Χάιντεγκερ και Νίτσε

Μπαμπασάκης και Μαργαρίτης φιλοσοφούν με ενθουσιασμό στο σπίτι του Είναι ‒και προτείνουν.

 
Home_December1 021

«Η φιλοσοφία είναι υπόθεση βαθύτατα προσωπική και γι’ αυτό, ίσως, κατορθώνει να μας καθιστά λίγο πιο κοινούς, λίγο πιο ίδιους, γι’ αυτό μας επιτρέπει να γινόμαστε οικουμενικοί, και να καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλο».

Ο Μέγας Σκοτεινός

Τελειώνει ο χρόνος, και αξίζει τον κόπο ένα σταμάτημα, όχι για μπακαλίστικους απολογισμούς, αλλά για να το φιλοσοφήσουμε λίγο το πράγμα, δηλαδή το Πράγμα – που είναι το Είναι, που είμαστε όλοι εμείς. «Δεν αρκεί να τρέχεις. Χρειάζεται να μετράς και τα στάδια», έλεγε ο γέροντας Ιωσήφ, και αξίζει να δοκιμάσουμε το στοχασμό, την τεμπέλικη σκέψη, τη διαυγή, αυτήν που ανατέλλει το σούρουπο.

Θα μιλήσουμε για φιλοσοφία, και το κείμενο είναι προσωπικό γιατί η φιλοσοφία είναι υπόθεση βαθύτατα προσωπική και γι’ αυτό, ίσως, κατορθώνει να μας καθιστά λίγο πιο κοινούς, λίγο πιο ίδιους, γι’ αυτό μας επιτρέπει να γινόμαστε οικουμενικοί, και να καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλο.

Ο Νίτσε (που θα μας τον διηγηθεί ο Μπαμπασάκης) ήταν η αρχή του καλού, ένα Μάρτη του 1997, όταν τρύπωσα στο «Βιβλιοσύστεμ», μιαν αποθήκη δυο επί τρία, ό,τι πιο κοντινό σε βιβλιοπωλείο είχαμε στην Πάφο, που μύριζε σκόνη, και είχε εκείνες τις γενναίες και ακαταλαβίστικες μεταφράσεις από τις αρχές του αιώνα.

Διάβασα τον Ζαρατούστρα και κατάλαβα κυρίως το μουστάκι του Νίτσε, γι’ αυτό ανέβαλα την υπόθεση φιλοσοφία γι’ αργότερα, όταν γέμισα μια βαλίτσα με τα βιβλία του, χειμώνα του 2006, και ανέβηκα στην Ουρανούπολη, μελετώντας αρειμανίως, με φόντο τη θάλασσα, και χωρίς τα κότσια να πάω στον Άθωνα.

Εξάλλου, πίστευα στον Υπεράνθρωπο.

Μετά ήρθε ο Κίρκεγκωρ, και ο Σοπενχάουερ, αυτοί οι λεβέντες που έκαναν τον Ντεκάρτ και τον Καντ να φαντάζουν ανέραστοι κάλπηδες, και με πήραν απ’ το χέρι, για να με ρίξουν στο Μέλανα Δρυμό, εκεί όπου κυριαρχούσε, σ’ ένα καλύβι στο ξέφωτο, ο Μέγας Σκοτεινός, ο Μυστικός (κατά Χάνα Άρεντ) Βασιλιάς της Σκέψης, ο Τελευταίος Φιλόσοφος, αυτός που ένωσε τον κόσμο, απ’ τον Ηράκλειτο ως τον Χαίλντερλιν, και κάρφωσε έναν οδοδείκτη στο διάστημα, για να γυρίσουμε πίσω, και να γίνουμε νόστιμοι.

Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ.

Χάιντεγκερ

«Μας έμαθε να αγαπάμε, ο Χάιντεγκερ, για να γινόμαστε αυθεντικοί, και να αντλούμε από την παντοδύναμη αδυναμία του ενδεχομένου για ζωή μέσα στην πτώση. Μας έμαθε να διαλέγουμε ελεύθερα αυτό που ήδη μας έχει διαλέξει – την Ύπαρξη».

