Θα μπει σφήνα στο μεγάλο φαβορί των Όσκαρ; Το «Καμία Άλλη Επιλογή» θυμίζει την ταινία που σάρωσε το 2020

Ο Παρκ Τσαν-γουκ (Oldboy) έφερε στη μεγάλη οθόνη μια ταινία που σκιαγραφεί με αιχμηρή λιτότητα, καθαρή ματιά και μαύρο χιούμορ την κρίση της εργασίας, της ανδρικής ταυτότητας και της κοινωνικής επιβίωσης.

Η απώλεια της εργασίας, οδηγεί στην  έλλειψη σύνδεσης, κατανόησης και αίσθησης συμμετοχής στην κοινότητα και με ακρίβεια στην κοινωνική αποξένωση.

Μετά από αρκετά χρόνια αναμονής και ωρίμανσης του πρότζεκτ, ο Παρκ Τσαν-γουκ (Oldboy),  έφερε στη μεγάλη οθόνη μια ταινία που σκιαγραφεί με αιχμηρή λιτότητα, καθαρή ματιά και μαύρο χιούμορ την κρίση της εργασίας, της ανδρικής ταυτότητας και της κοινωνικής επιβίωσης. Η ταινία είναι ριμέικ της αντικαπιταλιστικής μαύρης σάτιρας του Κώστα Γαβρά «Τσεκούρι» (2005).

Στην καρδιά της αφήγησης βρίσκεται ο Γιου Μαν-σου (Λι Μπιουνγκ-χουν), ένας έμπειρος και επιτυχημένος υψηλόβαθμος εργαζόμενος στη χαρτοποιία που ξαφνικά απολύεται. Η απώλεια δεν είναι απλώς οικονομική. Είναι πλήγμα στην ταυτότητα του άνδρα, στον ρόλο του ως πατέρας και σύζυγος, στην κοινωνική του θέση. Η ταινία αποδίδει αυτό το ρήγμα μέσα από στιγμές καθημερινής ταπείνωσης και ευτελισμού, την ανάκληση επιβραβεύσεων του παρελθόντος, την επαναλαμβανόμενη αναζήτηση θέσης εργασίας, την προσκόλληση σε έναν τομέα που έχει ήδη απομυθοποιηθεί.

Όταν προκύπτει μια νέα ευκαιρία πρόσληψης, ο Μαν-σου δεν επιλέγει απλώς να ανταγωνιστεί. Επιλέγει να εξαλείψει τους ανταγωνιστές. Στήνει μια αγγελία για θέση στη χαρτοποιία, ζητά αιτήσεις αποκλειστικά σε έντυπη μορφή, μια αναπόληση και επαναφορά στις «παλιές καλές μέρες» αλλά και τεχνική παγίδα και προχωρά σε βίαιες ενέργειες για να μειώσει τον ανταγωνισμό για την επίζηλη θέση. Το ιδιότυπο έγκλημά του δεν είναι απλώς προσωπικό, είναι σύμβολο μιας κοινωνίας που επιβραβεύει την απομόνωση, την ακραία διακινδύνευση, την απογοήτευση ως κανονικότητα.

Το φιλμ κινηματογραφικά κρατά τον χαρακτήρα του Παρκ: καδραρίσματα που απομονώνουν, ευφάνταστες γωνίες λήψης, μεταβάσεις σχεδόν μηχανικές.
Θα μπει σφήνα στο μεγάλο φαβορί των Όσκαρ; Το «Καμία Άλλη Επιλογή» θυμίζει την ταινία που σάρωσε το 2020

Η ταινία είναι ριμέικ της αντικαπιταλιστικής μαύρης σάτιρας του Κώστα Γαβρά «Τσεκούρι» (2005).

Γιατί μας αρέσει τόσο αυτή η ταινία

Βέβαια η ταινία δεν «εγκαταλείπει» τον ήρωα εξ ολοκλήρου ως το απόλυτο θύμα, ούτε ως αποδιοπομπαίο τράγο. Ο Παρκ αξιοποιεί τον Μαν-σου με σκεπτικισμό τον συμπαθεί, τον καταλαβαίνει, όμως δεν τον δικαιολογεί χωρίς επίγνωση και κρίση. Η ταινία δείχνει πού οδηγεί το «δεν είχα άλλη επιλογή», αποκαλύπτοντας τη φράση ως εύκολη δικαιολογία. Ο Παρκ υπενθυμίζει πως όλοι λέμε «δεν έχω καμία άλλη επιλογή» στην καθημερινότητά μας, κι έτσι το φιλμ λειτουργεί σαν καθρέφτης της συλλογικής μας αυταπάτης.

Το φιλμ κινηματογραφικά κρατά τον χαρακτήρα του Παρκ: καδραρίσματα που απομονώνουν, ευφάνταστες γωνίες λήψης, μεταβάσεις σχεδόν μηχανικές, που παύουν να θυμίζουν ανθρώπινη ματιά. Η κάμερα, σαν ψυχρός χειρουργός, αποσυναρμολογεί τον Μαν-σου, στο γραφείο, στο σπίτι, στη φύση, αποκαλύπτοντας το βάθος της αποξένωσής του.

