Μάρλον Μπράντο: Γοητευτικός, σπουδαίος ηθοποιός, αλλά μια κηλίδα τα επισκιάζει όλα

Ο Μάρλον Μπράντο γεννήθηκε 3 Απριλίου του 1924 και πέθανε την 1η Ιουλίου του 2004.

Θα αρχίσω μ’ ένα τανγκό, συγκεκριμένα με το Τελευταίο τανγκό στο Παρίσι, τουτέστιν με έναν βιασμό. Αναφέρομαι βέβαια στην περίφημη «σκηνή με το βούτυρο», όταν ο Μάρλον Μπράντο / Πολ βιάζει τη Μαρία Σνάιντερ / Ζαν, στην ως άνω ταινία του 1972, ύστερα από συνεννόηση με τον σκηνοθέτη Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, και χωρίς να ενημερώσουν προηγουμένως την εικοσάχρονη ηθοποιό, η ζωή και η καριέρα της οποίας κλονίστηκαν ανεπανόρθωτα από το επεισόδιο.

«Ήθελα ν’ αντιδράσει ως κορίτσι», ανέφερε σχετικά ο Μπερτολούτσι, μόλις το 2013 (δυο χρόνια μετά τον θάνατο της Σνάιντερ), «και όχι ως ηθοποιός. Δεν ήθελα να υποδυθεί την οργή και τον εξευτελισμό∙ ήθελα να νιώσει την οργή και τον εξευτελισμό».

Με την απόφαση να παραπλανήσει την ηθοποιό, και να κινηματογραφήσει έναν πραγματικό βιασμό, στα όρια του snuff film, θα λέγαμε ότι ο Μπερτολούτσι εξωθεί στα άκρα, ότι παροξύνει (φοβάμαι: και διαστρέφει) τη σκηνοθετική μέθοδο του Ελία Καζάν, που στόχευε στον ψυχολογικό ρεαλισμό, και την αντίστοιχη υποκριτική μέθοδο, ή απλώς Μέθοδο, η οποία αναπτύχθηκε στο θρυλικό Actors Studio της Νέας Υόρκης από το 1947.

Μάρλον Μπράντο: Γοητευτικός, σπουδαίος ηθοποιός, αλλά μια κηλίδα τα επισκιάζει όλα

«Έζησα μια χαμένη ζωή», είπε κάποτε.

Σε αυτό το εργαστήρι, που το ίδρυσε ο ίδιος ο Καζάν με τους συνεργάτες του, και ήδη από τότε, από τον πρώτο χρόνο λειτουργίας του (το 1947), εντάχθηκε και ο φέρελπις ηθοποιός Μάρλον Μπράντο, σε ηλικία είκοσι τριών ετών, μετά που είχε δρέψει λίγες δάφνες στο Μπρόντγουεϊ, πρωταγωνιστώντας σε μια κωμωδία με τίτλο Θυμάμαι τη μαμά.

Η μαμά του Μπράντο ήταν αλκοολική, κι ο μπαμπάς του ένας βίαιος νταής, γι’ αυτό εκείνος βρήκε μιαν άλλη οικογένεια στο Actors Studio, κυρίως την ηθοποιό και δασκάλα Στέλλα Άντλερ, και φυσικά τον Καζάν, που αμφότεροι διέκριναν στον νεαρό από την Όμαχα τον κορυφαίο ηθοποιό της γενιάς τους, και όχι μόνον.

Κι έτσι άρχισαν όλα, το έτος 1947, όταν ο Καζάν ανέβασε το θεατρικό έργο του Τενεσί Γουίλιαμς, Λεωφορείον ο πόθος, με τον Μπράντο για πρωταγωνιστή, στον ρόλο που έμελλε να γίνει εμβληματικός, του αλητάμπουρα Στάνλεϊ Κοβάλσκι, ενός «βασιλιά», έλεγε ο Καζάν, «των σκατών». Πράγματι.

Ύστερα από τέσσερα χρόνια, ο Καζάν σκηνοθέτησε το έργο και για το σινεμά, με πρωταγωνιστή και πάλι τον Μπράντο, και αντιμετώπισε προβλήματα με τη λογοκρισία, πριν την επίσημη προβολή, για την πιο σκανδαλώδη σκηνή, όταν ο Μπράντο / Κοβάλσκι βιάζει (τι σύμπτωση) τη Βίβιαν Λι / Μπλανς Ντιμπουά.

