
Η Οδύσσεια του Νόλαν, όπως και κάθε ελληνικής μυθολογίας παραγωγή, δεν έχει δώσει έστω έναν μικρό ρόλο σε Έλληνα ηθοποιό ή, έστω, σε ελληνικής καταγωγής Αμερικάνο.
Αρκεί για μια ταινία που βασίζεται σε μια ιστορία που έγινε σε έναν τόπο, να κάνει γυρίσματα σε αυτόν τον τόπο για να τον τιμήσει και να τιμήσει αυτή τη σχέση; Η Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν έκανε το ένα απαραίτητο, να έρθει δηλαδή στην Ελλάδα για να γυρίσει τμήματα της ιστορίας του πολυμήχανου Οδυσσέα, ενός μυθολογικού χαρακτήρα που «μας» ανήκει, αφού ο δημιουργός του, ο Όμηρος, εδώ έδρασε, εδώ έγραψε τα ομηρικά του έπη. Υπήρχε όμως κι ένα ακόμα απαραίτητο, απαιτητέο ίσως: να υπάρχουν Έλληνες ηθοποιοί στο καστ, να υπάρχουν ηθοποιοί που να μπορούν να αποδώσουν, έστω με αγγλικές λέξεις, την ελληνική κουλτούρα. Κάτι τέτοιο δεν υπάρχει. Δε γνωρίζω αν υπήρξαν κομπάρσοι που να φαίνονταν απλά στην κάμερα, αλλά σίγουρα Έλληνες ηθοποιοί με λόγια και, έστω, δευτερεύοντα ρόλο στην ταινία δεν υπάρχουν.
Δε θυμάμαι άλλη ταινία να έχει ξεσηκώσει τόσες πολλές διαφορετικές συζητήσεις τόσο καιρό πριν κυκλοφορήσει. Πρώτα, η πιστότητα των στολών των στρατιωτών και του Οδυσσέα, μετά το ζήτημα της Ωραίας Ελένης-Λουπίτα Νιόνγκο, τώρα αυτό. Κι αν, όντως, η Οδύσσεια είναι ένα οικουμενικό έργο και στις μέρες μας χρειάζεται να επιτρέπει σε όλους να μετέχουν αυτής, είναι παράδοξο ότι οι Έλληνες τελικά δε μετέχουν, παρά μόνο ως τόπος.
Ναι, πολύ ενδιαφέρουσα η επιλογή της Νιόνγκο για να υποδυθεί την Ωραία Ελένη. Αλλά δε μπορούσε να γίνει κανένα κάστινγκ στην Ελλάδα για να βρεθούν έστω 2 Έλληνες ηθοποιοί που να αναλάβουν ρόλους ουσίας; Η Μαρία Ναυπλιώτου, για παράδειγμα, που την προτείναμε τις προάλλες εδώ για Ωραία Ελένη, δε θα μπορούσε να είναι αυτή η Πηνελόπη; Δε θα μπορούσε να είναι αυτή η Κίρκη ή η Καλυψώ;
Την κουβέντα για αυτό το ζήτημα την ξεκίνησε ο ελληνικής καταγωγής δημοσιογράφος και κριτικός κινηματογράφου Κρις Κότονου στη Guardian, προτείνοντας μάλιστα αυτός Αμερικάνους ηθοποιούς ελληνικής καταγωγής, ώστε να μη μπορεί να σταθεί ως αντεπιχείρημα το ζήτημα της προφοράς. Εξάλλου, η ταινία απευθύνεται πρωτίστως στο αμερικάνικο και το βρετανικό κοινό. Λανθασμένα, κατ’ εμέ, αλλά αυτές οι αγορές ορίζουν το μάρκετινγκ. Και πάλι, όμως, το να ήταν η Τζένιφερ Άνιστον ή ο Ζακ Γαλυφιανάκης στην ταινία, δε θα ενίσχυαν την πιστότητά της, αφού αμερικανοθρεμμένοι είναι. Το ελληνικό ιδίωμα έχει μια σαγήνη όταν τίθεται στο πλαίσιο ερμηνείας, αφού ο Έλληνας ηθοποιός είναι μαθημένος και εκπαιδευμένος σε μια επιδαύρια τονικότητα, σε μια εκφορά που, ειδικά στον ξένο, έχει απόκοσμο χαρακτήρα όταν γίνεται σε αγγλικές λέξεις.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Η απογοητευτική διαπίστωση για κάθε «Οδύσσεια»
Εκείνο δε που έχει μεγαλύτερη αίσθηση στο δημοσίευμα του Κότονου, είναι το εξής ερώτημα που θέτει: είμαστε τόσο ανάξιοι θεματοφύλακες της ιστορίας και της μυθολογίας μας; Σε αυτό συναινεί και η σημείωση του Θοδωρή Κουτσογιαννόπουλου πως «υπάρχει, πράγματι, η αίσθηση ότι στα μάτια του κόσμου οι Ελληνες ταυτίζονται περισσότερο με τον Ζορμπά παρά με τον Αχιλλέα». Με απλά λόγια, οι Έλληνες έχουμε γίνει θύματα στερεοτύπων από τη διεθνή αντίληψη και φιλμογραφία. Και θεωρούμαστε ανάξιοι να διαχειριστούμε τον δικό μας μύθο. Αυτό που γίνεται με τα Μάρμαρα του Παρθενώνα είναι το πιο τρανό παράδειγμα.