Η μεταμόρφωση των χώρων, που περνούν από το οικείο στο αλλόκοτο και από το χειροπιαστό στο αφηρημένο, δείχνει πως το θύμα δεν είναι μόνο ο ένας αλλοτριωμένος, απολυμένος άνδρας, αλλά και ότι περιβάλλεται από έναν  κόσμο που δεν αφήνει πια χώρο για τον άνθρωπο.

Θεματικά, η ταινία ανοίγει πολλούς άξονες, την κρίση της ανδρικής αξιοπρέπειας, τη σχέση εργασίας-ταυτότητας, τη μετατόπιση στην οικογένεια (η σύζυγος εργάζεται, ο άνδρας χάνει θέση), την αντιπαράθεση ανθρώπου-μηχανής, τον αλγόριθμο του ανταγωνισμού. Στη σύλληψη η ταινία έχει πολλές ομοιότητες με το «Parasite» του Μπονγκ Τζουν-χο όχι επειδή μοιάζουν στην πλοκή, αλλά γιατί μοιράζονται την ίδια κοινωνική αφετηρία, την αγορά ως μηχανισμό ανισότητας, τη συλλογική σύγχυση και την ταυτότητα που μετατρέπεται σε εμπόρευμα.

Η σκηνοθετική ακρίβεια του Παρκ Τσαν-γουκ δημιουργεί ένα έργο όπου κάθε κάδρο λειτουργεί ως σχόλιο πάνω στη μοναξιά και την αποξένωση.

Θεματικά, η ταινία ανοίγει πολλούς άξονες, την κρίση της ανδρικής αξιοπρέπειας, τη σχέση εργασίας-ταυτότητας, τη μετατόπιση στην οικογένεια, την αντιπαράθεση ανθρώπου-μηχανής, τον αλγόριθμο του ανταγωνισμού.

Μια αλληγορία για τη φθορά της ηθικής

Η αφήγηση της ταινίας δεν είναι γραμμική, ξεκινά με χιούμορ που λειτουργεί ως σκωπτική ανάσα και σταδιακά μετατρέπεται σε εργαλείο αποκάλυψης της κρίσης. Η κωμωδία μεταπίπτει σε βία, η καθημερινότητα σε παράλογο. Το φιλμ εγκαταλείπει την ευθεία εξιστόρηση και εξελίσσεται σε μελέτη της κατάρρευσης, όχι μόνο του ανθρώπου, αλλά και του ίδιου του συστήματος. Δεν βλέπουμε απλώς μια πράξη εκδίκησης στην ταινία, αλλά μια κοινωνία που παίζει τον ρόλο της μέσα στο ίδιο της το δράμα. Οι σκηνές οικογενειακής έντασης, οι αμφιβολίες του παιδιού, η ψυχική απόσταση ανάμεσα στους ήρωες, ολοκληρώνουν το τοπίο.

Η σκηνοθετική ακρίβεια του Παρκ Τσαν-γουκ, τελικά, συνδυάζει φόρμα και περιεχόμενο με πειθαρχημένη ένταση, δημιουργώντας ένα έργο όπου κάθε κάδρο λειτουργεί ως σχόλιο πάνω στη μοναξιά και την αποξένωση. Το μαύρο χιούμορ προσφέρει ανακούφιση χωρίς να μειώνει τη βαρύτητα του θέματος, ενώ η ερμηνεία του Λι Μπιουνγκ-χουν αποδίδει με λεπτότητα τη μετάβαση από την απελπισία στην παράνοια. Η κοινωνική διάσταση της ταινίας λειτουργεί ως αλληγορία για την αγορά, την εργασιακή ανασφάλεια και τη φθορά της ηθικής, ενώ η μουσική και ο ρυθμός του μοντάζ ενισχύουν τη συνεχή ένταση μεταξύ τραγικού και κωμικού, αποκαλύπτοντας τις αντιφάσεις της σύγχρονης κοινωνίας.

Τι χάνουμε όταν χάνουμε τη δουλειά; Αναρωτιέται ο Παρκ στην ταινία «Καμία Άλλη Επιλογή», η ταυτότητα θολώνει, η κοινωνική θέση διαταράσσεται, η επιθυμία αλλοιώνεται και η  αξιοπρέπεια τσαλακώνεται. Ο δημιουργός προσεγγίζει το θέμα με τη γνώριμη στιλιστική ακρίβεια, το υπόγειο χιούμορ και το διεισδυτικό του βλέμμα, καλώντας μας να αναλογιστούμε πόσες φορές επαναλαμβάνουμε το «δεν είχα άλλη επιλογή», χωρίς να συνειδητοποιούμε πως η επιλογή, τεχνηέντως, μάς έχει ύπουλα αφαιρεθεί.


Διαβάστε ακόμη: Η Νο1 σειρά της χρονιάς μόλις κυκλοφόρησε, θα κάνει το Netflix να «ζηλέψει»

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top