Βεβαίως, και αντίθετα με τον ομότεχνο Μπερτολούτσι, ο Καζάν ήξερε ότι it takes two to tango, οπότε ο βιασμός εκτυλίχθηκε κανονικά και με τον νόμο, ή κατά το γράμμα και πνεύμα του κινηματογράφου, και της τέχνης εν γένει, που δεν είναι η αναπαράσταση και η αληθοφάνεια, αλλά η νοηματοδότηση της μάταιης τούτης ζωής.

Ο Κοβάλσκι ήταν το ιδεώδες εφαλτήριο για την κατοπινή εξέλιξη του Μπράντο στον μεγαλύτερο κινηματογραφικό ηθοποιό όλων των εποχών.
Μάρλον Μπράντο: Γοητευτικός, σπουδαίος ηθοποιός, αλλά μια κηλίδα τα επισκιάζει όλα

Ως Στάνλεϊ Κοβάλσκι.

Θέλω να πω, με τα λόγια της Μπλανς: «Δεν θέλω ρεαλισμό, θέλω μαγεία!» Γιατί η μαγεία είναι ο μόνος (αληθινός) ρεαλισμός – είτε το πιστεύετε είτε όχι.

«Ο βιασμός της Μπλανς από τον Στάνλεϊ αποτελεί μια βασική, αναπόσπαστη αλήθεια στο έργο», έγραψε τότε ο Τενεσί Γουίλιαμς, για να υπερασπιστεί την ταινία, και το εξήγησε: «Χωρίς αυτόν, το έργο χάνει το νόημά του, που είναι ο βιασμός του τρυφερού, του ευαίσθητου, του λεπτεπίλεπτου από τις άγριες και κτηνώδεις δυνάμεις της σύγχρονης κοινωνίας».

Αυτές τις άγριες και κτηνώδεις δυνάμεις τις ενσάρκωνε προφανώς ο Κοβάλσκι, που τον ενσάρκωσε αριστοτεχνικά ο Μπράντο, αλλάζοντας για πάντα την ιστορία του κινηματογράφου, καθότι επέβαλε τη Μέθοδο του Actors Studio στην πιο τέλεια εκδοχή της, που βασιζόταν στη Μέθοδο Στανισλάφσκι, αλλά με απαράμιλλη φυσικότητα, με το παράδοξο μιας απροσποίητης προσποίησης, μιας ανυπόκριτα υποκριτικής τεχνικής.

Ο Κοβάλσκι ήταν το ιδεώδες εφαλτήριο για την κατοπινή εξέλιξη του Μπράντο στον μεγαλύτερο κινηματογραφικό ηθοποιό όλων των εποχών, υπό την έννοια ότι, και σύμφωνα πάλι με τον Καζάν, «στο Λεωφορείο υποδύθηκε μια εκδοχή του εαυτού του».

Τον άλλο χρόνο, το 1952, ο Καζάν γύρισε το Βίβα Ζαπάτα, εκεί όπου ο Μπράντο έπρεπε πια να δημιουργήσει, και όχι απλώς να υποδυθεί έναν χαρακτήρα, τον μεγάλο Μεξικανό επαναστάτη, με τον οποίο, φαινομενικά τουλάχιστον, δεν είχε καμία σχέση.

«Δεν ξέρω πώς», λέει ο Καζάν, «αλλά τα κατάφερε∙ έχει περισσότερο ταλέντο απ’ όσο υποψιάζεται. […] Του είπα λίγα λόγια για να τον βοηθήσω: “Ένας αγρότης δεν αποκαλύπτει αυτό που σκέφτεται. Του συμβαίνει κάτι και δε δείχνει καμία αντίδραση. Ξέρει πως αν παρουσιάσει ορισμένες αντιδράσεις, θα μαρκαριστεί ως ‘κακός’ και μπορεί να σκοτωθεί”. Και ούτω καθεξής.

Στο τελευταίο ταγκό στο Παρίσι.

