
Ο Κωνσταντίνος Καβάφης βρίσκεται πια ως γλυπτό, ως ένας αγαλματένιος άνθρωπος καθιστός σε ανάκλιντρο, με το καπέλο ανά χείρας, στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου. (Photo credits: Στέλιος Τζέτζιας)
Από την προτομή του Πούσκιν με το κόκκινο προ-σοβιετικό άστρο και τα ψάρια-συντριβάνια στην Οδησσό (ποιος ξέρει σε τι κατάσταση να είναι σήμερα…) μέχρι τον μονοκόμματο ανδριάντα του Μπαλζάκ, έργο του Ροντέν, στο Παρίσι, οι πόλεις τιμούν τους δημιουργούς που συνδέθηκαν μαζί τους αφιερώνοντάς τους έργα δημόσιας τέχνης, κυρίως γλυπτά. Και κάθε φορά που ένα τέτοιο έργο αποοκαλύπτεται, πρώτα εκπλήσσει, συχνά διχάζει, και εντέλει, εάν αποδειχθεί πετυχημένο, ορίζει έναν τόπο, γίνεται τοπόσημο και σημείο αναφοράς στην αστική καθημερινότητα. Το καθιστό άγαλμα του Καβάφη (διαβάστε εδώ τη συνέντευξή μου με τον έναν εκ των δύο συγγραφέων της νέας βιογραφίας του), που αποκαλύφθηκε προχτές το βράδυ, παραμονή των γενεθλίων του ποιητή που έζησε ακριβώς 70 χρόνια (29 Απριλίου 1863 – 29 Απριλίου 1933), προσφορά του Ιδρύματος Ωνάση στον Δήμο Αθηναίων, νομίζω ότι θα κατακτήσει άμεσα τον επιθυμητό στόχο.
Ο Καβάφης, βέβαια, είναι αλήθεια, δεν υπήρξε Αθηναίος. Η σχέση του με την πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους υπήρξε περιστασιακή όσο ζούσε, καθοριστική όμως για την προβολή του έργου του, και εντάθηκε κυρίως μετά θάνατον. Πού αλλού διαβάζονται τα ποιήματά του περισσότερο, αν όχι στο εθνικό κέντρο; Ήταν έτσι σχεδόν αναπόφευκτο και η αλεξανδρινή του κληρονομιά να βρει το δρόμο της προς αυτό. Το γλυπτό είναι πολύ κοντά στο Αρχείο Καβάφη, το οποίο φυλάσσεται στο κτίριο της Οδού Φρυνίχου 4, επίσης του Ιδρύματος Ωνάση, αλλά είναι και ηλεκτρονικά προσβάσιμο σε όλους.

Παρόλο που δεν ήταν Αθηναίος, δεν είχε σύνδεση με την πόλη, ο Αλεξανδρινός ποιητής γίνεται ένα αξιοθέατο της πόλης αντίστοιχο με το γλυπτό του Κάφκα στην Πράγα. (Photo credits: Στέλιος Τζέτζιας)
Η τοποθεσία είναι συμβολική, όχι απλώς επειδή είναι εμπρός στη Βιβλιοθήκη Ωνάση, αλλά γιατί είναι σε ένα όριο, όπου ο χώρος αποτυπώνει την ιστορική μετάβαση, όπως το έκανε η ποίησή του. Είναι κοντά στην Ακρόπολη, σύμβολο της κλασικής Ελλάδας, εποχής με την οποία δεν ασχολήθηκε ποιητικά, αλλά στο σημείο που άρχιζε η νέα ρωμαϊκή πόλη, προς την οποία φαίνεται να κοιτά, σηματοδοτούμενη από την Πύλη του Αδριανού. Ένα μνημείο προς τιμήν του Ρωμαίου Αυτοκράτορα, ο οποίος τον 2ο μ.Χ. αιώνα ολοκλήρωσε και τον παρακείμενο ναό του Ολυμπίου Διός (γνωστού σήμερα ως Στύλοι), τον οποίο είχε αρχίσει ο Πεισίτρατος, το 515 π.Χ. Ένα τεράστιο εργοτάξιο που έμεινε ημιτελές 700 χρόνια! Από αυτό είναι κρίμα που ο Καβάφης δεν εμπνεύστηκε να γράψει κάτι, ένα πολύσημο σχόλιο για την ελληνορωμαϊκή περίοδο, σταθερή αναφορά της ποίησής του.
