Ο Δημήτρης Κιουσόπουλος βρέθηκε στις 16 Μάϊου στο Teatro «La Fenice» της Βενετίας, για να παρακολουθήσει την πολυβραβευμένη παράσταση του Damiano Micheletto. (Φωτογραφίες: Michele Crosera)

Σύμφωνα με μια απόκρυφη παράδοση, ο Wolfgang Amadeus Mozart είχε συναντήσει στην Πράγα τον διάσημο τυχοδιώκτη και γυναικοκατακτητή Giacomo Casanova, εξόριστο από τη Βενετία λόγω του ακόλαστου βίου του, και είχε εν μέρει εμπνευστεί από αυτόν τον κεντρικό χαρακτήρα της όπερας «Don Giovanni». Η ιστορία είναι μάλλον φανταστική. Αντίθετα, η φιλολογική έρευνα έχει σοβαρές ενδείξεις ότι ο λιμπρετίστας Lorenzo da Ponte, Βενετός και αυτός, είχε χρησιμοποιήσει στη διαμόρφωση της πλοκής του «Don Giovanni» στοιχεία από την αφήγηση που ο ελευθεριαστικός συντοπίτης του θα κατέγραφε αργότερα στα δικά του (μεταγενέστερα της όπερας) απομνημονεύματα*.

Βενετός και βενετοσπουδαγμένος είναι επίσης ο σκηνοθέτης Damiano Micheletto. Το 2010 σκηνοθέτησε στο Μέγα Θέατρο «Ο Φοίνιξ» της γενέτειράς του μία παραγωγή του «Don Giovanni», η οποία έκανε μεγάλη εντύπωση και απέσπασε σημαντικά βραβεία. Η συγκεκριμένη παραγωγή αναβίωσε το 2014, τo 2017, και φέτος· στις 16 Μάϊου 2024 παρακολουθήσαμε την πρεμιέρα της πρόσφατης αναβίωσης. Αν και δεν υπήρχε κάποια δηλωμένη πρόθεση να ταυτιστεί το έργο με την πόλη της Βενετίας, ούτε η κριτική έχει επισημάνει κάτι τέτοιο από όσο γνωρίζω, αυτό ακριβώς είναι που συνέβη αυθόρμητα στα δικά μου έκπληκτα μάτια. Αυτό που είδα μόλις σηκώθηκε η αυλαία, ήταν το δωμάτιο του ξενοδοχείου μου!

Ο Don Giovanni μοιάζει με ένα φάντασμα που στοιχειώνει τον χώρο και το πνεύμα αυτών με τους οποίους συγχρωτίζεται.

Χρησιμοποιώντας την κίνηση της περιστροφικής σκηνής, η δράση διαρκώς προχωρά και μας αποκαλύπτει διαδοχικά νέους χώρους και νέα δωμάτια.

Τα πάντα στη σκηνή ήταν καλυμμένα με τη χαρακτηριστική φοδραρισμένη ταπετσαρία με τα ροκοκό γεωμετρικά μοτίβα, αυτή που έχει γίνει συνώνυμο της Βενετίας στη συνείδηση των επισκεπτών. Συμπωματικά, είχε το ίδιο περίπου θαλασσί χρώμα με εκείνη στο δωμάτιο που είχα αφήσει πριν από λίγα λεπτά – ευτυχώς κοντινού ξενοδοχείου, για την περίπτωση που η επικρεμάμενη εκείνο το βράδυ βροχή ξεσπούσε επάνω μας στο δρόμο του γυρισμού. Εντελώς υποκειμενικά, μου υπέβαλε μια αίσθηση του déjà-vu, που όμως δεν θα ήταν ξένη προς το πνεύμα της παράστασης.