»Αλλά γενικά κανείς δε σκηνοθετεί τον Μάρλον Μπράντο: Απελευθερώνεις το ένστικτό του και του δίνεις μια σπρωξιά προς τη σωστή κατεύθυνση. Του είπα τον στόχο που έπρεπε να πετύχουμε και πριν καλά καλά προλάβω να τελειώσω, έγνεφε καταφατικά και έφευγε. Έπιανε τη βασική ιδέα, ήξερε τι έπρεπε να κάνει, και ως συνήθως ήταν μπροστά από μένα. Εκείνη την εποχή, το ταλέντο του πετούσε».

Αυτές οι πτήσεις νομίζω ότι τελικά τον κατέστρεψαν. Άραγε άξιζε τον κόπο ή το κόστος; Ο ίδιος ο Μπράντο είπε κάποτε ότι, αν δεν είχε ασχοληθεί με το θέατρο, θα είχε γίνει μεγάλος απατεώνας. Στην περίπτωσή του, δεν είμαι βέβαιος ότι υπάρχει διαφορά.

Το 1972, όταν βίασε on camera τη Μαρία Σνάιντερ, και για να την παρηγορήσει (αλλά χωρίς να ζητήσει συγγνώμη), ο Μάρλον Μπράντο τής είπε: «Είναι απλώς μια ταινία».

Το 1972, όταν βίασε on camera τη Μαρία Σνάιντερ, και για να την παρηγορήσει (αλλά χωρίς να ζητήσει συγγνώμη), ο Μάρλον Μπράντο τής είπε: «Είναι απλώς μια ταινία». Δεν είχε άδικο, μόνο που υποψιάζομαι ότι μιλούσε για τη ζωή γενικώς. Τα έχει πει αυτά κι ο Σαίξπηρ: Ο κόσμος είναι μια σκηνή!

Ο Μπράντο την κατέκτησε (τη σκηνή, την οθόνη, τον κόσμο), και ως κρυψίνους αγρότης, και ως βασιλιάς των σκατών – και ούτω καθεξής.

«Αφού είδα ότι ο Μάρλον είχε βρει τον Ζαπάτα μέσα του», συνεχίζει ο Καζάν, «του έδινα όλο και λιγότερες οδηγίες. Σε ορισμένες σκηνές δεν είπα λέξη. Άμα αρχίσεις να δίνεις πολλές σκηνοθετικές οδηγίες σε έναν ηθοποιό σαν τον Μπράντο, κινδυνεύεις να τον βγάλεις από την πορεία που έχει βρει ενστικτωδώς και να κάνεις κακό στη σκηνή. […]

»Από τη συνεργασία μου μ’ αυτό τον άνθρωπο έμαθα ότι όταν ένας σκηνοθέτης ασχολείται με έναν πολύ ταλαντούχο ηθοποιό, πρέπει να ξέρει πότε να σωπάσει. Το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνει ένας σκηνοθέτης, είναι να βλέπει τι μπορεί να κάνει ένα ταλέντο από μόνο του. Ίσως, όπως συχνά συνέβαινε με τον Μάρλον, να βγάλει κάτι καλύτερο απ’ οποιαδήποτε περιγραφή μπορεί να κάνει ο ίδιος.

»Επίσης μαζί του έμαθα να προσπαθώ να πιάσω την πρώτη έξαρση του ενστίκτου του∙ “τραβούσα την πρόβα”. […] Μερικές φορές, η καλύτερη σκηνοθεσία είναι να μελετάς το πρόσωπο του ηθοποιού και, όταν δεις το σωστό πράγμα, απλώς να του γνέφεις καταφατικά. Λίγα λόγια, ένα άγγιγμα κι ένα χαμόγελο φτάνουν. Έπειτα, περίμενε ένα θαύμα. Με τον Μάρλον, συχνά συνέβαινε».

Για τον Μάρλον Μπράντο, η τελευταία μεγάλη ταινία ήταν το αριστούργημα του Κόπολα, Αποκάλυψη τώρα, του 1979, στο οποίο υποδύεται την πιο τραγική και σκοτεινή εκδοχή του εαυτού του.

Στο Αποκάλυψη Τώρα.

