
Έργα του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τα γαλλικά, τα ισπανικά, τα βουλγαρικά και τα αραβικά. Πριν λίγες εβδομάδες, ο Χρήστος Μαρκογιαννάκης τιμήθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού της Γαλλίας ο τίτλος του Ιππότη του Τάγματος των Τεχνών και των Γραμμάτων. (Φωτογραφίες: Άρης Μπαφαλούκας, Νικόλας Αριστείδου)
Ο Χρήστος Μαρκογιαννάκης γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Ηράκλειο της Κρήτης. Σπούδασε Νομική και Εγκληματολογία στην Αθήνα και στο Παρίσι, όπου ζει τα τελευταία χρόνια. Έργα του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τα γαλλικά, τα ισπανικά, τα βουλγαρικά και τα αραβικά. Πριν λίγες εβδομάδες του απονεμήθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού της Γαλλίας ο τίτλος του Ιππότη του Τάγματος των Τεχνών και των Γραμμάτων. Του ζητήσαμε να μας μιλήσει τη ζωή στη Γαλλία, για την εγκληματικότητα στις μέρες μας αλλά και για το τι πιστεύει ότι υπάρχει μετά θάνατον.
Ο Μαρκογιαννάκης μέσα από 26 απαντήσεις
– Ζείτε τα τελευταία χρόνια στο Παρίσι. Πώς είναι εκεί η καθημερινότητα σας; Βγάζετε αρκετά χρήματα;
Ζω δεκαπέντε χρόνια στο Παρίσι, εδώ πλέον είναι το σπίτι μου, το κέντρο της καριέρας και της ζωής μου –η οποία περιστρέφεται γύρω από τη συγγραφή: τόσο τη δημιουργία, όσο και την προώθηση του έργου μου. Δεν νομίζω πως κάποιος γίνεται συγγραφέας για τα χρήματα. Αν αυτό ήταν το κριτήριό μου, θα είχα παραμείνει σε μια στρωμένη δικηγορική πορεία! Από την άλλη, η Γαλλία παρέχει τις ευκαιρίες για κάποιον σκληρά εργαζόμενο καλλιτέχνη να έχει καλές απολαβές –οι οποίες, ωστόσο, αν με ρωτάτε, δεν είναι ποτέ στο ύψος της δουλειάς.
– Σας λείπει η πατρίδα σας; Οι Παριζιάνοι είναι σνομπ ή μήπως είστε κι εσείς πλέον Παριζιάνος;
Όταν μου λείπει η Ελλάδα, κυρίως το φως, δεν είμαι μακριά: τρεις και κάτι ώρες πτήση. Οι Παριζιάνοι έχουν τη φήμη σνομπ επειδή δεν ανοίγονται εύκολα, σε αντίθεση με άλλους λαούς. Αλλά στη συνέχεια γίνονται πιστοί φίλοι. Η αυθεντικά snob –senza nobilita – façade συνήθως κρύβει ανασφάλειες. Όχι μόνο στο Παρίσι, παντού. Αισθάνομαι Παριζιάνος, Έλληνας, Ευρωπαίος, κοσμοπολίτης.
– Έχετε διακριθεί για τα αστυνομικά σας μυθιστορήματα. Ωστόσο το τελευταίο σας βιβλίο “Ομέρο, ο κρυφός γιος” (εκδ. Ψυχογιός) πραγματεύεται το τι θα μπορούσε να είχε συμβεί αν το θρυλούμενο παιδί του Ωνάση και της Κάλλας είχε ζήσει. Το βιβλίο ξεδιπλώνεται κι αυτό σαν ιστορία μυστηρίου ή δίνει έμφαση στην ανθρώπινη ψυχολογία και στο υπαρξιακό κομμάτι;
Αυτό που με ενδιαφέρει πάντα είναι η ψυχολογία και το «γιατί», όχι μόνο στα αστυνομικά μυθιστορήματα. Το Ομέρο, λοιπόν, είναι μια έρευνα όχι για την αποκάλυψη ενός εγκληματία αλλά για την καταγωγή, την ταυτότητα. Ο Ομέρο, σε μια Οδύσσεια σαράντα ετών, προσπαθεί να ανακαλύψει ποιοι ήταν πραγματικά οι βιολογικοί του γονείς, γιατί η ύπαρξή του κρατήθηκε κρυφή, και τελικά –ερώτημα οικουμενικό– πού ανήκει: σε ποια οικογένεια, γλώσσα, χώρα, κι αν η τροπή που πήρε η ζωή του ήταν αποτέλεσμα επιλογών (δικών του και άλλων) ή πεπρωμένου.

