
Η Κατερίνα Γώγου ήταν ως ηθοποιός κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που ήταν στη ζωή της στη «σκιά».
Δούλευε από 5 χρονών σε παιδικούς θιάσους και, στη συνέχεια, επαγγελματικά σαν ηθοποιός, παίζοντας από Επιθεώρηση μέχρι Αρχαία Τραγωδία (θίασος Κ. Κουν). Παράλληλα, δούλεψε στον κινηματογράφο και πήρε μέρος σε δεκάδες ταινίες, κυρίως της Φίνος Φιλμ. Σε όλες τις ταινίες της ήταν το κορίτσι-καρπαζοεισπράκτορας, το κορίτσι της αφέλειας, αυτή που μασούσε τσίχλα και με μια τσιριχτή και εντελώς κοριτσίστικη φωνή έμοιαζε να ενσαρκώνει το no brain. Η αληθινή της προσωπικότητα ήταν ο ακριβώς αντίθετο.
Κοιτάζουμε την ημερομηνία και το «Σαν Σήμερα» και βλέπουμε το εξής: Μέριλιν Μονρόε, γεννηθείσα 1η Ιουνίου του 1926. Λίγο πιο κάτω: Κατερίνα Γώγου, γεννηθείσα 1η Ιουνίου του 1940. Δύο γυναίκες που δεν έχουν τίποτα κοινό, φαινομενικά, μεταξύ τους, παρά μόνο την ημέρα γέννησης. Α, και το ότι ηθοποιός η μία, ηθοποιός κι η άλλη. Και τι με αυτό; Σιγά το αξιοπρόσεκτο. Κι όμως, είναι. Γιατί αυτες οι δύο είναι δύο γυναίκες που σημαδεύτηκαν από τους ρόλους τους με τέτοιο τρόπο, ώστε η δύναμη της εικόνας που επιβλήθηκε πάνω τους, τις έκανε τόσο δυστυχισμένες, επηρέασε τη ζωή τους, επισκίασε την προσωπικότητά τους. Και για τις δύο, η δικαίωση ήρθε καιρό μετά τον θάνατό τους.
Για τη Μέριλιν Μονρόε τα πάντα είναι γνωστά. Κι αν δεν ήταν, έγιναν από την απόδοση της ζωής της στην ταινία με την Άνα ντε Άρμας πριν 3 χρόνια στο Netflix. Για την Κατερίνα Γώγου, ευτυχώς ήρθε το διαδίκτυο για να κάνει ευρέως γνωστή την ιστορία της και να αποκαταστήσει την εικόνα της. Γιατί, όσο ήταν εν ζωή, υπήρξαν λίγοι άνθρωποι που γνώρισαν και επικοινώνησαν το μεγαλείο της ψυχής της, το βάθος που είχε. Η ποίησή της έμεινε να αναλάβει τον ρόλο της αφηγήτριας της αλήθειας.
Αν κάποιος πιστεύει στα ζώδια, σίγουρα θα έχει να βρει έναν συνδετικό ιστό ανάμεσα στη Μονρόε και τη Γώγου με βάση την ημερομηνία γέννησης. Κάποιος ανάδρομος Ερμής θα υπάρχει. Ή κάτι τέτοιο.

Στις ταινίες έκανε συνήθως το «πιόνι», μια κοπέλα που ήταν στην επιφάνεια των πραγμάτων και την έκαναν οι άλλοι ό,τι ήθελαν. Αν σκεφτούμε πως η προσωπικότητά της απείχε παρασάγγας από αυτό, γίνονται σπουδαιότερες οι ερμηνείες της.
«Παρτσακλή» ηθοποιός στην επιφάνεια, ένας βαθύς ωκεανός από κάτω
Η Κατερίνα Γώγου βρισκόταν πάντοτε στη σκιά της Βουγιουκλάκη, της Καρέζη, της Κοντού. Έκανε το παρτσακλό, τη φίλη, την υπηρέτρια. Τα μάτια της υποδήλωναν την άγνοια, σα να μην ήξερε ποια είναι η θέση της στον κόσμο. Στην πραγματικότητα, αυτή η σκιά τη βοήθησε να αναζητήσει απρόσκοπτα τη θέση της στον κόσμο και να αντιληφθεί πως θα είναι δύσκολο να την διεκδικήσει. Τη βασάνιζε πάντοτε ότι τα όνειρά της απέχουν. Δε μπορούσε να αποδεχτεί πως η ζωή είναι διαρκώς το κυνήγι του ανέφικτου. «Η Κατερίνα ήτανε ένα παιδί και κάποια στιγμή, αυτό το παιδί, τρώγοντας σφαλιάρες, άρχισε να απογοητεύεται με το ότι τα όνειρά της δεν πρόκειται να γίνουν πραγματικότητα», θα πει μετά τον θάνατό της για εκείνη η κόρη της, η Μυρτώ Τάσιου, η οποία πέθανε 18 Σεπτεμβρίου του 2015.