«Το μοναδικό πράγμα που θα ήθελε να επιτύχει η σκέψη, η οποία επιχειρεί στο Είναι και Χρόνος να εκφραστεί για πρώτη φορά, είναι κάτι απλό. Ως τέτοιο παραμένει το Είναι μυστηριώδες, η απέριττη εγγύτητα μιας ήπιας εξουσίας. Η εγγύτητα αυτή ουσιώνεται ως η ίδια η γλώσσα».

Κάπως έτσι μάθαμε ότι το καλύβι που αντέχει να στεγάσει την ύπαρξή μας (δηλαδή το τσαρδί που στήνουμε πετραδάκι-πετραδάκι για τα σένα, πάντοτε) είναι η γλώσσα, ο Λόγος ο προσωπικός, ο πιο ανθρώπινος.

Μάθαμε να μιλάμε, και να σωπαίνουμε, και, κυρίως, να ακούμε. «Το ακούειν είναι η υπαρκτική ανοιχτότητα του εδωνά-Είναι ως Συνείναι για τους Άλλους. Το ακούειν συγκροτεί μάλιστα την πρωταρχική και αυθεντική ανοιχτότητα του εδωνά-Είναι για τη δυνατότητα του πιο δικού του Είναι, ως άκουσμα της φωνής του φίλου, τον οποίο κάθε εδωνά-Είναι έχει πλάι του».

Η μεταφυσική εξαρθρώθηκε στις διαδρομές του Χάιντεγκερ, αποκαλύφθηκε σε όλο το ανυπόστατο ψέμα της. «Συνεπώς, το καρτεσιανό cogito, ergo sum είναι έκφραση μιας ανθρωπομορφικής και εξορθολογισμένης υπερβολής», λέει ο Στάινερ.

Με τον Χάιντεγκερ, η βούληση για δύναμη έγινε βούληση για ζωή και αυτή η τελευταία φανερώθηκε ως αυτό που όντως είναι, μια συνεύρεση με τους αγαπημένους, μια αδιάλειπτη έγνοια, μια μέριμνα για τους ανθρώπους, τον κόσμο και τα πράγματα. «Η μέριμνα (Sorge), η οποία σημαίνει “μέριμνα για τον άλλο”, “εν-διαφέρον-για-και-με-τον άλλο”, είναι το μέσο γι’ αυτή την υπέρβαση», λέει πάλι ο Στάινερ, και εννοεί την υπέρβαση του ανοίκειου, της κατάπτωσης, της αν-αυθεντικότητας.

Μας έμαθε να αγαπάμε, ο Χάιντεγκερ, για να γινόμαστε αυθεντικοί, και να αντλούμε από την παντοδύναμη αδυναμία του ενδεχομένου για ζωή μέσα στην πτώση. Μας έμαθε να διαλέγουμε ελεύθερα αυτό που ήδη μας έχει διαλέξει –την Ύπαρξη.«Αν το εδωνά-Είναι προλαβαίνοντας επιτρέψει στο θάνατο να ισχυροποιηθεί μέσα του, τότε ελεύθερο για το θάνατο το εδωνά-Είναι κατανοεί τον εαυτό του μες στη δική του υπερδύναμη, μες στην υπερδύναμη της πεπερασμένης του ελευθερίας, έτσι ώστε μ’ αυτή την ελευθερία, η οποία “είναι” εκάστοτε μόνο χάρη στο ότι έχει εκλεγεί η εκλογή, να μπορεί να αναλαβαίνει την αδυναμία της εγκατάλειψης στον εαυτό του, και να έχει σαφή θέα των τυχαιοτήτων της διανοιγόμενης κατάστασης».

Δεν τελειώνει η μελέτη του Χάιντεγκερ, από το 2006 ως σήμερα, αλλά, ήδη από τότε, ο Χάιντεγκερ μου έδωσε το θάρρος να διαβάσω τον γέροντα Σωφρόνιο, και έτσι παράδοξα, βρήκα τα κότσια να πάω στον Άθωνα, για να λέω, σήμερα, ότι χρωστώ την ορθοδοξία μου στον Νίτσε, στον Κίρκεγκωρ, στον Σοπενχάουερ και, κυρίως, στον Χάιντεγκερ. Εξάλλου, όπως μου είπε σ’ εκείνη την πρώτη επίσκεψη στο Όρος, ο γέροντας Γαβριήλ: «Η αγάπη βρίσκει τρόπους. Η αδιαφορία βρίσκει δικαιολογίες».

