
Η σπάνια φωνή κοντράλτο της Μαρίτας Παπαρίζου αποδείχθηκε πραγματικά ιδανική για να αποδώσει ζωντανά τα τραγούδια της Σοφίας Βέμπο.
Εξαιρετικά δημοφιλής παραμένει στην πόλη που τη διαμόρφωσε η σπουδαία ελληνίδα τραγουδίστρια Σοφία Βέμπο (1910-1978). Γεννημένη στην Καλλίπολη της Προποντίδας, η Βέμπο ήλθε από την Κωνσταντινούπολη στον πατρογονικό Βόλο το 1924, και εκεί διαμορφώθηκε ως προσωπικότητα και έμαθε μουσική, προτού ανοίξει τα φτερά της αρχικά για τη Θεσσαλονίκη και σύντομα έπειτα για την Αθήνα και τις απανταχού ελληνικές κοινότητες. Σήμερα όλοι τη θυμούνται πάνω από όλα για το πώς αναπτέρωσε το ηθικό των Ελλήνων με τα πατριωτικά της τραγούδια κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940-1.
Πρωτού, όμως, και για καιρό αφότου υπήρξε η «τραγουδίστρια της νίκης», η Σοφία Βέμπο είχε μία μεγάλη και μακριά καριέρα που κάλυψε όλη την εξέλιξη του ελληνικού τραγουδιού, ελαφρού και λαϊκού, το οποίο πάντοτε υπηρέτησε με το μοναδικό χαρισμά της. Η ζωή και η τέχνη της ήταν το θέμα της μουσικής παράστασης Σοφία που δόθηκε για τη Μέρα της Γυναίκας στο Δημότικό Θέατρο Βόλου “Βαγγέλης Παπαθανασίου” την Πέμπτη 6 Μαρτίου 2025 με πρωταγωνίστρια τη διακεκριμένη βολιώτισσα μεσόφωνο Μαρίτα Παπαρίζου.
Όλος ο Βόλος ήλθε για να ακούσει τη Σοφία και τη Μαρίτα. Το πρόσφατα ανακαινισμένο Δημοτικό Θέατρο φαίνεται πραγματικά προορισμένο να αναζωπυρώσει την πολιτιστική ζωή της πόλης, η οποία σύσσωμη εκείνο το βράδυ έμοιαζε να έχει συρρεύσει στο ασφυκτικά γεμάτο θέαμα. Εκτός από τους πολίτες και αιρετούς της πόλης, το παρών έδωσαν και επισκέπτες από την Αθήνα.
Η μουσική παράσταση Σοφία αφηγείται μέσα από τα τραγούδια της “πώς η Σοφία έγινε Βέμπο, πώς η Βέμπο έγινε η φωνή της Ελλάδας”. Η σύλληψη και ιδεά του έργου, καθώς και μια πρώτη εκδοχή που παρουσιάστηκε πριν λίγα χρόνια στην Αθήνα, οφείλεται στον Γιώργο Αχλαδιώτη, ενώ η τωρινή διαμόρφωση και το ανανεωμένο κείμενο οφείλονται στην Σοφία Καψούρου, η οποία ανέλαβε και τη σκηνοθεσία, με βοηθό σκηνοθέτη την Όλγα Σούρου.
Η σπάνια φωνή κοντράλτο της Μαρίτας Παπαρίζου αποδείχθηκε πραγματικά ιδανική για να αποδώσει ζωντανά τα τραγούδια της Σοφίας Βέμπο. Η καταλληλότητα έγινε ακόμα πιο προφανής όταν ακούσαμε ηχογραφημένη την αυθεντική φωνή της Βέμπο. Η ηχοχρωματική εγγύτητα αυτής με τη φωνή της Παπαρίζου υπαγόρευε ότι η λυρική τραγουδίστρια είχε στο πεπρωμένο της αυτή την αναβίωση.

To Δημοτικό Θέατρο του Βόλου ήταν κατάμεστο.
Το ελληνικό ελαφρό και λαϊκό τραγούδι δυστυχώς συχνά παρεξηγείται ως κάτι εύκολο, ως ένα είδος που δεν χρειάζεται μία φωνή καλλιεργημένη για να τραγουδηθεί. Και όμως, η σωστή στήριξη και η σωστή εκπαίδευση της φωνής είναι αναγκαία για την ερμηνεία τους, και ο σημερινός επαγγελαματίας τραγουδιστής που θέλει να τα τραγουδήσει με κάποιες αξιώσεις, πρέπει να είναι σε θέση να επιτυγχάνει μετά από εκπαίδευση όσα οι σπουδαίοι λαϊκοί τραγουδιστές και τραγουδίστριες του παρελθόντος εφάρμοζαν ενστικτωδώς.
