«Ανεβάζει η άλλη το βρακί της κι εσύ ότι παίζεις στην Επίδαυρο. Ποιο είναι το όριο στα social media;»

Είναι μανιώδης καπνιστής, έχει τροχόσπιτο, αγαπάει τα παιδιά, φρικάρει που ο χρόνος περνάει και μεγαλώνει. Ποιος είναι τελικά ο ηθοποιός που έχει πάρει το Βραβείο Χορν; Ο Γιάννης Νιάρρος φωτογραφίζεται αποκλειστικά για το Andro και μιλάει δίχως... φίλτρο ασφαλείας στην Κική Μουστακίδου.

Φωτογραφία :
Πηνελόπη Μασούρη
 

«Καπνίζω πάρα πολύ, θα πεθάνω από αυτό, το έχω δεχτεί πια».

Λίγο μετά τα Grammy, όπου ο αγαπημένος του Τζέικομπ Κόλλιερ θριάμβευσε, και λίγο πριν τα Oscar, στα οποία προβλέπει πως το Joker θα αναδειχθεί Καλύτερη Ταινία, ο Γιάννης Νιάρρος -συνεχίζει να- καπνίζει μανιωδώς, σιχαίνεται που μεγαλώνει, φρικάρει που η μάζα σήκωσε όλα τα Tamiflu από τα φαρμακεία, θυμάται με αγάπη τον σπουδαίο Γιώργο Κοτανίδη και θα ήθελε να ξεκινούσαμε την κουβέντα μας με την παραδοχή ότι δεν έχουν σημασία τα όσα λέει.

Από την ευρεία αναγνώριση μέσω της ταινίας του Τάσου Μπουλμέτη «Νοτιάς» και το Βραβείο Χορν για την ερμηνεία του στο θεατρικό έργο του Γιάννη Οικονομίδη «Στέλλα Κοιμήσου», μέχρι τον ρόλο του ως αυτιστικός Κρίστοφερ στο «Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα;» (συνεχίζεται για 2η χρονιά στο Θέατρο Τζένη Καρέζη, σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου) και το Stand Up Comedy μετά μουσικής «Life Before Grammys» που έχει στήσει και παρουσιάζει στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο (για δύο ακόμη παραστάσεις, 3 και 10 Φεβρουαρίου), ο Γιάννης Νιάρρος χτίζει την καριέρα του εντυπωσιακά. Και οι λέξεις του έχουν σημασία γιατί είναι ειλικρινείς, σύγχρονες και δίχως φόβο.

«Ό, τι απόφαση πάρω νιώθω ότι είναι λάθος, και μετά θέλω να την αναιρέσω. Μόλις την αναιρώ, θέλω την προηγούμενη απόφαση».

– Φτάσαμε στον δεύτερο μήνα του 2020. Με τις αποφάσεις της νέας χρονιάς πώς τα πήγες έως τώρα, έχεις καταφέρει να κάνεις καμία πραγματικότητα;
Με τις αποφάσεις μου κινούμαι πάρα πολύ περίεργα, είναι ένα μεγάλο πρόβλημα στη ζωή μου γιατί τα θέλω όλα και ταυτόχρονα τίποτα. Ό, τι απόφαση πάρω νιώθω ότι είναι λάθος, και μετά θέλω να την αναιρέσω. Μόλις την αναιρώ, θέλω την προηγούμενη απόφαση. Το μόνο θετικό είναι έχω αρχίσει να το καταλαβαίνω αυτό για τον εαυτό μου πάρα πολύ ξεκάθαρα και το έχω εντοπίσει σαν πρόβλημα. Εντός εισαγωγικών έχω καταλάβει πια ότι δεν θα είμαι ποτέ χαρούμενος.