Μέχρι τη δεκαετία του ’70, το σινεμά ήταν το σήμα κατατεθέν της. Κάπου εκεί, προς τα τέλη, αποφάσισε να αφήσει την υποκριτική και να ασχοληθεί με την ποίηση. Ήδη, δηλαδή, έγραφε, απλά τότε επικεντρώθηκε σε αυτό. Στην ποίηση και στην κοινωνική δικαιοσύνη.
Το πρώτο της βιβλίο με τίτλο «Τρία κλικ αριστερά» πούλησε πάνω από 40.000 αντίτυπα. Οι εκδότες της εποχής έκαναν λόγο για κάτι πολύ σπάνιο που σε επίπεδο ποιητικών συλλογών δεν είχαν πετύχει τόσοι και τόσοι σπουδαίοι, παρά μόνον ο Ελύτης και ο Ρίτσος. Το βιβλίο μάλιστα μεταφράστηκε και στα αγγλικά και κυκλοφόρησε το 1983 στην Αμερική.
Η παρουσία της στα Εξάρχεια άλλαξε εντελώς τη στάση της απέναντι στην κοινωνία και το καπιταλιστικό σύστημα. Νωρίτερα, είχε αντιμετωπίσει την εξάρτηση από τα ναρκωτικά, όταν προσπάθησε να βοηθήσει την κόρη της να ξεκόψει και τελικά παρασύρθηκε η ίδια σε αυτά.
Συναναστράφηκε τον αντιεξουσιαστικό χώρο, εντρύφησε στην ιδεολογία της αναρχίας και αυτό την έκανε να νιώσει ακόμα μεγαλύτερη απόγνωση για τον κόσμο. Η άγνοια είναι ευτυχία, η γνώση μια μεγάλη δυστυχία. Ειδικά όταν δεν την ασπάζονται όλοι, άρα δε μπορεί να γίνει ο κόσμος καλύτερος.

Η Κατερίνα Γώγου με την κόρη της Μυρτώ.
Δεν είχε άλλο να δώσει
Μέχρι το 1993, όταν και πέθανε, είχε διαρκώς πάρε δώσε με την αστυνομία, ενώ στεκόταν στο πλάι κάθε συλληφθέντα των Εξαρχείων. Η πορεία της την οδηγούσε εκεί όπου οδηγήθηκαν ο Άσιμος και ο Σιδηρόπουλος. Καιρό πριν βρεθεί νεκρή στο σπίτι της στο Μεταξουργείο από κοκτέιλ χαπιών και αλκοόλ, έδειχνε τάσεις φυγής από τη ζωή. Αυτό είχε εκμυστηρευτεί στον φίλο της και ποιητή Γιώργο Χρονά. Αυτό είχε δώσει ως εντύπωση στην κόρη της.
«Είχε κλείσει ο κύκλος της. Είχε ολοκληρωθεί, δεν είχε κάτι άλλο να δώσει. Μου το έλεγε. Γύρισε στο σπίτι που μεγάλωσε, στο Μεταξουργείο. Εμένα μου φαίνεται ότι είχαν στηθεί όλα από την ίδια».
Η Γώγου δεν ήταν μια ηθοποιός. Αυτή ήταν για χρόνια η πιο ισχυρή ιδιότητα, η πιο δυνατή ταμπέλα στη ζωή της. Αλλά έμοιαζε να την καταδυναστεύει και να καταπιέζει τις άλλες της ιδιότητες.
Ήθελε να είναι κάποια άλλη, ήθελε να έχει αφιερωθεί περισσότερο στον κοινωνικό αγώνα, έμοιαζε να την πονά που άργησε να ανακαλύψει τον ώριμο εαυτό της. Έμοιαζε να αυτοτιμωρείται που δεν ήταν πρώιμα αναρχική. Στις 3 Οκτωβρίου του 1993 η τελευταία της αναπνοή βγήκε από το στόμα. «Ο τρόπος γραφής της δείχνει έναν άνθρωπο πάρα πολύ ευαίσθητο. Έναν άνθρωπο που έχει βγάλει το δέρμα του και ζει σε φοβερές εντάσεις», θα περιγράψει εύστοχα η Αφροδίτη Μάνου. Η Γώγου είχε όντως «σκίσει τη σάρκα της» πολλάκις. Κι αισθανόταν για χρόνια πως ό,τι είχε να δώσει, το έδωσε.
Για όσους μένουν πίσω, η Κατερίνα Γώγου δεν είναι ηθοποιός, αλλά μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία να αφηγηθούν. Αυτό ίσως να το απολάμβανε, αν το ζούσε. Ή μπορεί και να την έθλιβε έτι περισσότερο.