Διαβάστε τον Χάιντεγκερ και όταν σας πουν οι εξυπνάκηδες για το ναζισμό του, εξηγείστε τους ότι θα απολογείται αιωνίως, αλλά όχι στους ελαφρούς. Θα απολογείται στους συντρόφους του –στον Λεβί, στον Αμερύ, στον Φρανκλ, στον Κέρτες. Στον Τσέλαν. Ποτέ στους ελαφρούς.

 

//Martin Heidegger, Επιστολή Για Τον Ανθρωπισμό, μτφρ. – εισαγ. Γιώργος Ξηροπαΐδης, Ροές / Martin Heidegger, Είναι και Χρόνος, Τόμοι Ι & ΙΙ, μτφρ. Γιάννης Τζαβάρας, Δωδώνη / George Steiner, Χάιντεγκερ, μτφρ. Ασημίνα Καραβαντά, επιμ. Γκόλφω Μαγγίνη, Πατάκης.

ΚΜ

* * *

Φως, περισσότερο φως

Ακόπαστη η ανάγκη να διαβάζεις λογοτεχνία. Παράλληλη, τρέχει η χρεία για δοκίμιο, πόνημα, φιλοσοφία: για συγκράτηση και συγκρότηση. Το είπε ο εγελιανός Σολωμός (με λογισμό και μ’ όνειρο), το είπε και ο μαρξιστής Κάζιμιρ Μάλεβιτς (με καρδιά από φλόγα, με μυαλό από πάγο).

Από την εφηβεία, όπως ήταν ο Χάιντεγκερ για τον Μαργαρίτη, για μας στην παρέα, η τυχαία ανακάλυψη και τρέλα και λατρεία ήταν ο Νίτσε. Μαζί με τον Καμύ. Κύλησαν τα χρόνια, οι δεκαετίες, ήρθαν άλλες αγάπες, μας βάρυναν οι «φίλοι που δεν ξέρουν πια πώς να πεθάνουν», μας αλάφρυναν οι φίλες που ήξεραν να μας γεμίζουν το ποτήρι και να μας ανάβουν το τσιγάρο, διαβάσαμε δεκαπέντε βιβλιοθήκες, ήπιαμε τον Βόσπορο, τον Νιαγάρα, και τον Δούναβη, θητεύσαμε σε παραμεθόριες περιοχές του πνεύματος και σε ναρκοθετημένες ζώνες της ποιήσεως, πήγαμε να βάλουμε μυαλό αλλά στα μισά του δρόμου κάτσαμε να ξαποστάσουμε σ’ ένα καπηλειό κι εκεί πετύχαμε τον Ελασίτη, τον Βερολινέζο, τον Καβάτζα και τον Μπεκρή, και χάσαμε και το λίγο μυαλό που είχαμε εκ γενετής, και γίναμε ένα εκκρεμές, πάμε από την ποίηση στη φιλοσοφία και πίσω πάλι, προικισμένοι με την ακαταμάχητη γοητεία του χαμένου από χέρι που όμως ξέρει και πέντε κολλυβογράμματα. Βγάλε άκρη!

Nietzsche187a

«… σαν μαγεμένο το μυαλό μας αφήνεται στο πώς ο Νίτσε, μόλις 25 χρονών, ιστορεί τα όσα έπραξαν και σκέφτηκαν οι Έλληνες φιλόσοφοι από τον Θαλή ως τον Σωκράτη».