»Με το που επιλέξω με βάση τη λογική θα πω «ναι, αλλά πρόδωσα το συναίσθημά μου» και το ανάποδο. Βλέπω ανθρώπους και το ζηλεύω αυτό το πράγμα, που σου λένε «αυτό είναι η σωστή επιλογή», και το λένε, και το πιστεύουν. Αυτό με καθιστά στα μάτια των άλλων ανώριμο, τρελό, άρρωστο. Πολλά πράγματα μου έχουν πει και είμαι κιόλας μερικά από αυτά. Φέτος είμαι τελείως φτερό στον άνεμο, περί της δουλειάς, της σχέσης μου, και το έχω απλώς αγκαλιάσει αυτό. Ελπίζω να μην καταλήξει άσχημα, αν και συνήθως έτσι καταλήγει.

– Στο παρελθόν έχεις ευχηθεί να κόψεις το τσιγάρο. Πώς πάει αυτό; Βοηθάει ο αντικαπνιστικός;
Όχι, καθόλου… Καπνίζω πάρα πολύ, θα πεθάνω από αυτό, το έχω δεχτεί πια. Και είναι το πρόβλημα που έχω με όλα τα πράγματα: το πετάω το βράδυ, λέω «πάει, δεν το θέλω, δεν το γουστάρω» και την άλλη μέρα, αν όχι μετά από λίγες ώρες, πέφτω με τα μούτρα σαν να μην υπήρχε πριν ο άλλος ο Γιάννης, ο λογικός. Το ασυνείδητό μου και το συνειδητό μου δεν έχουν καμία επαφή, αυτό λένε και οι ψυχολόγοι. Ευτυχώς δεν είμαι όμως πολιτικός, γιατί παίρνω αποφάσεις που επηρεάζουν έναν, στη χειρότερη και δύο ανθρώπους, για αυτό και δεν θα μπορούσα ποτέ να γίνω ηγέτης μιας μεγάλης επιχείρησης ή χώρας.

«Αγαπάω πολύ τα παιδιά, θα γούσταρα να έχω ένα παιδί στη ζωή μου».

– Πλησιάζεις τα 30 σου χρόνια. Χτυπά καμπανάκια αυτό;
Αυτό μου τη σπάει πάρα πολύ, που μεγαλώνουμε, με φρικάρει τρελά. Έχω γίνει από αυτούς τους τύπους που δεν περίμενα ποτέ. Λένε «εντάξει μωρέ, 30 είσαι», αλλά έχει μια τεράστια διαφορά από τα 20. Στα 20 είσαι εραστής της τέχνης θες δεν θες, είσαι εραστής γενικότερα σε όλα τα πράγματα, τα κάνεις για την άμεση απόλαυση που έχουν να σου προσφέρουν. Και πάντα υπάρχει η έξοδος κινδύνου. Παλιά έλεγα μπορώ άμα γουστάρω να μην κάνω θέατρο, να κάνω κάτι άλλο στη ζωή μου, και αυτό με βοηθούσε στην πρόβα.

»Όταν είσαι μικρός δεν σε αντιλαμβάνονται και σαν μεγάλο οπότε έχεις πάρα πολλά ελαφρυντικά, χώρο για σκέψη πραγματική. Και είναι μια δουλειά που ενώ πρέπει να είσαι παιδί, στο ζητάνε οι εργοδότες σου, ταυτόχρονα ζητάνε και έναν επαγγελματισμό και μια ηρεμία ψυχολογική. Κυμαίνεται η σκέψη μου σε δυο άκρα μηδενιστικά, ότι εγώ δεν θα κάνω τίποτα και θα πάω να φυτέψω ντομάτες στην Ερεσό, στο χωριό μου, ή ότι θα συνεχίσω και θα βρω τον επόμενο μεγάλο ρόλο που θα με γεμίσει. Και ανάμεσα σε αυτό το μεταίχμιο είναι η πραγματικότητα.

«Ίσως ένα όνειρο θα ήταν η συνταξιοδότηση. Να μπορώ το ναρκωτικό μου να είναι κάτι άλλο εκτός από το θέατρο».