Συνέβη, επομένως, αυτό λόγω της εικόνας που προβάλλουμε συχνά σε τουριστικό επίπεδο; Συμβαίνει λόγω αποτυπώματος που είχαν ταινίες γύρω από τη σύγχρονη Ελλάδα, όπως ο Ζορμπάς του Κακογιάννη ή το Mamma Mia; Ή συμβάινει γιατί κινηματογραφικά δεν έχουμε τολμήσει ποτέ να ασχοληθούμε με την αρχαία ελληνική γραμματεία;
Η ελληνική κινηματογραφική κοινότητα, αρκείται στο να καταπιάνεται θεατρικά με τον Αισχύλο, τον Ευριπίδη, τις τραγωδίες και τις κωμωδίες. Για μια χώρα που υποκριτικά έχει ταυτιστεί με την Επίδαυρο και στο εξωτερικό οι ξένοι σκηνοθέτες και ηθοποιοί θέλουν να παίξουν εκεί και στο Ηρώδειο, συμβαίνει το παράδοξο να έχει «αποκοπεί» κινηματογραφικά από την ίδια της τη μυθολογία. Κινούμαστε μόνιμα στο μεταφυσικό, στο weird, στις σύγχρονες παραβολές και δεν έχει υπάρξει καν προσπάθεια για να γίνει μια υποτυπώδης ταινία περιπέτειας. Αυτό έχει κρατήσει και τους Έλληνες ηθοποιούς ανεκπαίδευτους στις σκηνές δράσης. Έχουμε κάποιους κασκαντέρ στην Ελλάδα που χρησιμεύουν σε ξένες παραγωγές που γίνονται εδώ, αλλά όσο και να ψάξει κανείς, δε θα βρει έναν Τομ Χόλαντ που να μπορεί να ανταποκριθεί σωματικά, πέρα από ερμηνευτικά.

Προφανώς, δε θα προτιμηθεί ποτέ στην Οδύσσεια Έλληνας έναντι του Χόλαντ ή του Ματ Ντέιμον, ασχέτως υποκριτικού ταλέντου.
Κι αυτό δεν είναι ευθύνη των ηθοποιών, αλλά των συνθηκών. Ο Χόλαντ και ο Ντέιμον έχουν ένα lifestyle γυμναστικής, αλλά έχουν και τη δυνατότητα να δουλέψουν αποκλειστικά 2-3-4 μήνες το σώμα τους για τον ρόλο. Αυτό δε γίνεται στην Ελλάδα, τουλάχιστον όχι κινηματογραφικά.
Προφανώς, δε θα προτιμηθεί ποτέ Έλληνας έναντι του Χόλαντ, αφού ο Τομ έχει διεθνές αποτύπωμα και είναι πόλος έλξης για το κοινό σε όλη τη Δύση. Κι η Αν Χαθαγουέι το ίδιο. Δεν είναι μόνο ζήτημα υποκριτικού ταλέντου, αλλά και το ότι συνδυάζεται με αναγνωρισιμότητα σε εκατοντάδες εκατομμύρια κόσμου.
Κάπως έτσι, ενώ ξέρουν όλοι ότι εδώ υπήρξε ο Όμηρος, δε μπορούν να συνδέσουν την εικόνα του Έλληνα με τον αρχαίο Έλληνα. Σα να πρόκειται για δύο διαφορετικές εθνικότητες, για λαούς που δεν είναι ο ένας εξελικτική συνέχεια του άλλου, ούτε ενώνονται στον χωροχρόνο.
Εκεί λοιπόν είναι το ζήτημα για τη σύγχρονη κινηματογραφική δημιουργία. Να τολμήσει αυτό που ως σήμερα έχει τολμήσει μόνον ο Σμαραγδής, έστω για προσωπικότητες της σύγχρονης Ιστορίας. Να αγγίξει τον Αχιλλέα, να αγγίξει τον Αριστοτέλη, τον Πλάτωνα, να βρει εκείνες τις ιστορίες που μπορούν να ταιριάξουν στα μπάτζετ και τις ικανότητες και, σιγά σιγά, να χτίσει πάνω σε αυτό. Να προσφέρει η Ελλάδα στο διεθνές σινεμά τη δική της μυθολογία. Όχι να είναι «κομπάρσος» στο όραμα του Νόλαν, όσο σπουδαίος σκηνοθέτης κι αν είναι.




