία χρόνια.

– Πώς θα θέλατε να σας θυμούνται οι νεότεροι συνάδελφοι;
Αν υπονοείτε κάτι για την ηλικία μου, μην ανησυχείτε, έγινε αντιληπτό. Ελπίζω, ωστόσο, ότι, πριν δώσω στους νεότερους συναδέλφους την ευκαιρία να με θυμούνται ή να με ξεχάσουν, θα συνεχίσω για αρκετά ακόμη χρόνια να συνεργάζομαι μαζί τους.

 

Διαβάστε ακόμα: Ρένος Χαραλαμπίδης – «Ο Έλληνας έπιασε κουβέντα με τον διάβολο».

 

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top