– Με τον χρόνο τι σχέση έχεις γενικά; Σε φαντάζεσαι κάπως σε δέκα, είκοσι χρόνια;
Όχι, δεν με φαντάζομαι. Είχα φτάσει να φανταστώ τον εαυτό μου να είμαι ένας ηθοποιός επιτυχημένος, αυτό φανταζόμουν από μικρός, κάτι που θεωρητικά έχει συμβεί, είμαι ενήλικας, δουλεύω στο θέατρο. Ονειρευόμουνα να οδηγάω, να κάνω σεξ, να έχω ελεύθερο χρόνο – αυτόν δεν το έχω, αλλά είναι επιλογή μου. Έχω κάνει δηλαδή όνειρα παιδιού, δεν μπορώ να καταλάβω πώς μπορεί να είναι ωραίο ένα όνειρο του 40άρη. Για μένα όλη η ενήλικη ζωή τελειώνει στα 25. Συγγνώμη για τους υπερήλικες και τους μεσήλικες, είναι θλιβερό αυτό που λέω.

»Αγαπάω πολύ τα παιδιά, θα γούσταρα να έχω ένα παιδί στη ζωή μου. Δεν είναι όμως κάτι που μπορώ να δουλέψω ή να στοχεύσω σε αυτό. Ίσως ένα όνειρο θα ήταν η συνταξιοδότηση. Όχι «αχ, να βγω στη σύνταξη», είναι «αχ, θα ‘θελα να τελειώσει η αρρώστια αυτή που έχω με το θέατρο». Να μπορώ να ασχοληθώ με κάτι άλλο, να μην με ενδιαφέρει να με δει ο κόσμος στη σκηνή κάθε βράδυ, και να μπορώ να πάρω από αλλού αυτά τα συναισθήματα. Να μπορώ το ναρκωτικό μου να είναι κάτι άλλο εκτός από το θέατρο.

– Με το τροχόσπιτο που πήρες από το Βραβείο Χορν έκανες κανένα ταξίδι;
Το τροχόσπιτο το πήρα εν είδει κατοικίας, ήταν πολύ χαλασμένο, δεν ήταν να το βγάλεις να βγεις βόλτα. Το πήρα, το άφησα σε ένα αδιαίρετο χωράφι που έχουν η γιαγιά μου με τις θείες μου στο χωριό μου στην Ερεσό της Λέσβου και ζω εκεί τα καλοκαίρια μου. Φέτος θα πάω εκεί από το Πάσχα.

«Έχω δουλέψει με τον συγχωρεμένο, αγαπημένο άνθρωπο Γιώργο Κοτανίδη πριν πέντε χρόνια, στη «Δυτική Αποβάθρα», και ένιωθες ότι δεν χωρούσε ηλικιακή ταμπέλα μέσα».

– Σε ενδιαφέρει τι θα πουν οι άλλοι για σένα; Για τον Γιάννη ως ηθοποιό και για τον Γιάννη ως άνθρωπο;
Με ενδιαφέρει πολύ κάποιες φορές. Πολύ δύσκολα παίρνω το θάρρος της γνώμης μου. Για μένα είναι όλα τόσο σχετικά, αν είναι κάποιος καλός, κακός, μαλάκας. Οπότε, αντίστοιχα σκέφτομαι και για τον εαυτό μου έτσι. Είναι για μένα τόσες πολλές οι πιθανότητες στη ζωή που με αγχώνει και με καθιστά πιο πολύ άπραγο παρά να παίρνω θέση απέναντι σε κάτι. Για αυτό και μ’ αρέσει το θέατρο: αυτό που είναι να συμβεί στη σκηνή πρέπει να είναι καθαρό. Αυτός ο άνθρωπος έχει κάνει αυτό και στεναχωριέται για το δεύτερο, για το τρίτο. Όταν όμως είναι μια παράσταση που δεν ξέρουμε τι θα συμβεί, εκεί αρχίζει και γίνεται ζωή, αρχίζει και γίνεται επικίνδυνο, φοβιστικό.