«Η διάκριση του Ιππότη των Γραμμάτων απονέμεται σε καλλιτέχνες που το Γαλλικό Υπουργείο Πολιτισμού θεωρεί πως προωθούν τον πολιτισμό στη Γαλλία και παγκόσμια. Για εμένα προσωπικά και ψυχολογικά, είναι μία ακόμα ώθηση να συνεχίσω να κάνω αυτό που αγαπώ, παρά τις όποιες δυσκολίες». (Φωτογραφίες: Άρης Μπαφαλούκας, Νικόλας Αριστείδου)
– Το βιβλίο «Ελληνική Φλόγα» του Νικόλα Γκατζογιάννη για τη σχέση Κάλλας – Ωνάση ήταν αυτό που «αποκάλυψε» την ύπαρξη (;) ενός παιδιού που πέθανε ελάχιστες ώρες μετά τη γέννησή του. Έχει επιβεβαιωθεί το σενάριο αυτό; Εσείς πιστεύετε ότι Κάλλας και Ωνάσης έκαναν παιδί;
Από τη μία η σχετική θεωρία του Νικόλα Γκατζογιάννη συνοδεύεται από έγγραφα, φωτογραφίες και μαρτυρίες, απ’ την άλλη αμφισβητείται από τη μεγάλη πλειονότητα των βιογράφων της Κάλλας. Δεν πρόκειται λοιπόν για επιβεβαιωμένο γεγονός. Το τι πιστεύω εγώ προσωπικά δεν έχει σημασία. Όπως και το ότι δεν έχει επιβεβαιωθεί η ύπαρξή του: η έμπνευση και η μυθοπλασία (διότι περί αυτού πρόκειται) δεν χρειάζονται βεβαιότητες. Αυτό που προέχει είναι ο αναγνώστης να πεισθεί, να συγκινηθεί από την ιστορία που διηγείται σε πρώτο πρόσωπο αυτό το παιδί και στη συνέχεια ενήλικας. Και νομίζω αυτό το κατάφερα.
– Προσφάτως εισήλθατε στο γαλλικό τάγμα Τάγμα των Τεχνών και των Γραμμάτων. Τιμηθήκατε με τον τίτλο του Ιππότη, του Chevalier. Τί σημαίνει η διάκριση αυτή;
Πρακτικά σημαίνει πως η προσπάθειά μου, εφτά βιβλία τα τελευταία εννιά χρόνια, (δοκίμια για το έγκλημα και την τέχνη και μυθιστορήματα), οι αμέτρητες συμμετοχές μου σε φεστιβάλ, τα βραβεία, οι τακτικές επισκέψεις σε σχολεία και οι συζητήσεις με μαθητές έχουν αντίκτυπο. Η διάκριση αυτή απονέμεται σε καλλιτέχνες που το Γαλλικό Υπουργείο Πολιτισμού, σε συνεργασία με το Γαλλικό Υπουργείο Εξωτερικών όταν πρόκειται για αλλοδαπούς, θεωρεί πως προωθούν τον πολιτισμό στη Γαλλία και παγκόσμια. Για εμένα προσωπικά και ψυχολογικά, είναι μια αναγνώριση, μία ακόμα ώθηση να συνεχίσω να κάνω αυτό που αγαπώ, παρά τις όποιες δυσκολίες.
– Κυκλοφορεί αυτές τις μέρες το νέο σας βιβλίο, «Όλα τα Μάτια Πάνω Μου» (εκδόσεις Ψυχογιός). Πρωταγωνιστεί ο αστυνόμος Χριστόφορος Μάρκου. Από το όνομα του καταλαβαίνουμε ότι είναι το άλτερ έγκο σας, σωστά;
Έτσι ξεκίνησε τουλάχιστον: ως ένα alter ego δράσης στη δική μου θεωρητική κατάρτιση στο έγκλημα. Πλέον –και ήδη από νωρίς, από τη δεύτερη περιπέτειά του, και είμαστε πλέον στην πέμπτη – είναι τελείως ανεξάρτητος από εμένα: σκέφτεται, δρα και αντιδρά μόνος. Εγώ τα καταγράφω ως απλός χρονικογράφος του.