Η τελετή παράδοσης και παραλαβής έγινε σε δύο μέρη. Ξεκίνησε με τις ομιλίες στην αυλή του Ιδρύματος Ωνάση, την Onassis Mandra. Πρόκειται για τη σκηνή ενός υπαίθριου θεάτρου, η μόνη που σώζεται ως σήμερα, από την εποχή που η περιοχή ήταν εξοχή και φιλοξενούσε θέατρα, κοντά στο καλυμμένο σήμερα ποτάμι. Ένας ευσυνείδητος ερευνητής θα μπορούσε να ψάξει το Αρχείο Καβάφη για να δει αν ο ποιητής το είχε επισκεφτεί για να δει παράσταση θεάτρου ή όπερας σε κάποια από τις αθηναϊκές διαμονές του. Και μετά βγήκαμε έξω όπου έγιναν τα αποκαλυπτήρια.

Ο συνεργάτης του Andro, Δημήτρης Κιουσόπουλος, δίπλα στον Καβάφη και δεξιά ένα «ραβασάκι» που άφησε κάτοικος της περιοχής. (Φωτογραφία: Andro).
Ο Καβάφης στο ανάκλιντρο
Στην εκδήλωση παρέστησαν εκπρόσωποι της πολιτικής, πολιτιστικής, ακαδημαϊκής και καλλιτεχνικής ζωής της χώρας, και δημοσιογράφοι. Ομιλίες απηύθυναν, με την εξής σειρά, ο Αντώνης Σ. Παπαδημητρίου, Πρόεδρος του Ιδρύματος Ωνάση, η Υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη και ο Αντιδήμαρχος Οικονομικού Προγραμματισμού Γιώργος Γιάνναρος, εκ μέρους του Δημάρχου Αθηναίων Χάρη Δούκα, και φυσικά ο δημιουργός του έργου, γλύπτης Πραξιτέλης Τζανουλίνος. Οφείλω να πω ότι οι λόγοι ήταν όλοι καλοί και to the point (ο Καβάφης ήγγλιζε λίαν στην ιδιωτική αλληλογραφία του) που ήθελε να θίξει ο καθένας, με ουσιαστική πληροφορία, ενώ παρών ήταν και τέως Δήμαρχος Αθηναίων Κώστας Μπακογιάννης.

Το γλυπτό απεικονίζει τον ποιητή καθήμενο σε ένα μικρό ανάκλιντρο, άμεσα αναγνωρίσημο στη φωτογραφία που είχε βγάλει σε ώριμη ηλικία στο σπίτι του. (Photo credits: Onassis Foundation)
Το γλυπτό απεικονίζει τον ποιητή καθήμενο σε ένα μικρό ανάκλιντρο, άμεσα αναγνωρίσημο στη φωτογραφία που είχε βγάλει σε ώριμη ηλικία στο σπίτι του. Παρόλα αυτά ο γλύπτης δεν αναπαρήγαγε αυτούσια τη φωτογραφία, αλλά εμπνεύστηκε από την περίφημη περιγραφή του Άγγλου συγγραφέα και υποστηρικτή του έργου του, Ε.Μ. Φόρστερ, που μίλησε για τον «Έλληνα κύριο με καπέλο που στέκει απολύτως ακίνητος, ελαφρώς λοξά προς το σύμπαν», τον Απρίλιο του 1919. Έτσι ο Καβάφης του Τζανουλίνου δεν είναι εσωστρεφής και μετρημένος, αλλά κοινωνικός, με το καπέλο στο χέρι, σαν μόλις να κάθισε επιστρέφοντας από περίπατο.