»Καλλιτεχνικά, με νοιάζει πολύ τι θα πει το κοινό. Δεν μπορώ να πω ότι εγώ κάνω θέατρο για μένα ή για να εξυψώσω την τέχνη, το κάνω γιατί γουστάρω να περνάει ο κόσμος καλά. Από το να έρθει στο «Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα» και να συγκινηθεί, να νιώσει αμήχανα, μέχρι το Γυάλινο όπου έρχεται να χαρεί και να γελάσει. Αυτή είναι η δουλειά μας να προκαλούμε συναισθήματα στο κοινό.

«Σιχαίνομαι με το που γίνεται κάτι όμορφο σε ένα live μου, να υπάρχει ο τύπος που θα βγάλει το κινητό του και θα το τραβήξει, είναι ό,τι πιο βρώμικο, χαλά τη στιγμή».

– Άρα πώς εξηγείται η αραιή παρουσία στα Social Media, αφού αναζητάς την επαφή;
Έχω ανοίξει Instagram, εδώ και δυο χρόνια, αλλά βαριέμαι τραγικά να κάνω Story και αού. Γιατί το άνοιξα όμως; Όπως είναι οι μανάβηδες ή οι αγρότες και έχουν ένα προϊόν και έχουν όλους αυτούς τους μεσάζοντες μέχρι να φτάσουν στον καταναλωτή, είπα: γιατί όταν κάνω ένα live ή μια παράσταση να έχω ανάγκη ανθρώπους να με φέρνουν σε επαφή με το κοινό μου; Βλέπεις όμως μετά ότι το Instagram χρειάζεται μια ασχολία παραπάνω. Με πιέσεις από υπεύθυνους επικοινωνίας θεάτρων έχω προσπαθήσει, αλλά όταν σου λέει βγάλε μια φωτογραφία με τον σκύλο ή την κοπέλα σου, νιώθω γελοίος, δεν μπορώ να το κάνω. Δεν κατακρίνω κανέναν που το κάνει, αντιλαμβάνομαι την ανάγκη να ανεξαρτητοποιηθούμε.

»Ο καθένας μπορεί να τα χρησιμοποιήσει είτε με ευτέλεια είτε με κομψό τρόπο που να έχει ποιότητα. Αυτό είναι το δύσκολο, θα ανεβάσει η άλλη το βρακί της και τον κώλο της και θα ανεβάσεις και εσύ ότι παίζεις στην Επίδαυρο. Οπότε ποιο είναι το όριο; Υπάρχει, αλλά εγώ βλέπω ότι δεν μπορώ να λειτουργήσω, βαριέμαι ανελέητα και επίσης νιώθω ότι η έκθεση αυτή είναι περιττή. Σιχαίνομαι με το που γίνεται κάτι όμορφο σε ένα live μου, να υπάρχει ο τύπος που θα βγάλει το κινητό του και θα το τραβήξει, είναι ό,τι πιο βρώμικο, χαλά τη στιγμή. Στο θέατρο πηγαίνεις και βλέπεις έναν άνθρωπο να υποδύεται έναν ρόλο «γυμνός». Αν αυτόν τον τύπο τον έχεις δει να τρώει το γιαούρτι του, να φτιάχνει τα μαλλιά του με το τάδε τζελ, τον έχεις δει γενικότερα στην καθημερινή του ζωή, πλέον δεν βλέπεις τον ρόλο, αλλά βλέπεις τον άνθρωπο. Είναι «πάω να δω τον Νιάρρο». Έχει απομυθοποιηθεί και ευνουχιστεί έτσι όλη η έννοια του θεατρικού ηθοποιού.