– Ελάχιστοι κατάφεραν να καθιερώσουν έναν λογοτεχνικό ήρωα – brand name όμως ο Φίλιπ Μάρλοου του Ρέημοντ Τσάντλερ. Από Έλληνες σκέφτομαι τον αστυνόμο Μπέκα του Γιάννη Μαρή και τον αστυνόμο Χαρίτο του Πέτρου Μάρκαρη. Πώς καταφέρνει ένας συγγραφέας να καθιερώσει έναν τέτοιο ήρωα;
Χρειάζεται χρόνος, αρκετά βιβλία που παρακολουθούν την εξέλιξη του ήρωα και του περιβάλλοντός του, κυρίως χρειάζεται ένας πρωταγωνιστής που δεν είναι χάρτινος, μονοδιάστατος, αλλά «κανονικός» άνθρωπος με τις καλές και κακές στιγμές του, που μπαίνει στη ζωή του αναγνώστη και παραμένει σαν φίλος. Κάποιες φορές, ωστόσο, ένας τέτοιος χαρακτήρας καταλήγει βραχνάς για τον δημιουργό του: ο Χολμς για τον Κόναν Ντόϊλ, ο Πουαρό για την Κρίστι… Ευτυχώς δεν βρίσκομαι ακόμα εκεί με τον Μάρκου.

«Κατά καιρούς αναρωτιέμαι αν θεωρούμαι Έλληνας συγγραφέας. Ζω στη Γαλλία, εδώ ξεκίνησα να γράφω, εδώ πουλάω και διαβάζομαι περισσότερο, εδώ αναγνωρίζεται η δουλειά μου από επίσημους φορείς». (Φωτογραφία: Νικόλας Αριστείδου)
– Στην Ελλάδα οι πωλήσεις των βιβλίων πέφτουν διαρκώς. Οι πολλοί δεν νοιάζονται για το βιβλίο, και οι άντρες δυστυχώς ακόμα λιγότερο. Στη Γαλλία;
Παγκοσμίως το βιβλίο πέφτει εμπορικά για πολλούς λόγους, από οικονομικούς, την υπερπροσφορά, μέχρι τη δυσκολία συγκέντρωσης ειδικά στους νεότερους. Ακόμα και τα best sellers δεν πωλούν πλέον όσο πριν δέκα, δεκαπέντε χρόνια. Η λογοτεχνία αντιστέκεται ωστόσο, ειδικά στη Γαλλία που υπάρχει κεντρική πολιτική προώθησης της ανάγνωσης, με πληθώρα φεστιβάλ ανά τη χώρα, κάθε Σαββατοκύριακο. Κι εδώ όπως παντού, την αγορά του βιβλίου τη συντηρούν οι αναγνώστριες στην συντριπτική τους πλειονότητα: οι γυναίκες διαβάζουν, αγοράζουν, προσφέρουν βιβλία. Και είναι οι πιο φανατικές αναγνώστριες αστυνομικής και νουάρ λογοτεχνίας.
– Λίγοι Έλληνες συγγραφείς μεταφράζονται στο εξωτερικό. Ίσως και οι εκδότες μας δεν το κυνηγάνε πολύ. Εσείς πως το πετύχατε;
Κατά καιρούς αναρωτιέμαι αν θεωρούμαι «Έλληνας συγγραφέας» επειδή είμαι Έλληνας. Ζω στη Γαλλία, εδώ ξεκίνησα να γράφω, εδώ πουλάω και διαβάζομαι περισσότερο, εδώ αναγνωρίζεται η δουλειά μου από επίσημους φορείς, έχω βιβλία που κυκλοφορούν πρώτα ή αποκλειστικά στα γαλλικά ή σε άλλες γλώσσες και όχι στην Ελλάδα. Δεν έχω καταλήξει ακόμα… Το θέμα, επίσης δεν είναι απλά να μεταφραστείς στο εξωτερικό, είναι και να σε διαβάσουν. Το ότι ζω σε ένα λογοτεχνικό κέντρο, το ότι αφιερώνω την τελευταία δεκαετία όλον μου τον χρόνο και τις δυνάμεις όχι μόνο στη γραφή αλλά και στην απαραίτητη προώθηση, σε συνδυασμό με κάποιο ταλέντο -θέλω να πιστεύω- έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη ξένων εκδοτών και κυρίως αναγνωστών. Κάποιοι εκτός χορού που βλέπουν μόνο το αποτέλεσμα ίσως το θεωρούν εύκολο: μετάφραση, το βιβλίο στο ράφι κι έγινε. Δεν είναι.
