«Ακόμη κι αν μερικές πλευρές της προσωπικότητάς του είναι απαράδεκτες, ο Νταλί δεν παύει να είναι μια αυθεντική ιδιοφυία», γράφει ο Μπουνιουέλ. «Για πολλά χρόνια υπήρξαμε στενοί φίλοι και η συνεργασία μας στο σενάριο του ‘‘Ανδαλουσιανού σκύλου’’ μου έχει αφήσει την υπέροχη ανάμνηση μιας τέλειας αρμονίας». (Στη φωτογραφία ο Λουίς Μπουνιουέλ και ο Σαλβαντόρ Νταλί το 1929 / credits: La Razon).

Ο Πικάσο ήταν ζωγράφος και δεν ήταν παρά μόνο ζωγράφος. Ο Νταλί ήταν κάτι πολύ περισσότερο. Ακόμη κι αν μερικές πλευρές της προσωπικότητάς του είναι απαράδεκτες, όπως το πάθος του για προσωπική προβολή και επίδειξη, η μανιώδης αναζήτηση πρωτότυπων χειρονομιών ή φράσεων, που για μένα είναι εξίσου παλιές όσο το «Αγαπάτε αλλήλους», δεν παύει να είναι μια αυθεντική ιδιοφυία, ένας συγγραφέας, ένας συζητητής, ένας στοχαστής δίχως όμοιο. Για πολλά χρόνια υπήρξαμε στενοί φίλοι και η συνεργασία μας στο σενάριο του Ανδαλουσιανού σκύλου μου έχει αφήσει την υπέροχη ανάμνηση μιας τέλειας αρμονίας.

Αυτό που δεν είναι γνωστό, είναι ότι πρόκειται για το λιγότερο πρακτικό πλάσμα του κόσμου. Τον θεωρούν έναν δαιμόνιο επιχειρηματία, έναν παραδόπιστο. Στην πραγματικότητα, πριν συναντήσει την Γκαλά, δεν είχε καμιά αίσθηση του χρήματος. Για παράδειγμα, η Ζαν, η γυναίκα μου, έπρεπε να πηγαίνει να του βγάζει ένα εισιτήριο του τραίνου. Μια μέρα ήμαστε στη Μαδρίτη με τον Λόρκα και ο Φεντερίκο του ζήτησε να διασχίσει την οδό Αλκαλά, για να πάει να βγάλει ένα εισιτήριο για το Απόλλων, όπου παιζόταν μια οπερέτα, μια zarzuela. Ο Νταλί βγαίνει, εξαφανίζεται για μισή ώρα, κι επιστρέφει χωρίς τα εισιτήρια, λέγοντας: «Δεν καταλαβαίνω τίποτε. Δεν ξέρω τι πρέπει να κάνω».

«Τον θεωρούν έναν δαιμόνιο επιχειρηματία, έναν παραδόπιστο. Στην πραγματικότητα, πριν συναντήσει την Γκαλά, δεν είχε καμιά αίσθηση του χρήματος».

Στο Παρίσι η θεία του έπρεπε να τον παίρνει από το χεράκι, για να τον περάσει απέναντι στη λεωφόρο. Όταν πλήρωνε ξεχνούσε να ζητήσει τα ρέστα του κι ούτω καθ’ εξής. Κάτω από την επίδραση της Γκαλά, που τον υπνώτισε, πέρασε από το ένα άκρο στο άλλο κι έκανε το χρήμα (ή μάλλον το χρυσάφι) τον θεό που θα κυριαρχούσε στο δεύτερο μέρος της ζωής του. Αλλά είμαι σίγουρος ότι ακόμα και σήμερα δεν έχει καμιά πραγματική αίσθηση πρακτικότητας.

Μια μέρα, στη Μονμάρτη, πηγαίνω να τον δω στο ξενοδοχείο του. Τον βρίσκω γυμνό μέχρι τη μέση, μ’ έναν επίδεσμο στην πλάτη. Νομίζοντας ότι ένιωσε έναν «κοριό» ή κάποιο άλλο τέρας –στην πραγματικότητα ήταν ένα σπυρί ή μια κρεατοελιά– είχε ανοίξει την πλάτη του μ’ ένα ξυράφι, προκαλώντας ακατάσχετη αιμορραγία. Ο ξενοδόχος κάλεσε έναν γιατρό. Όλ’ αυτά για έναν φανταστικό κοριό.

