
«Tο πιάνο παραμένει μια πολύτιμη σταθερά — τόσο στη ζωή όσο και στην καλλιτεχνική μου πορεία».
Λίγους μήνες μετά την κυκλοφορία του δίσκου Greek Songs by Non-Greek Composers (ETCETERA), οι διακεκριμένοι σολίστ Έλενα Μαραγκού (μεσόφωνος) και Γιώργος Ζιάβρας (πιάνο), μαζί με την Αγγέλα Γιαννάκη (βιόλα), εμφανίζονται αύριο Τρίτη 29 Απριλίου στην Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος για να παρουσιάσουν κύκλους ελληνικών τραγουδιών μελοποιημένους από ξένους συνθέτες σε συναυλία που διοργανώνει ο Σύλλογος Οι Φίλοι της Μουσικής. Με αφορμή την θεματολογικά πρωτότυπη βραδιά, συζητήσαμε με τον αρχιμουσικό Γιώργο Ζιάβρα, που με την ιδιότητα του πιανίστα συνέπραξε αρχικά στην ηχογράφηση και τώρα στη συναυλία.
– Wilhelm Furtwängler, Bruno Walter, Wolfgang Sawallisch… είναι μερικοί μόνο από τους πολύ μεγάλους διευθυντές ορχήστρας που έχουν καταγραφεί και δισκογραφικά ως ακομπανιατέρ. Τι κάνει έναν αρχιμουσικό να (ξανα)κάτσει στα πλήκτρα για να συνοδεύσει έναν τραγουδιστή;
Σίγουρα δεν μπορώ να μιλήσω εκ μέρους των άλλων μαέστρων, αλλά σε προσωπικό επίπεδο το πιάνο παραμένει μια πολύτιμη σταθερά — τόσο στη ζωή όσο και στην καλλιτεχνική μου πορεία. Αν και η κύρια ιδιότητά μου είναι αυτή του αρχιμουσικού, το πιάνο είναι το όργανο που με συνοδεύει από την αρχή και εξακολουθεί να με εμπνέει βαθιά. Μου προσφέρει τη δυνατότητα να επιστρέφω, όποτε το θελήσω, στη θέση του άμεσου ερμηνευτή. Στην περίπτωση αυτής της συναυλίας, η συνοδεία της Έλενας Μαραγκού δεν είναι απλώς μία μουσική σύμπραξη, αλλά μία προσωπική ανάγκη να δημιουργήσουμε μαζί κάτι πηγαίο, ζωντανό και ουσιαστικό.
– Στον Κουρέα της Σεβίλλης στο Θέατρο Ολύμπια συνοδέψατε ο ίδιος τα ρετσιτατίβι από το κλειδοκύμβαλο.
Άλλωστε, ειδικά στον κόσμο της όπερας είναι αρκετά συνηθισμένο ο μαέστρος να συνοδεύει τραγουδιστές κατά τη διάρκεια των προβών — πολλές φορές ακόμη και καθημερινά. Αυτή η διαδικασία της προετοιμασίας, ιδιαίτερα όταν γίνεται tête-à-tête, έχει για μένα μια ξεχωριστή ποιητικότητα. Είναι μία στιγμή όπου η μουσική αποκτά αμεσότητα και ευαισθησία.
– Πώς προέκυψε η ιδέα για αυτόν τον δίσκο και η συνεργασία ανάμεσα σε εσάς και στην Έλενα Μαραγκού;
Η ιδέα για αυτόν τον δίσκο γεννήθηκε μέσα από τη βαθιά μας αγάπη για το ελληνικό στοιχείο, αλλά και τον θαυμασμό μας για την πολυπλοκότητα με την οποία ξένοι συνθέτες προσέγγισαν την ελληνική ποίηση, ιστορία και μυθολογία. Με την Έλενα Μαραγκού μοιραζόμαστε μια κοινή ευαισθησία σε αυτό το ρεπερτόριο και, κυρίως, μια επιθυμία να αναδείξουμε έργα που δεν έχουν συχνά την προβολή που τους αξίζει. Η συνεργασία μας βασίζεται σε βαθιά καλλιτεχνική εκτίμηση και στην αμοιβαία εμπιστοσύνη που χτίστηκε μέσα από προηγούμενες συμπράξεις.