– Έχετε εμπνευστεί τον όρο criminart με αφετηρία τον αφορισμό του Ντε Κουίνσι ότι ο φόνος μπορεί να θεωρηθεί ως μία εκ των καλών τεχνων. Αν το ερμηνεύω σωστά, λέτε ότι οι μη άμεσα εμπλεκόμενοι μπορούμε να θαυμάσουμε το αισθητικό σκέλος, την αρτιότητα ή τη φαντασία ή τη διεστραμμένη καλλιτεχνία ενός φονικού. Θα θέλατε να μας το αναλύσετε; Και το προσεγγίζετε αποκλειστικά με λογοτεχνικούς όρους ή πράγματι πιστεύετε, ως ένας ακραίος εστέτ, στην αισθητική αξία ενός εγκλήματος;
Ο Ντε Κουίνσι θεωρούσε πως μόνο ο αυτόπτης μάρτυρας ενός φόνου, όχι ο δράστης ούτε το θύμα, φυσικά, μπορεί να απολαύσει το έγκλημα με αισθητικά κριτήρια. Πρόκειται για μια προκλητική, εστέτ άποψη αποτέλεσμα του 19ου αιώνα που είχε εμμονή με το έγκλημα (όπως ο 21ος μάλλον…). Ακόμα και ο δημιουργός της ωστόσο λέει πως πρέπει να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να αποτρέψουμε τη δολοφονία, να ξεχωρίσουμε το act από το art, και μόνο αν έχει ήδη τελεσθεί να την προσεγγίσουμε αισθητικά. Αυτό που κάνω εγώ με τα criminartistic δοκίμια μου και τις ανά τον κόσμο παρουσιάσεις είναι να αναλύω μυθολογικές, βιβλικές και ιστορικές δολοφονίες που αναπαριστώνται σε έργα τέχνης με όρους εγκληματολογικούς, με τον αναγνώστη ως μάρτυρα. Υπογραμμίζω φυσικά την αντίθεση μεταξύ δημιουργού/καλλιτέχνη και καταστροφέα/δολοφόνου. Για εμένα αισθητική αξία έχει η καλλιτεχνική/ λογοτεχνική διαχείριση της αφαίρεσης της ζωής και σε καμία περίπτωση η ανθρωποκτονία καθαυτή.
– Έχετε πει ότι έως και το 5% των θανάτων που λογαριάζουμε ως φυσικούς ή από ατύχημα είναι προϊόντα εγκληματικής ενέργειας. Πόσες τέτοιες κρυφές ανθρωποκτονίες εκτιμάτε ότι διαπράττονται στην Ελλάδα κάθε χρόνο;
Σ’ αυτό το συμπέρασμα κατέληξε μια γερμανική έρευνα προ δεκαετίας περίπου. Ισχυρίζεται πως αν πραγματοποιούσαμε νεκροτομές σε όλους όσους αποβιώνουν, θα διαπιστώναμε πως ποσοστό μεταξύ 1-5% των θανάτων που έχουν καταγραφεί ως φυσικοί ή από ατύχημα κρύβουν στην πραγματικότητα εγκληματικές ενέργειες. Το ποσοστό αυτό ανεβαίνει αν συμπεριλάβουμε όσους εξαφανίζονται χωρίς ποτέ να βρεθούν. Οπότε κάντε τους υπολογισμούς σας…

«Κάθε συγγραφέας έχει τον τρόπο του. Εγώ δεν αντιστέκομαι στις μικρές περισπάσεις όταν γράφω. Δεν κλείνομαι κάπου χωρίς κινητό και χωρίς ιντέρνετ». (Φωτογραφία: Νικόλας Αριστείδου)
– Λόγω των ΜΜΕ νομίζουμε ότι το έγκλημα αυξάνεται όμως στην πραγματικότητα συμβαίνει το ανάποδο σύμφωνα με πολλούς αναλυτές. Συμφωνείτε;
Συμφωνώ με τα στατιστικά και την επιστήμη πως η βίαιη εγκληματικότητα δεν έχει παρουσιάσει αύξηση και σε πολλές περιπτώσεις έχει μειωθεί. Η αίσθηση πως έχει αυξηθεί οφείλεται στην πανταχού παρουσία του εγκλήματος σε μέσα και κοινωνικά δίκτυα, και στην ευκολότερη σε σχέση με το παρελθόν καταγγελία του –ευτυχώς, ειδικά σ’ ό,τι αφορά σε εγκλήματα σεξουαλικής και ενδοοικογενειακής βία. Αντίθετα, αυτό που έχει αυξηθεί κατά πολύ είναι το ποσοστό επιτυχούς επίλυσης δολοφονιών, χάρη στην τεχνολογία και την κατάρτιση αστυνομικών και ειδικών.