Το θαύμα συνέβη κατά το έτος 1954, όταν ο Καζάν γύρισε το Λιμάνι της αγωνίας, με τον Μπράντο στον ρόλο του Τέρι Μαλόι, για τον οποίο τιμήθηκε και με το πρώτο του Όσκαρ. Πριν τα γυρίσματα, ο Καζάν έγραψε μια μακροσκελή επιστολή, εξηγώντας στον πρωταγωνιστή του τις διαφορές του νέου ρόλου, του Τέρι, από τον Στάνλεϊ Κοβάλσκι.

«Μάρλον», του είπε, «αυτός ο ρόλος είναι πολύ πιο κοντά σε σένα κι εμένα. Είναι πολυσύνθετος. Λέει κυνικά, αλαζονικά πράγματα στην κοπέλα. Αλλά την επόμενη στιγμή θα πρέπει να βλέπουμε ότι δεν είναι τόσο κυνικός ή γεμάτος αυτοπεποίθηση ή βέβαιος – ότι στα μάτια του υπάρχει ένα ερωτηματικό. Ο Κοβάλσκι δεν είχε αμφιβολίες».

Ο Τέρι έχει – το ίδιο (ελπίζω) κι εμείς. «Ο Τέρι», γράφει ο Καζάν, «αρχίζει κάπως. Και καταλήγει κάπως αλλιώς. Στην αρχή κάνει κάτι που του δίνει να καταλάβει ότι έχει γίνει αλήτης. Γνωρίζει μια κοπέλα που για πρώτη φορά παίρνει το μέρος του καλού μέσα του. Μέσα από τα γεγονότα και εξαιτίας της αγάπης του για εκείνη, ο Τέρι ανακαλύπτει ότι κάπου στην πορεία έχασε την αυτοεκτίμηση και την εσωτερική του αξιοπρέπεια».

Λέει κι άλλα στον Μπράντο ο Καζάν, και συνοψίζει: «Ο αλήτης γίνεται άντρας. Αυτό είναι». Αυτό ήταν η τρίτη και τελευταία συνεργασία του Μπράντο με τον μεγάλο Έλληνα σκηνοθέτη. Ύστερα ήρθαν άλλες ταινίες, πολλές λησμονημένες και αδιάφορες, και λίγες αθάνατες, φέρ’ ειπείν ο Νονός, εκεί που έλαμψε πάλι ο αυτοσχεδιασμός και το ένστικτο του Μπράντο, η πλήρης αφομοίωση, τρόπον τινά, της μεθόδου του Ελία Καζάν.

Για το συνολικό έργο αυτού του τελευταίου (του Καζάν), ο Ρόμπερτ Κόρνφιλντ γράφει ότι «ξετρύπωνε το δράμα της αυτοαποκάλυψης, κάνοντας, μέσω του σεναρίου, ένα επικίνδυνο και απαιτητικό ταξίδι στην ανακάλυψη και την ενδόμυχη αποκάλυψη».

Για τον Μπράντο, η τελευταία μεγάλη ταινία ήταν το αριστούργημα του Κόπολα, Αποκάλυψη τώρα, του 1979, στο οποίο υποδύεται την πιο τραγική και σκοτεινή εκδοχή του εαυτού του, έναν αποστάτη του αμερικανικού στρατού, τον συνταγματάρχη Κουρτζ.

Περιττό να θυμίσω ότι η ταινία εμπνέεται από το μέγα μυθιστόρημα του Τζόζεφ Κόνραντ με τίτλο Η καρδιά του σκότους. Εκεί κατέληξαν τόσες πτήσεις στο φως. Είναι απλώς μια ταινία! Αλλά τίποτε δεν είναι απλώς μια ταινία / βιβλίο / τραγούδι – κ.ο.κ.

«Είμαι ένας φαλακρός, αποτυχημένος μεσήλικας και νιώθω σαν απατεώνας όταν παίζω. Έχω δοκιμάσει τα πάντα – το σεξ, το ποτό, τη δουλειά. Κανένα από αυτά δεν σημαίνει τίποτα».

Σκοτεινός από νεανίας.