– Ήταν δύσκολο να πείσετε τη δισκογραφική εταιρεία;
Η ETCETERA αγκάλιασε με ενθουσιασμό την πρόταση. Δεν χρειάστηκε ιδιαίτερη «πειθώ», γιατί το υλικό είχε από μόνο του μία μοναδικότητα που κινεί το ενδιαφέρον: ελληνικά τραγούδια μέσα από τη ματιά ξένων δημιουργών, σε ένα πολυγλωσσικό, πολυστυλιστικό σύμπαν. Ήταν ένα πρότζεκτ που κουβαλούσε όχι μόνο μουσικολογικό ενδιαφερον, αλλά και μια αίσθηση καλλιτεχνικής ανακάλυψης — και αυτό τελικά μέτρησε.

Αριστερά: η Έλενα Μαραγκού. Στο κέντρο: ο Γιώργος Ζιάβρας. Δεξιά: η Αγγέλα Γιαννάκη.
– Εκτός από τον (μεταφρασμένο) ελληνικό στίχο, υπάρχει κάποιο άλλο κοινό στοιχείο ανάμεσα στα τραγούδια;
Πράγματι, εκτός από τον μεταφρασμένο ή πρωτότυπο ελληνικό στίχο, υπάρχει ένα βαθύτερο κοινό στοιχείο ανάμεσα στα έργα: όλοι οι συνθέτες, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, προσπαθούν να «ντύσουν» τον ελληνισμό όχι απλώς με μουσική, αλλά και με ενσυναίσθηση για τον Ελληνικό πολιτισμό. Δεν πρόκειται για επιφανειακή αναφορά σε ελληνικά θέματα· πρόκειται για μια γνήσια καλλιτεχνική κατάθεση, όπου η ελληνική ταυτότητα προσεγγίζεται με σεβασμό αλλά και φαντασία.
– Υπάρχουν στοιχεία “εθνικής μουσικής”; Ο Ντβόρζακ στα “αμερικάνικα” έργα του χρησιμοποίησε μουσικές της Αμερικής. Το κάνει και εδώ;
Ο Ραβέλ και ο Σοστακόβιτς, δανείζονται ελληνικές παραδοσιακές και άλλες μελωδίες, τις οποίες κατόπιν προσαρμόζουν στο γνωστό προσωπικό τους ύφος. Στον Ντβόρζακ, διακρίνει κανείς ξεκάθαρες αναφορές σε «εθνική» γραφή, και μάλιστα έντονα δραματοποιημένη, παρότι δεν χρησιμοποιεί προϋπάρχοντα ελληνικά μελωδικά αποσπάσματα. Στον Μπέρκλεϊ και τον Ρόυτερ πάλι, οι συνθετικές τους προσεγγίσεις υποτάσσονται πολύ περισσότερο στο προσωπικό τους στυλ, αλλά με πιο προσεκτική ακρόαση, ανακαλύπτει κανείς χαρακτηριστικές «ενδο-μουσικές» συνθετικές αναφορές στη δική τους αντίληψη περί «Αρχαίας Ελλάδας».
– Διαφαίνεται, δηλαδή, μία ποικιλομορφία προσεγγίσεων.
Αυτό που τελικά ενώνει όλα τα έργα είναι η δημιουργική φαντασία των συνθετών μπροστά σε μια πολιτισμική «εικόνα» της Ελλάδας — είτε πρόκειται για τη Σαπφώ, είτε για το Ζάλογγο, είτε για τον Διονυσιακό μύθο. Και αυτό είναι που κάνει το πρόγραμμα τόσο συναρπαστικό.
– Ανάμεσα στα τραγούδια υπάρχουν πολλά που είναι πραγματικά σπάνια. Στην περίπτωση του Lennox Berkeley θα έλεγα ότι καλύπτετε πραγματικά ένα κενό στη δισκογραφία.
Έχετε απόλυτο δίκιο. Το έργο του Lennox Berkeley πράγματι καλύπτει ένα σημαντικό δισκογραφικό κενό — πρόκειται για συνθέσεις εξαιρετικής ποιότητας και φιλοσοφικού βάθους, που ελάχιστα έχουν παρουσιαστεί ή καταγραφεί. Αλλά και τα υπόλοιπα τραγούδια του προγράμματος έχουν, σε μεγάλο βαθμό, παραμείνει στη σκιά του διεθνούς ρεπερτορίου, είτε γιατί είναι γραμμένα σε δύσκολες γλώσσες, είτε γιατί το θέμα τους θεωρήθηκε πολύ «εξειδικευμένο».