– Γιατί έχουμε την τάση να εξωραΐζουμε το παρελθόν;
Όσον αφορά στο απώτερο παρελθόν, γιατί δεν το ζήσαμε και γιατί όλοι πιστεύουμε πως θα ήμασταν ευγενείς, πρίγκιπες, καλοζωισμένοι, δεν σκεφτόμασταν πως ένας απλός ιός, εύκολα θεραπεύσιμος σήμερα, θα μας θέριζε! Ως προς το πιο κοντινό παρελθόν, γιατί ο εγκέφαλος φιλτράρει τα κακώς κείμενα της καθημερινότητας στις αναμνήσεις, κρατώντας μόνο τα ευχάριστα. Είναι ανθρώπινο αλλά μας αποσπά από το πολύτιμο παρόν.
– Εσείς σε ποια άλλη εποχή θα επιθυμούσατε να ζείτε;
Είμαι μια χαρά στο εδώ και τώρα. Δεν θα έλεγα όχι στην ευκαιρία να επισκεφθώ για λίγο άλλες εποχές να γνωρίσω από κοντά σημαντικές προσωπικότητες, να γίνω μάρτυρας μεγάλων ιστορικών γεγονότων, για μια μικρή γεύση. Όχι για να ζήσω.
– Και πώς καταφέρνετε να ζείτε στο παρόν χωρίς να τρέχει αλλού ο λογισμός σας;
Ο λογισμός τρέχει μαραθώνιο: ο μηχανισμός απόδρασής μου είναι η δημιουργία κόσμων που ελέγχω μέσω της γραφής.
– Πώς συγκεντρώνεστε στη δουλειά χωρίς τις περισπάσεις του Instagram, τους στρες, της αφηρημάδας;
Κάθε συγγραφέας έχει τον τρόπο του. Εγώ δεν αντιστέκομαι στις μικρές περισπάσεις όταν γράφω. Δεν κλείνομαι κάπου χωρίς κινητό και χωρίς ιντέρνετ. Κάθε τόσο, κάθε φορά που μια λέξη ή σκέψη κάπου κολλάει, έχω ανάγκη να αποσπάσω τον εγκέφαλό μου με κάτι μικρό, ανώδυνο: να φτιάξω έναν καφέ, να χαζέψω, να διαβάσω κάποια είδηση. Κι έπειτα επιστρέφω με μεγαλύτερη συγκέντρωση και αποδοτικότητα.

«Είμαι φιλόδοξος και δουλεύω σκληρά γι’ αυτό. Δεν έχω κενή, αθεμελίωτη ματαιοδοξία». (Φωτογραφία: Νικόλας Αριστείδου)
– Πώς μοιάζει το γραφείο σας εσωτερικά;
Το γραφείο που διεκδίκησα στο διαμέρισμα όπου είμαι, είναι γεμάτο πλήρεις βιβλιοθήκες, ακόμα περισσότερα βιβλία, παντού, στο πάτωμα και στις καρέκλες, μερικές γλάστρες και… παραμένει αχρησιμοποίητο. Γράφω στην τραπεζαρία που έχει μεγαλύτερα παράθυρα, επομένως περισσότερο φως.