«Η Γκαλά είναι η μόνη γυναίκα με την οποία έχει πραγματικά κάνει έρωτα. Έχει γοητεύσει κι άλλες γυναίκες, κυρίως αμερικανίδες δισεκατομμυριούχους, αλλά περιοριζόταν λόγου χάρη να τις βάζει να γδυθούν στο διαμέρισμά του, να τηγανίζει δυο αυγά, να τους τα βάζει πάνω στους ώμους και να τις διώχνει, χωρίς να προσθέσει κουβέντα». (credits: Alamy)

Είχε διηγηθεί πολλά ψέματα, κι ωστόσο είναι ανίκανος να πει ψέμα. Όταν, για παράδειγμα, με σκοπό να σκανδαλίσει το αμερικανικό κοινό, έγραψε ότι μια μέρα, σε μια επίσκεψή του σ’ ένα μουσείο φυσικής ιστορίας, αισθάνθηκε έντονα ερεθισμένος στη θέα των σκελετών των δεινοσαύρων, σε σημείο που ένιωσε υποχρεωμένος να σοδομίσει την Γκαλά μέσα σε έναν διάδρομο, αυτό είναι προφανώς ψέμα. Αλλά είναι τόσο έντονα θαμπωμένος από τον εαυτό του που οτιδήποτε λέει τον εντυπωσιάζει με την τυφλή δύναμη της αλήθειας.

Η σεξουαλική του ζωή ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Ήταν ένας φαντασιόπληκτος, με ελαφρά σαδιστικές τάσεις. Τελείως ασεξουαλικός, στα νιάτα του κορόιδευε αδιάκοπα τους φίλους του που αγαπούσαν κι αναζητούσαν τις γυναίκες, ως τη μέρα που διακορευμένος από την Γκαλά, μου ’γραψε ένα εξασέλιδο γράμμα, για να μου εξηγήσει με τον τρόπο του όλα τα θαύματα του φυσικού έρωτα.

«Η σεξουαλική του ζωή ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Ήταν ένας φαντασιόπληκτος, με ελαφρά σαδιστικές τάσεις».

Η Γκαλά είναι η μόνη γυναίκα με την οποία έχει πραγματικά κάνει έρωτα. Έχει γοητεύσει κι άλλες γυναίκες, κυρίως αμερικανίδες δισεκατομμυριούχους, αλλά περιοριζόταν λόγου χάρη να τις βάζει να γδυθούν στο διαμέρισμά του, να τηγανίζει δυο αυγά, να τους τα βάζει πάνω στους ώμους και να τις διώχνει, χωρίς να προσθέσει κουβέντα. […]

Όταν τον σκέφτομαι, παρ’ όλες τις αναμνήσεις της νεότητάς μας, παρά τον θαυμασμό που μου εμπνέει ακόμη και σήμερα ένα μέρος του έργου του, μου είναι αδύνατον να του συγχωρήσω την άγρια εγωκεντρική επιδειξιομανία του, την κυνική του σύνδεση με τον φρανκισμό και, πάνω απ’ όλα, το δηλωμένο μίσος του για τη φιλία.

Σε μια συνέντευξη, εδώ και μερικά χρόνια, δήλωσα ότι παρ’ όλα αυτά θα μου άρεσε πολύ να έπινα ένα ποτήρι σαμπάνια μαζί του, πριν πεθάνω. Διάβασε τη συνέντευξη και δήλωσε: «Και μένα, αλλά δεν πίνω πια».

 

// Απόσπασμα από το βιβλίο του Λουίς Μπουνιουέλ «Η τελευταία πνοή». Μετάφραση από τα γαλλικά: Μαρία Μπαλάσκα. Εκδόσεις Οδυσσέας, 2015. (Πρώτη έκδοση: 1984).

 

Διαβάστε ακόμα: Στέφαν Τσβάιχ – Μια μέρα με τον Ροντέν.

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top