– Προτιμάς να δουλεύεις με ανθρώπους της γενιάς σου ή μεγαλύτερους; Διδάσκεις θέατρο και σε μια Σχολή. Σε ποια φάση είναι οι ακριβώς επόμενοι από σένα;
Δεν υπάρχει διαχωρισμός για μένα, γιατί υπάρχει και ο κομπλεξικός μικρός και ο κομπλεξικός μεγάλος, που βάζει ταμπέλα στην ηλικία του.Έχω δουλέψει με τον συγχωρεμένο, αγαπημένο άνθρωπο Γιώργο Κοτανίδη πριν πέντε χρόνια, στη «Δυτική Αποβάθρα», και ένιωθες ότι δεν χωρούσε ηλικιακή ταμπέλα μέσα. Είναι μεγάλη η θλίψη από τότε που έφυγε, για μένα θα μείνει αξέχαστος και νιώθω ότι είναι από τα πιο τυχερά πράγματα στη ζωή μου που τον γνώρισα, που κάναμε παρέα, που ερχόταν το καλοκαίρι στην Ερεσό, νιώθω μεγάλη τιμή που τον είχα στη ζωή μου.

«Το ότι έχουμε επιβιώσει τόσες χιλιάδες χρόνια, μας καθιστά ανθρώπους. Αν σου πει ο άλλος δεν έχω λεφτά, εσύ δεν θα κάνεις έρωτα με τη γυναίκα σου;»

»Δεν έχω καμία εμπειρία στη διδασκαλία, από πέρσι κάνω στα παιδιά το μάθημα «Παίζω και Μαθαίνω». Δεν έχουμε εμπειρία διδασκαλίας στην Ελλάδα, ελάχιστοι ηθοποιοί που διδάσκουν έχουν σπουδάσει το να μεταφέρουν μια γνώση υποκριτικής σε έναν μαθητή. Εγώ έσπασα το ταμπού και είπα «ναι, θα διδάξεις στα 28 σου και θα νιώσεις γελοίος ανάμεσα σε 40ρηδες και 50ρηδες καθηγητές», γιατί σκέφτηκα ότι η φάση είναι ο άλλος να σε εμπνεύσει, να σου μεταφέρει την αγάπη. Το επάγγελμά μας είναι σαν του τσαγκάρη, θα πρέπει να στήσεις δίπλα στον αρχιτσαγκάρη και να είσαι δίπλα του κάθε μέρα, στην πρόβα, όταν παίζει. Οπότε, για τη νέα γενιά, της οποίας κομμάτι είμαι κι εγώ, το θέμα είναι να μπορέσουμε να πάρουμε λίγο από τον ρομαντισμό και την ποίηση των προηγούμενων γενεών, και να τη συνδυάσουμε με τη δικιά μας τεχνογνωσία, ότι δηλαδή μπορείς να μπεις στο Internet και να δεις ποια θέματα θίγει, πανεπιστημιακές μελέτες για το κάθε θεατρικό έργο κ.α., να δούμε τι μας αρέσει και να το ξεχωρίσουμε από όλη την υπερπληροφόρηση.

«Αν τον έφερνες προ των ευθυνών του τον Έλληνα, θα ήταν γλυκός, θα έλεγε «ναι ρε συ, έκανα μαλακία».