Εξίσου λάθος είναι και όταν βλέπουμε λυρικούς τραγουδιστές κατά τις ενίοτε εκδρομές τους στο χώρο του ελαφρού τραγουδιού να προσπαθούν να το τρέψουν επι το λυρικότερον, με κωμικά αποτελέσματα. Μακριά από τέτοιες μουσικές μεταμφιέσεις, η Μαρίτα Παπαρίζου ερμήνευσε τα τραγούδια της Βέμπο με ευθύτητα, στο ύφος που τους έπρεπε, από μία καλλιεργημένη, ομαλή φωνή, που μπορούσε να τα υποστήριξει με αβίαστη φυσικότητα και ειλικρινές αίσθημα: Άσε τον παλιόκοσμο να λέει, Ζεχρά, Κάτι με τραβά κοντά σου, Η ταμπακιέρα, ακούστηκαν και προς στιγμήν έμοιαζε να τα τραγουδά η ίδια η Βέμπο.
Η Ζεχρά ακούστηκε μάλιστα και στις τρεις εκδοχές της: την προπολεμική, ως ερωτικό τραγούδι, την πολεμική (Παιδιά, της Ελλάδος Παιδιά), και στη σπάνια, λιγότερο επιτυχή στιχουργικά αλλά συναισθηματικά πάντα καίρια, εκδοχή της μεταπολίτευσης για τους φοιτητές του Πολυτεχνείου.
Βέβαια, κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει μία πριμαντόνα αν δεν μπορεί να απαρνηθεί τη φύση της, και σε ένα τραγούδι η Μαρίτα Παπαρίζου επιχείρησε να το αποδώσει στην ψηλή περιοχή, ως κολορατούρα, κάτι που προφανώς δεν χρειαζόταν.
Εξίσου σωστές και στο ύφος των τραγουδιών, χωρίς τα μπιχλιμπίδια και παραφορτώματα που συνήθως λατρεύουν να προσθέτουν οι ενορχηστρωτές, ήταν οι εξαιρετικές ενορχηστρώσεις του Αλέξη Ντιάμαντ. Το μικρό σύνολο από μέλη της Συμφωνικής Ορχήστρας Δήμου Βόλου και της Φιλαρμονικής Ορχήστρας Δήμου Βόλου διηύθυνε επί σκηνής ο κιθαρίστας και αρχιμουσικός Αλέξανδρος Παπαρίζος, αδελφός της πρωταγωνίστριας, εξασφαλίζοντας άριστη μουσική υπόσταση στη βραδιά.

Στο τέλος της παράστασης η Σοφία Βέμπο αποσύρεται και στο κέντρο της σκηνής συναντιούνται ο Αφηγητής και ο αρχιμουσικός.
Στη σκηνή πλάι στην τραγουδίστρια υπήρχε ένα ακόμα πρόσωπο: ο Αφηγητής, που ερμήνευσε άλλοτε με θυμό, άλλοτε με τρυφερότητα, αλλά πάντοτε με αγάπη ο Γιώργος Αχλαδιώτης, σύντροφος της πρωταγωνίστριας στη ζωή και στην παράσταση. Άλλοτε ως απρόσωπος λόγος της αφήγησης, άλλοτε ως προσωποποιημένος ελληνικός λαός, άλλοτε ως πατέρας, αδελφός, σύζυγος Μίμης Τραϊφόρος, η σκηνική αρσενική ετερότητα της Βέμπο κατέληγε απαράλλακτα στην επιτακτική επωδό: τραγούδα, Σοφία, και αυτή τραγουδούσε.
Προς το τέλος του προγράμματος, εν είδει παρέκβασης, ως λευκή μορφή εμφανίζεται η σκηνοθέτης και απαγγέλλει ένα δεκάλεπτο μονόλογο. Το κείμενο είναι συγκινητικό και αγγίζει την ευαίσθητη χορδή του κοινού που ενθουσιάζεται και χειροκροτεί. Από την άλλη, η δράση παύει και δεν συνέρχεται ποτέ κατόπιν, καθώς όλοι στη σκηνή περιμένουν αμήχανοι να τελειώσει ο μονόλογος. Θα είχε ίσως περισσότερο νόημα η παρέκβαση να γίνεται ως ιντερμέδιο στο μέσον της παράστασης, πριν από το διάλειμμα, ή στη θέση αυτού.
Στο τέλος της παράστασης η Σοφία Βέμπο αποσύρεται και στο κέντρο της σκηνής συναντιούνται ο Αφηγητής και ο αρχιμουσικός που χαιρετίζονται με απότομη κλίση του κεφαλιού. Κίνηση που μπορεί να επιδεχθεί ποικίλες ερμηνείες.
Αξίζει να σημειωθεί και η παλαιότερη εκδοχή, όπου το τέλος είχε ιδιωτικό χαρακτήρα, με το ζευγάρι αγκαλιασμένο κάτω από το Αμπαζούρ το θαλασσί, και με τον Αφηγητή να ανταλλάσσει στιγμιαία την απαγγελία για τον αδόμενο λόγο. Ήταν μία τελική έκπληξη μέσα σε μια σκηνή ερωτικής οικειότητας, σαν ξόρκι για την έκπληξη που στο τέλος χωρίς έκπληξη μάς περιμένει όλους.
Διαβάστε ακόμα: «Μουσικές Παραδόσεις», ήχοι από όλο τον κόσμο σε οκτώ ξεχωριστές βραδιές στο Ολύμπια.