– Πώς κρατιέστε σε φόρμα; Ποια είναι τα tips της ευεξίας σας;
Φίλοι, εκθέσεις, βιβλία για πνευματική και ψυχική ευεξία, πολύ περπάτημα και γυμναστήριο σχεδόν κάθε μέρα για να εξισορροπήσω την καθιστική μου καθημερινότητα.
– Είστε ματαιόδοξος;
Είμαι φιλόδοξος και δουλεύω σκληρά γι’ αυτό. Δεν έχω κενή, αθεμελίωτη ματαιοδοξία.

Το εξώφυλλο του νέου βιβλίου του Χρήστου Μαρκογιαννάκη. Τα δύο βιβλία του μπορείτε να τα βρείτε εδώ.
– Πού πιστεύετε ότι θα βρίσκεται το μετάλλιο του Ιππότη με το οποίο τιμηθήκατε, σε 100 χρόνια;
Αν όχι σε κάποια κούτα στην αποθήκη ενός μακρινού συγγενικού προσώπου, μάλλον σε κάποια χωματερή ή παλαιοπωλείο. Δεν με πολυνοιάζει. Τα βιβλία μου ελπίζω να βρίσκονται ακόμα σε κάποιες βιβλιοθήκες.
– Ποια ήταν η μεγαλύτερη σας επαγγελματική αποτυχία; Τι σας έχει διδάξει;
Ένα κείμενο που αγαπώ, που πήρε χρόνο και κόπο να γράψω και δεν έχει βρει ακόμα θέση στην καρδιά και το πρόγραμμα κάποιου εκδότη. Συμβαίνει, δεν στεναχωριέμαι πλέον. Όταν και αν έρθει η ώρα του, θα γίνει. Επίσης η επιλογή κακών συνεργατών υπήρξε στο απώτερο παρελθόν κρίσιμη αποτυχία, η οποία ωστόσο με έμαθε νωρίς τη σημασία των συνεργασιών.
– Τι φοβάστε περισσότερο;
Τον σωματικό πόνο.
– Εσείς θα φτάνατε στο έγκλημα;
Η επαγγελματική εμπειρία και οι σπουδές μου μού έχουν καταδείξει πως το πέρασμα στην πράξη είναι πολύ ευκολότερο από όσο φαντάζεται κανείς. Το μόνο που χρειάζεται είναι μια αλληλουχία «κατάλληλων» συνθηκών. Ελπίζω να μη μου συμβεί.
– Σκέφτεστε ποτέ τον δικό σας θάνατο;
Μόνο για τα πρακτικά, ως κάτι αναπόφευκτο. Από όταν έκλεισα τα τριάντα ανανεώνω την διαθήκη μου κάθε τόσο. Όταν έρθει ο θάνατος ελπίζω μόνο να μην με ταλαιπωρήσει.
– Πώς και που θα επιθυμούσατε να ταφείτε;
Σκοτεινή στροφή στις ερωτήσεις διακρίνω! (γέλια). Προς το παρόν κλίνω προς την καύση. Δεν έχω καταλήξει όμως πού θα ήθελα να σκορπιστεί η τέφρα μου.
– Πιστεύετε στην κόλαση και στον παράδεισο; Στη μετενσάρκωση;
Θέλω να ελπίζω πως κάτι υπάρχει μετά, ένα παράλληλο σύμπαν, μια ενεργειακή αποθήκη, όπου ξανασυναντάς αγαπημένα πρόσωπα. Δεν στοιχηματίζω ωστόσο. Ίσως απλά να ζούμε ως ανάμνηση στη μνήμη κάποιων, μέχρι που θα φύγουν κι αυτοί. Ποιος ξέρει;
– Κλείνοντας, τι θα λέγατε να μας δώσετε μερικά αγαπημένα σας στέκια στο Παρίσι;
Μουσεία Orsay, Carnavalet, πρόσφατα ανακαινισμένη βιβλιοθήκη BNF Richelieu για το πνεύμα. Τekes, Maslow, Lipp, Bar Bachaumont, Monocle café, Le Nemours, για φαγητό, καφέ, ποτό. Gagnes, Babka Zana, Le Chocolat d’Alain Ducasse, για γλυκές αμαρτίες.
Διαβάστε ακόμη: Γιάννης Σιώτος: «Οι αξίες είναι ένα φιλοσοφικό επινόημα, όλοι τις έχουμε παραβεί»