– Ειδήσεις διαβάζεις, ακούς ή βλέπεις; Τι σε φρίκαρε περισσότερο τελευταία από αυτά που συμβαίνουν στην Ελλάδα και τον κόσμο;
Διαβάζω ειδήσεις στο Internet και αυτό που με φρίκαρε τελευταία, και ήταν και πολύ αστείο ταυτόχρονα, είναι ότι είχα αρρωστήσει, νόμιζα ότι είχα Η1Ν1, πήγα στο φαρμακείο και μου είπαν ότι τα πήραν όλα τα Tamiflu, για να έχουνε καβάτζα άμα τυχόν κάτσει. Και δεν σκέφτεται ο Έλληνας ο θεός ότι, μήπως όμως αρρωστήσει όντως κάποιος και το χρειάζεται, μην το πάρω απλά και το πετάξω όταν λήξει… Φτάνεις σε απίστευτο γέλιο και τρόμο ταυτόχρονα. Αν τον έφερνες προ των ευθυνών του τον Έλληνα, θα ήταν γλυκός, θα έλεγε «ναι ρε συ, έκανα μαλακία». Αλλά στην κατάσταση της μάζας που ζούμε, πήγαν και τα πήραν. Δεν έχω Η1Ν1 τελικά…

– Διάβαζα πρόσφατα ότι πολλοί νέοι άνθρωποι βιώνουν τόσο έντονα το άγχος της κλιματικής κρίσης που καταλήγουν να μη θέλουν να κάνουν παιδιά λόγω αυτού. Το συμμερίζεσαι;
Αυτό μου ακούγεται πάρα πολύ αστείο, είναι σαν αυτό που έλεγαν με την οικονομική κρίση, ότι ας πούμε «η κρίση έχει σκοτώσει τον έρωτα;». Το ότι έχουμε επιβιώσει τόσες χιλιάδες χρόνια, μας καθιστά ανθρώπους. Αν σου πει ο άλλος δεν έχω λεφτά, εσύ δεν θα κάνεις έρωτα με τη γυναίκα σου; Και αρχίζει το ένα παρά φύσιν πάνω στο άλλο. Τώρα μας έχουν πει ότι σε δέκα χρόνια θα πεθάνουμε όλοι, και τι πρέπει να κάνω εγώ; Να μην κάνω θέατρο; Μπορεί να πεθάνεις αύριο. Θα λες δεν θα κάνω παιδιά επειδή θα τα φέρω σε αυτόν τον πλανήτη; Γιατί, ο πατέρας σου σε έφερε σε έναν πλανήτη που ήσουν προστατευμένος; Δεν πιστεύω ότι το λέει άνθρωπος που όντως ζει τη ζωή του.

– Ως παιδί συμμετείχες στη σειρά «Τα Μαχαιρώματα» με τον Γιάννη Μπέζο. Γλίτωσες κείμενα του τύπου «Δείτε πώς είναι σήμερα ο Έκτορας από τα Μαχαιρώματα» ή πρόλαβε και έχει γίνει;
Όχι, δεν έχει γίνει αυτό, θα σου πω γιατί. Τότε ήταν το «Καφέ της Χαράς», ο Μανωλάκης το ‘φαγε αυτό πολύ το παιδί, δεν τον ξέρω τον άνθρωπο προσωπικά, αλλά είναι ηθοποιός και αυτός και το έχει φάει. Επειδή τα «Μαχαιρώματα» δεν ήταν καθόλου επιτυχία, έμεινα στην αφάνεια. Και επειδή δεν βγήκα καθόλου στην τηλεόραση μετά τη Σχολή, δεν ασχολήθηκε κανείς. Εγώ ήμουν τυχερός.

«Μου αρέσει πάρα πολύ το θέατρο και ξέρω ότι καλλιτεχνικά δεν θα μπορούσα να ζήσω μόνο με την τηλεόραση».

– Τηλεόραση πώς και δεν προέκυψε;
Τη φοβόμουν πολύ, γιατί μου αρέσει πάρα πολύ το θέατρο και ξέρω ότι καλλιτεχνικά δεν θα μπορούσα να ζήσω μόνο με την τηλεόραση. Δεν πιστεύω καθόλου ότι η τηλεόραση δεν είναι ποιοτική, έχω κάνει και στο θέατρο πολύ κακά πράγματα, απλά μπορεί να μου έκοβε κάτι θεατρικό που θα με ενδιέφερε και έχει μεγάλη έκθεση, η massive δημοσιότητα με τρομάζει. Όταν κάνω, θα ήθελα να την κάνω με όρους που μου αρέσουν, με ανθρώπους που γουστάρω, να είναι κάτι μεγάλο, να με καίει, να το θέλω τόσο που να μην κοιμάμαι για αυτό.