Αυτό πάντως που παρουσιαζόταν στη σκηνή δεν ήταν δωμάτιο, αλλά το εσωτερικό ενός ολόκληρου κτιρίου επενδεδυμένου με αυτή τη θαλασσί ταπετσαρία. Έπιπλα και πόρτες ήταν στο λευκό της κιμωλίας. Ο σκηνοθέτης μάς μετέφερε από «Μία πόλη της Ισπανίας» σε ένα κλειστοφοβικό παλάτσο ή βίλα, κάπου στο τέλος του 18ου αιώνα ή στις αρχές του επόμενου, λίγα χρόνια μετά τον θάνατο του Μότσαρτ και τη Γαλλική Επανάσταση, στην αρχή του ρομαντισμού, όταν τα παντελόνια έχουν αντικαταστήσει τις βράκες στην ανδρική ένδυση και ο ρομαντικός μύθος του Don Giovanni έχει αρχίσει να γεννιέται μέσα από τα κείμενα συγγραφέων όπως ο Ε. Τ. Α. Hoffman και αργότερα o Δανός φιλόσοφος Søren Kierkegaard.

Χρησιμοποιώντας την κίνηση της περιστροφικής σκηνής, η δράση διαρκώς προχωρά και μας αποκαλύπτει διαδοχικά νέους χώρους και νέα δωμάτια, τα οποία είναι ταυτόχρονα ίδια αλλά και λίγο διαφορετικά από τα προηγούμενα: άλλοτε ένα ευρύχωρο δωμάτιο με βάθος, άλλοτε ένα ρηχό καθιστικό, άλλοτε ένας λοξός διάδρομος με πολλές πόρτες, άλλοτε δύο κρεβατοκάμαρες χωρισμένες από μεσοτοιχία, όλα όμως πάντοτε με την ίδια φοδραρισμένη ταπετσαρία και με τη συνεχόμενη κίνηση που μοιάζει να παρασέρνει τους πάντες προς ένα αναπόφευκτο τέλος, πάντα σε αυτό λίγο θαμπό θαλασσί εσωτερικό, υποφωτισμένο από το φως των κεριών.

Το εύθυμο πλήθος στο σαλόνι του Don Giovvani.

Σε αυτό το σκηνικό κυριαρχεί η πανταχού παρουσία του Don Giovanni, που μοιάζει με ένα φάντασμα που στοιχειώνει τον χώρο και το πνεύμα αυτών με τους οποίους συγχρωτίζεται. Σε κάθε ευκαιρία, ο σκηνοθέτης βάζει τις πρωταγωνίστριες να απευθύνουν σε αυτόν λόγια που κανονικά απευθύνουν σε άλλους. Αν και πρώτης όψεως μοιάζει με παραδοσιακή σκηνοθεσία, γρήγορα αποδεικνύεται ότι είναι από τις πιο ρηξικέλευθες. Πρόκειται όμως για regietheater alla venezianaυπάρχουν τολμηρές καινοτομίες, δεν υπάρχει όμως τίποτα άσχημο, και το γράμμα του έργου (με την κυριολεκτική σημασία του λιμπρέτο) τηρείται στο ακέραιο.

Ένα χαρακτηριστικό σημείο που φαίνεται να βρισκόμαστε μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου είναι στην άρια του Ντον Οττάβιο Il mio tesoro intanto στη Β΄ πράξη, άρια αναχώρησης (άρια στην οποία ο ήρωας ανακοινώνει ότι αναχωρεί, πράγμα που κρατάει γύρω στα πέντε λεπτά). Ο ήρωας προσπαθεί να φύγει από το στενό δωμάτιο, όπου όλοι σχεδόν, εκτός από τον Don Giovanni, είναι παρόντες, αλλά δεν καταφέρνει να ανοίξει καμία πόρτα, μέχρι που στο τέλος του ανοίγει ο Masetto για να βγει. Προφανώς, είναι και ένας τρόπος για να δικαιολογήσει τη διάρκεια της άριας: όλο φεύγει, και όλο είναι ακόμα εκεί.

