Γιώργος Χειμωνάς: «Για τον Γιώργο Ιωάννου»

Ο συγγραφέας –και γιατρός– Γιώργος Χειμωνάς διηγείται τις τελευταίες στιγμές στην εντατική του αγαπημένου Θεσσαλονικιού πεζογράφου, που έφυγε απ’ τη ζωή 35 χρόνια πριν σαν σήμερα. «Έκλεισα τα μισόκλειστα μάτια του και τα ξανάνοιξα απότομα – οι κόρες δεν μίκρυναν, το φως δεν ίσχυε πια γι’ αυτόν», θυμάται συγκλονισμένος.

 

«Δεν ήταν τόσο το αντανακλαστικό της κόρης που εκείνη την στιγμή γύρευα σαν κάποια ιατρική ελπίδα• ήταν περισσότερο για να αφήσω επάνω στα βλέφαρά του την προστατευτική, θρησκευτική, την απαρηγόρητη αφή μου» (Στη φωτογραφία ο Γιώργος Ιωάννου στα Κάστρα Θεσσαλονίκης το 1975).

Δεν έχω σκοπό  να αποτιμήσω το έργο του, απεχθάνομαι τις κηδείες και τα μνημόσυνα. Τι αντιπροσωπεύει ο Ιωάννου για την ελληνική λογοτεχνία, από πολύν καιρό ήδη το γνωρίζουμε – εμείς, οι σύγχρονοί του, ίσως περισσότερο από τις επερχόμενες γενιές. Θέλω απλώς να πω την συντριβή μου, όταν μπήκα στην εντατική και τον είδα. Την λύπη μου, που αυτό το σώμα του, το φορτωμένο από αναρίθμητες βαθειές αισθήσεις, πλούσιο από απερίγραπτες μνήμες, το σώμα του –που ξεκίνησε από τον μακρινό, χαμένο Πόντο, πλασμένο με τις μυθικές συγκινήσεις των εξαίσιων ελληνικών σωμάτων, χαρακωμένο από τα πάθη, τα υπέροχα αλλά και τα αποτρόπαια, μιας υπεροπτικής, σπουδαίας αρσενικής φυλής– αυτό το σώμα να είναι ανοιγμένο, παραβιασμένο, οι χοντροί σωλήνες της αναπνοής και της καρδιάς να το διαπερνούν, να το σκυλεύουν –(πώς αυτό το σώμα τώρα μονάχο ταξιδεύει στην Θεσσαλονίκη, πώς αυτό το σώμα –που πάντα τρόμαζε με τις αρρώστιες και τον θάνατο– τώρα κηδεύεται, τώρα το αφήνουν όλοι μονάχο μες στην γη και φεύγουν, έμεινε εκεί, ανέγγιχτο πια για όλον τον καιρό, μονάχο)– έκλεισα τα μισόκλειστα μάτια του και τα ξανάνοιξα απότομα – οι κόρες δεν μίκρυναν, το φως δεν ίσχυε πια γι’ αυτόν. Αλλά δεν ήταν τόσο το αντανακλαστικό της κόρης που εκείνη την στιγμή γύρευα σαν κάποια ιατρική ελπίδα· ήταν περισσότερο για να αφήσω επάνω στα βλέφαρά του την προστατευτική, θρησκευτική, την απαρηγόρητη αφή μου.

 

// Από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά «Ποιον φοβάται η Βιρτζίνια Γουλφ;», εκδ. Καστανιώτη, 1995. (Πρώτη δημοσίευση του κειμένου: «Δεκαπενθήμερος Πολίτης», τ. 34, 22.2.85.)

 

Διαβάστε ακόμα: «Καληνύχτα, καρντάση μου».

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close