– Αν αύριο έπρεπε να εγκαταλείψεις οριστικά τη δουλειά σου, με τι θα ξεκινούσες ξανά από την αρχή; Πού αλλού θα σε φανταζόσουν επαγγελματικά;
Μουσική, εκεί βέβαια θα είχε την ίδια αρρώστια. Μετά, πέρα από αυτό δύσκολα. Πολύ τελειωμένος θα ήμουν, θα έκανα κάτι απλά για να βιοπορίζομαι. Δεν θα ζούσα στην Αθήνα, θα ζούσα στην επαρχία, κάτι με τη φύση θα ήθελα να έχω. Κάτι ρομαντικό που θα γούσταρα να κάνω αλλά δεν το έχω καθόλου, είναι η ξυλουργική ή να είμαι υδραυλικός. Χρειάζεται μια επιδεξιότητα που δεν την έχω καθόλου. Θα ήθελα να είμαι από αυτούς τους άντρες που πιάνουν τα χέρια τους.

«Θα ήθελα να είμαι από αυτούς τους άντρες που πιάνουν τα χέρια τους».

– Ποια είναι η πιο δυνατή στιγμή για σένα πάνω στη σκηνή, στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο, στο ‘’Life Before Grammys’’;
Όταν σταματάει το νήμα της παράστασης, και βρίσκεται απλά ένας τύπος πάνω στη σκηνή και ο κόσμος που έχει έρθει να τον δει. Οπότε σταματά η αφήγηση της ιστορίας, το δρώμενο, το τραγούδι, η πρόζα και προλαβαίνεις για ένα, δυο λεπτά να επικοινωνήσεις με το κοινό γυμνός. Δεν έχεις τι να πεις, αλλά θέλεις να είσαι εκεί πάνω και εκείνοι θέλουν να σε βλέπουν εκεί πάνω. Υπάρχει ένας αυτοσχεδιασμός του τίποτα, που σημαίνει ότι είναι αρχετυπικά για μένα αυτό η έννοια του κλόουν. Για κάποιο λόγο είσαι σημαντικός εκείνη τη στιγμή και το κοινό ενδιαφέρεται για το τι θα γίνει. Είσαι εκτεθειμμένος, αλλά νιώθεις αγάπη. Όπως ένα παιδί που έχει γενέθλια και θα του πουν το Happy Birthday.

– Λες ότι αφηγείσαι τον πόνο του καλλιτέχνη στην Αθήνα του σήμερα. Ποιος είναι αυτός με δυο λόγια;
Είναι λίγο χιουμοριστικός αυτός ο πόνος, είναι στο πλαίσιο του αυτοσαρκασμού. Ότι για κάποιο λόγο πάντα οι καλλιτέχνες είναι προβληματικά μέλη της κοινωνίας. Το να εκθέτεις τον εαυτό σου και το γεγονός ότι νιώθεις σημαντικός, είναι μια ψευδαίσθηση. Είναι αυτές οι «βρώμικες» σκέψεις που κάνουμε οι καλλιτέχνες, που δεν εκφράζονται και αν τις εκφράσεις είναι τόσο αστείες. Αυτά που σκέφτομαι πάνω στη σκηνή, ότι πχ όταν σας μιλάω προσπαθώ να μην κουνάω τα χέρια μου, είναι τόσο αστεία αν τους τα πεις.