Το άγαλμα, σε φυσικό μέγεθος, είναι κατασκευασμένο από χαλκό με πατίνα υψηλής αντοχής για εξωτερικό χώρο, χυμένο με την τεχνική του χαμένου κεριού, μια τεχνική που εφαρμόστηκε κατεξοχήν στην αρχαία ελληνική πλαστική. Στοιχεία όπως τα γυαλιά του ενσωματώθηκαν χάρη σε σύγχρονες τεχνολογίες τρισδιάστατης σάρωσης και εκτύπωσης, με βάση αυθεντικά αντικείμενα. Είναι τοποθετημένο σε μια μικρή εξέδρα στρωμένη από μάρμαρο, που ορίζει ένα νοερό δωμάτιο. Το βραδύ το γλυπτό φωτίζεται από τη διακεκριμένη Ελληνίδα σχεδιάστρια φωτισμών Ελευθερία Ντεκώ. Το γλυπτό είναι μελετημένο ώστε ο επισκέπτης να μπορεί να καθίσει δίπλα στον ποιητή.
Από αυτή την άποψη μπορούμε να πούμε ότι θα αποδειχτεί σύντομα ότι πρόκειται για ένα λειτουργικό γλυπτό. Ακολουθώντας το παράδειγμα που από το τραπεζάκι καφενείου του Φερνάντο Πεσσόα στη Λισσαβόνα ή το παγκάκι της Βιρτζίνια Γουλφ στο Ρίτσμοντ, ο Κ.Π. Καβάφης θα προσκαλεί τους επισκέπτες της πόλης να καθίσουν για λίγο δίπλα του, στο ανακλιντρό του, και προφανώς να φωτογραφηθούν. Είναι, δηλαδή, ένα ινσταγκραμικό γλυπτό, που αναμφίβολα θα τραβήξει την προσοχή του κόσμου. Ήδη το επόμενο απόγευμα περνώντας είδα δύο γυναίκες να φωτογραφίζονται. Το τυχαίο δείγμα μου φορούσε μαντήλες, θα μπορούσαν να είναι από το Κάιρο ή την Αλεξάνδρεια.
Άραγε πόσοι από όσους φωτογραφηθούν θα πρωτομάθουν από αυτό το γλυπτό για την ύπαρξη του πιο διάσημου νεόυ Έλληνα ποιητή, του πιο διαβασμένου Έλληνα μετά τους κλασικούς, ο οποίος όμως ακόμα δεν έχει κατακτήσει τη φήμη ή τον θρύλο ενός Τζέημς Τζόυς (το δικό του αγαλμα στην Τεργέστη, όπου έζησε αρκετό καιρό, τον απεικονίζει όρθιο σε φυσικό μέγεθος, επάνω σε ένα κανάλι) ή ενός Κάφκα (αυτός έχει ένα γλυπτό και μια μεταλλική φουτουριστική κατασκευή στην Πράγα); Και από αυτούς, πόσοι θα συγκρατήσουν το όνομα και θα αναζητήσουν να διαβάσουν την ποίηση του;

Μη διστάσετε να «συνομιλήσετε» μαζί του. Ποιος ξέρει; Μπορεί να σας απαντήσει. (Photo credits: Στέλιος Τζέτζιας)
Ειλικρινά, ελπίζω πολλοί. Ως τότε, ο ποιητής θα τους υπομένει στωικά, μια αναγκαία κοινωνική παραχώρηση από μέρους του για το καλό της φήμης του, για την οποία τόσο πολύ ενδιαφερόταν και κοπιούσε. Ένα καθήκον που θα εκτελέσει υπολογισμένα, με τη μεγαλὐτερη δυνατή χάρη και ευγένεια, ενώ ο ίδιος θα είναι νοερά απών. Το δείχνει η έκφραση του προσώπου του.