«Το έργο του Lennox Berkeley πράγματι καλύπτει ένα σημαντικό δισκογραφικό κενό».
– Αυτό ισχύει και για τα υπόλοιπα;
Αυτό ακριβώς ήταν και ένα από τα βασικά μας κίνητρα: να φέρουμε στο προσκήνιο έργα που, παρά την καλλιτεχνική τους αξία, δεν έχουν λάβει την προσοχή που τους αξίζει. Τα τραγούδια του Reutter πάνω σε ποίηση της Σαπφούς, το έργο του Shostakovich για το Ζάλογγο, ακόμη και το κομμάτι του Ravel εμπνευσμένο από τον πίνακα του Ντελακρουά, αν και αρκετά περισσότερο ηχογραφημένο σε σχέση με τα υπόλοιπα — όλα αυτά είναι σπάνιες σελίδες που φωτίζουν την ελληνική θεματολογία από πολύ διαφορετικές, αλλά εξίσου συναρπαστικές, οπτικές.
– Δεν μείνατε στα προφανή…
Μπορώ να πω πως, εκτός από μουσική ερμηνεία, αυτή η δουλειά είχε και έναν χαρακτήρα «μουσικολογικής έρευνας» — και αυτό είναι κάτι που μας γοήτευσε από την πρώτη στιγμή.
– Υπάρχει κάποιο ανάμεσά τους που σας έχει συγκινήσει περισσότερο και γιατί;
Κοιτάξτε, μου είναι πάντα δύσκολο να ξεχωρίσω μεταξύ έργων, ειδικά όταν εντάσσονται σε μια κοινή αντιληπτική «γραμμή». Σίγουρα αγαπώ σαν σύνθεση το έργο του Ρόυτερ, είναι πάρα πολύ καλογραμμένο και μου είναι φοβερά ευχάριστο να το ερμηνεύω. Θα έλεγα όμως, πως εκτιμώ πολύ και αυτό που κάνει ο Σοστακόβιτς: έχει μια ιδιοφυή προσέγγιση συνθετικής απλότητας, αλλά με μέγιστη συγκινησιακή φόρτιση, ιδίως επειδή «μπλέκει» παραδοσιακά ελληνικά τραγούδια μαζί με τον Ύμνο του Ε.Λ.Α.Σ. και το «Εμπρός!» των Ξένου και Παλαμά. Κατά μια έννοια, ένα τέτοιο έργο κοιτά την πρόσφατη ελληνική ιστορία άφοβα στα μάτια.
– Τις δύο τελευταίες καλλιτεχνικές περιόδους είχατε μια σημαντική δραστηριότητα στην Ελλάδα. Πώς διαμορφώνεται η δράση σας στο εξής;
Η καλλιτεχνική μου βάση είναι ουσιαστικά η Κολωνία, όπου και διαμένω μόνιμα. Αμέσως μετά τη συναυλία στο Μέγαρο Μουσικής, αναχωρώ για τη Γερμανία, καθώς με περιμένει το σύγχρονο ensemble μου για μια συναυλία στο πλαίσιο του διεθνούς φεστιβάλ σύγχρονης μουσικής Acht Brücken. Το φετινό καλοκαίρι θα με βρει και πάλι στην Ελλάδα, πιο συγκεκριμένα στις Πρέσπες, όπου σε συνεργασία με τον Δήμο Πρεσπών συνδιοργανώνουμε ένα φεστιβάλ σύγχρονης μουσικής — μια πρωτοβουλία με ιδιαίτερη σημασία τόσο για τον τόπο όσο και για μένα προσωπικά. Παράλληλα, από τον Σεπτέμβριο, όπως όλα δείχνουν, θα βρίσκομαι πλέον σε σταθερή βάση στη Γερμανία, για μια μακροπρόθεσμη συνεργασία που βρίσκεται υπό διαμόρφωση με την Όπερα του Βούπερταλ.
Διαβάστε ακόμα: Κώστας Ηλιάδης. «Μια νεανική ορχήστρα που δουλεύει με επαγγελματικό τρόπο μπορεί να εκπλήξει».