Στο φινάλε της Αποκάλυψης, στην όντως αποκαλυπτική της κορύφωση, ξέρουμε ότι ο Κουρτζ σκοτώνεται, και στην αίθουσα αντηχεί μόνον η απελπιστική του φωνή, μια επωδός για την ανθρώπινη περιπέτεια στο θέατρο του κόσμου: «Ο τρόμος, ο τρόμος…»

Την προσωπική του Αποκάλυψη ο Μάρλον Μπράντο την είδε εγκαίρως – την είδε να έρχεται: «Έζησα μια χαμένη ζωή», είπε κάποτε. «Είμαι ένας φαλακρός, αποτυχημένος μεσήλικας και νιώθω σαν απατεώνας όταν παίζω. Έχω δοκιμάσει τα πάντα – το σεξ, το ποτό, τη δουλειά. Κανένα από αυτά δεν σημαίνει τίποτα». Και προσπάθησε ν’ αποσυρθεί στην ατόλη, σ’ ένα νησί. Δεν τα κατάφερε. Το λιμάνι του ήταν πάντα αγωνία και καημός.

«Το Λιμάνι της αγωνίας», γράφει ο Καζάν, «ήταν δική μου ιστορία∙ κάθε μέρα που δούλευα σ’ αυτή την ταινία έλεγα στον κόσμο ποια ήταν η θέση μου και στους επικριτές μου να πάνε να γαμηθούν». Μάρλον – θυμίζω: αυτός ο ρόλος είναι πολύ πιο κοντά σε σένα κι εμένα.

Για να τον βάλει στο πνεύμα, ο Καζάν είπε στον Μπράντο να σκεφτεί τον ρόλο με όρους μαφίας, και παρομοίασε τον Τέρι με τον κακοποιό Τόνυ Μάικ ΝτεΒιτσέντζο. Και πρόσθεσε: «Αν προσβάλουν την περηφάνια σου, πρέπει να τη σώσεις. Σου έδειξα τη χειρονομία του Τόνυ Μάικ για το “με γαμήσανε!”. Είναι σχεδόν διεθνής. Θα σου δείξω και την ελληνική παραλλαγή. Ξέρεις ήδη την ιταλική (το άπερκατ)». Μα ποιος ξέρει;

Ήταν απέραντα μόνος. Ένα από τα έντεκα παιδιά του έγινε δολοφόνος. Ένα άλλο αυτοκτόνησε. Εκείνος τα είδε όλα. Και τα πλήρωσε, νομίζω, ακριβά.
Μάρλον Μπράντο: Γοητευτικός, σπουδαίος ηθοποιός, αλλά μια κηλίδα τα επισκιάζει όλα

Σε μεγάλη ηλικία πλέον.

Το βέβαιο είναι ότι ο Μάρλον Μπράντο πέθανε τον Ιούλιο του 2004, σε ηλικία ογδόντα ετών, από καρδιακή ανεπάρκεια. Ήταν διαβητικός, καρκινοπαθής και υπέρβαρος. Ήταν απέραντα μόνος. Ένα από τα έντεκα παιδιά του έγινε δολοφόνος. Ένα άλλο αυτοκτόνησε. Εκείνος τα είδε όλα. Και τα πλήρωσε, νομίζω, ακριβά.

Το 2024 ο Μπράντο έγινε ρόλος στην ταινία Being Maria, για τη ζωή της Μαρίας Σνάιντερ, που προβλήθηκε στην εικοστή επέτειο από τον θάνατο, και στην εκατοστή από τα γενέθλιά του, σαν σήμερα, 3 Απριλίου 1904. Ο τελευταίος λόγος πρέπει οπωσδήποτε ν’ ανήκει στα θύματα. Αλλά κι ο θύτης Μπράντο ίσως (ίσως) ήταν ένα απ’ αυτά.

Δείτε, λοιπόν, και το ντοκιμαντέρ του 2015, με τίτλο Listen to Me Marlon, που είναι κάτι σαν διαθήκη, μπορεί και απολογία, και παρηγοριά. Και μην ξεχνάτε ποτέ ότι η βιβλική Αποκάλυψη τελειώνει χαρούμενα. You never know. Ο ρεαλισμός είναι μαγεία.

[Τα περισσότερα παραθέματα είναι από το βιβλίο του Ελία Καζάν, Για τη σκηνοθεσία, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη, σε μετάφραση της Νίνας Μπούρη.]

 

Διαβάστε ακόμα: Eίναι ο James Ellroy ο Αμερικανός Ντοστογιέφσκι;

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top