Μονίμως στο γραφείο αυτό τον καιρό (και το συστήνω θερμότατα): Το κίτρινο βιβλίο, τα σπαράγματα του Νίτσε Η Φιλοσοφία στα Χρόνια της Αρχαιοελληνικής Τραγωδίας – Οι Προπλατωνικοί Φιλόσοφοι και Σημειώσεις (1867-75), με πρόλογο και μετάφραση και σχόλια του Βαγγέλη Δουβαλέρη και φιλολογική επιμέλεια του Ήρκου Ρ. Αποστολίδη, όπου σαν μαγεμένο το μυαλό μας αφήνεται στο πώς ο Νίτσε, μόλις 25 χρονών τότε, ιστορεί τα όσα έπραξαν και σκέφτηκαν οι Έλληνες φιλόσοφοι από τον Θαλή ως τον Σωκράτη, και μετά, πάλι με μαγεμένο το μυαλό, παρακολουθούμε, νοερά, τις διαλέξεις του ποιητή/φιλοσόφου. «Στον Αναξαγόρα: ο νους είν’ ένας από μηχανής άθεος», σημειώνει ο Νίτσε. Και αλλού, θαυμαστά και συνταρακτικά, για τον Ηράκλειτο: «Το ένα και αέναο γίγνεσθαι, η αστάθμητη πραγματικότητα, που ακατάπαυστα δρα και γίνεται χωρίς ποτέ να είναι –καθώς διδάσκει ο Ηράκλειτος– τρομάζει ως ιδέα· μοιάζει με σεισμό: το έδαφος τρέμει κάτω απ’ τα πόδια μας και δεν ξέρουμε πού να σταθούμε. Χρειάζεται ένα πολύ δυνατό κ’ ικανό μυαλό για να μετουσιώσει την τρομακτική αυτή αίσθηση σε κάτι υψηλό, σε κάτι που εκπλήσσει ευχάριστα: την εναντιότητα».

Για να συμπληρώσω τον Μαργαρίτη, συστήνω επίσης ανεπιφύλακτα τον τρίτο τόμο των Απάντων (και όλους τους άλλους, φυσικά) του δυναμικού διανοητή Χρήστου Μαλεβίτση (1927-1997), όπου συστεγάζονται ένα εκτενές δοκίμιο για την οντολογία του κοινωνικού ανθρώπου, το «Πολιτεία και Ερημία» και ένα πολύπτυχο πόνημα για τον Χάιντεγκερ με τίτλο «Η Φιλοσοφία του Χάιντεγκερ». Γλώσσα ακριβείας αλλά και ικανή να αγγίξει την ποίηση, να κινηθεί υποβρυχίως για να ανακαλύψει εκεί τους αγγέλους των βυθών καθώς και να υψωθεί λεύγες απ’ τη γης για να μιλήσει με τους ιχθύς των σύγνεφων και των ουρανών όπως έλεγε/έψαλλε/υμνωδούσε ο Άγιος Πεντζίκης. Ο Χάιντεγκερ είναι ο φιλόσοφος και ποιητής του Μεγάλου Νόστου, μας λέγει ο Μαλεβίτσης. Σημαντικές, ιδίως για όποιον ασκεί την τέχνη του λόγου, οι επισημάνσεις του Μαλεβίτση για τις περί την γλώσσα θέσεις του φιλοσόφου/ποιητή: «Όταν ο άνθρωπος είναι αναυθεντικός», τονίζει ο Μαλεβίτσης, ακολουθώντας τον Χάιντεγκερ, «δεν ακούει το λέγειν της γλώσσας· γι’ αυτό τούτη στο στόμα του περιπίπτει σε φλυαρία· όσο ο άνθρωπος προχωρεί προς την αυθεντικότητα τόσο περισσότερο εννοεί την οντολογική δύναμη του λέγειν. Διότι η γλώσσα δεν πραγματοποιεί τη διάνοιξη του ανθρώπου προς το Είναι, αλλά είναι ο τόπος και το μέσο της αυτοαποκάλυψης του Είναι». Ο Χάιντεγκερ το λέγει μεστά: «Η γλώσσα είναι το σπίτι του Είναι. Στο ενδιαίτημά του οικεί ο άνθρωπος. Οι διανοητές και οι ποιητές είναι οι φύλακες αυτού του ενδιαιτήματος».

 

//Φρειδερίκος Νίτσε, Η Φιλοσοφία στα Χρόνια της Αρχαιοελληνικής Τραγωδίας – Οι Προπλατωνικοί Φιλόσοφοι και Σημειώσεις (1867-75), με πρόλογο και μετάφραση και σχόλια του Βαγγέλη Δουβαλέρη και φιλολογική επιμέλεια του Ήρκου Ρ. Αποστολίδη, εκδ. Gutenberg / Χρήστος Μαλεβίτσης, Η Φιλοσοφία του Χάιντεγκερ & Πολιτεία και Ερημία, εκδ. Αρμός.

ΓΙΜ

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top