»Η αυτοαναφορικότητα που έχω στην παράσταση και από εκεί προκύπτουν όλα τα αστεία είναι το «παιδιά, έχω πάρει το Χορν, παίζω στην Επίδαυρο, αγαπήστε με». Όλα αυτά που έχουν έναν χιουμοριστικό χαρακτήρα έχουν και έναν σκοτεινό, που είναι αληθινός και δεν ντρέπομαι να τον εκφράσω, «θέλω να πάρω το Grammy τώρα, δεν ξέρω τι είναι αυτό που θέλω να πάρω, θέλω κι άλλο». Από ένα σημείο και μετά, παύει να γίνεται αυτοαναφορικό και γίνεται πανανθρώπινο.

«Θα ήθελα να υπάρχει η γενικότερη παραδοχή από αυτόν που με ρωτά ότι δεν έχουν σημασία αυτά που λέω».

– «Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα», συνεχίζεται για δεύτερη χρονιά. Υπάρχει κάτι που θυμάσαι και κρατάς εκτός σκηνής;
Δύο κλαμένους γονείς, έκλαιγαν από την αρχή της παράστασης μέχρι το τέλος. Μου είπαν ότι είδαν τον γιο τους, όχι μέσα από την ερμηνεία μου, από τις δράσεις που κάναμε: ότι ο πατέρας δένει τα κορδόνια του παιδιού κάθε πρωί, ο τρόπος που του μιλάνε, που του φέρονται. Εγώ όταν ξεκίνησα το θέατρο δεν σκεφτόμουν να δώσω κάποιο κοινωνικό μήνυμα για τον αυτισμό. Ήμουν τυχερός κι έφτασα στο να συνδυάσω την αγάπη μου για το να λέω ιστορίες με το να μπορούν άνθρωποι που το έχουν ζήσει αυτό το πράγμα να νιώσουν μια αποδοχή. Όσο πιο προσωπικό είναι κάτι, τόσο πιο πολλούς αφορά, επιβεβαιώνεται αυτό το κλισέ.

– Υπάρχει κάποια ερώτηση που θα ήθελες να σου κάνουν σε συνέντευξη και δεν την έχεις ακούσει ποτέ;
Ξες τι; Θα ήθελα να υπάρχει η γενικότερη παραδοχή από αυτόν που με ρωτά ότι δεν έχουν σημασία αυτά που λέω. Αλλά βέβαια αυτό εκμηδενίζει -κοίτα να δεις- πόσους ανθρώπους ταυτόχρονα. Εμένα, εσένα, το αφεντικό σου και τους ανθρώπους που μας διαβάζουν. Αυτό για μένα θα ξόρκιζε όλη την αποστροφή εντός εισαγωγικών που έχω για τις συνεντεύξεις (που δεν είναι αποστροφή, έχω δώσει τριακόσιες συνεντεύξεις…). Αν συμφωνούσαμε ότι όλο αυτό είναι ένα παιχνίδι, αλλά στην πραγματικότητα κανείς από όλους εμάς δεν έχουμε επαφή, αυτό θα με έκανε λίγο πιο χαρούμενο γιατί θα ήξερα ότι αν βρεθούμε από κοντά και έχει ειπωθεί αυτό θα μπορούμε να αρχίσουμε να μιλάμε.

 

//Info
ΘΕΑΤΡΟ «ΤΖΕΝΗ ΚΑΡΕΖΗ», Ακαδημίας 3, Αθήνα 
Ποιος σκότωσε το σκύλο τα μεσάνυχτα

Γιάννης Νιάρρος «Life Before Grammys», Γυάλινο Μουσικό Θέατρο, Λεωφ. Ανδρέα Συγγρού 143

 

Pούχα: NO NAME (Αγίας Ειρήνης 16, Αθήνα )
Ευχαριστούμε για τη φιλοξενία το  mmiri ozuzo  (Κολοκοτρώνη 10, Αθήνα)

 

Διαβάστε ακόμα: Ορέστης Ανδρεαδάκης – «Πρέπει να βελτιώνεσαι διαρκώς, να αλλάζεις, να ακούς τις ανάγκες της εποχής».

 

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close