Η σκηνή του δείπνου στη Β΄ Πράξη είναι ένα πραγματικό όργιο στην κρεβατοκάμαρα, με τον Don Giovanni και τον Leporello να επιδίδονται σε αρκετά αληθοφανείς περιπτύξεις με καλά επιλεγμένες  ηθοποιούς. Στην τελευταία σκηνή, μόλις ολοκληρωθεί το σεμνό επινίκιο «Τέλος κακό έχει όποιος κακά πράττει», ο πρωταγωνιστής είναι και πάλι παρών, περιεργάζεται τους πάντες χαμογελαστός και αθέατος από αυτούς, σαν φάντασμα, και στην καταληκτική συγχορδία με μία κίνηση του χεριού τους κάνει όλους να καταρρεύσουν. Ποιο είναι το νόημα; Είναι εν τέλει ανίκητος; Είναι αιώνιος; Είναι απλώς ένα εντυπωσιακό τέχνασμα;

Το σίγουρο είναι ότι ο «Don Giovanni» είναι μία όπερα που εξακολουθεί να προξενεί απορίες και η παράσταση δεν ισχυρίζεται ότι θα μας δώσει εύκολες απαντήσεις σε καμία από αυτές.

Όλη η πλοκή εκτυλίσσεται στο εσωτερικό υπό το φως των κεριών.

Εδώ πια ο εκπαιδευμένος θεατής ψάχνει ο ίδιος όχι να ανακαλύψει, αλλά να πληρώσει με νόημα το προκλητικό εύρημα του σκηνοθέτη. Θα μπορούσε να είναι όλο μία μεταφορά, μία προσωποποίηση της μουσικής, της τέχνης και της ικανότητας της να επιβιώνει κάθε εποχής και εκτός κάθε ηθικής; Μήπως είναι η ίδια η αιωνιότητα της γοητευτικής πόλης που μας φιλοξενεί; Πάντως σίγουρο είναι ότι ο «Don Giovanni» είναι μία όπερα που εξακολουθεί να προξενεί απορίες και η παράσταση δεν ισχυρίζεται ότι θα μας δώσει εύκολες απαντήσεις σε καμία από αυτές. Το αντίθετο, μοιάζει να λέει: συνεχίστε να απολαμβάνετε και να αναρωτιέστε.

Όλα αυτά γίνονται ευκολότερα αποδεκτά από τον θεατή χάρις στην εκπληκτική και καλαίσθητη όψη που θαυμάζουμε στη σκηνή. Αυτή οφείλεται στον Paolo Fantin (σκηνικά) και την Carla Teti (ενδυμασίες), ενώ οι υποδειγματικοί φωτισμοί του Fabio Barettin συνδυάζουν το φως των προβολέων με αυτό των κεριών για να δημιουργήσουν μία αίσθηση παλαιικού ημίφωτος και να προβάλουν τις σκιές των ηρώων στους τοίχους. Το 2011 σκηνικά και ενδυμασίες τιμήθηκαν με το Premio Abbiati και την ίδια χρονιά απονεμήθηκαν επίσης βραβεία Opera Award στον Paolo Fantin για τα σκηνικά και την Carla Teti για τις ενδυμασίες, στον Damiano Michieletto για τη σκηνοθεσία, και συνολικά στην παράσταση ως καλύτερη παραγωγή για το 2010. Την αναβίωση της τωρινής σκηνοθεσίας ανέλαβε η Eleonora Gravagnola.

Τα πάντα στη σκηνή ήταν καλυμμένα με τη χαρακτηριστική φοδραρισμένη ταπετσαρία με τα ροκοκό γεωμετρικά μοτίβα, αυτή που έχει γίνει συνώνυμο της Βενετίας στη συνείδηση των επισκεπτών.

Η μουσική διεύθυνση του Robert Treviño, γνώριμο της σελίδας από το περσινό Φεστιβάλ του Νότο είναι ρομαντική, δαιμονιώδης, πάντα όμως με προσοχή στις ανάγκες των τραγουδιστών, μοιάζει και αυτή να σπρώχνει μουσικά την πλοκή με την ίδια πίεση που το κάνει το σκηνικό. Πέρα από τους πραγματικούς χρόνους, η διεύθυνση έδινε την εντύπωση του επείγοντος. Η απόδοση της ορχήστρας είναι εξαιρετική, ενώ τα υπερβολικά τονισμένα σφορτσάντο της εισαγωγής (πραγματικά στα όρια του ενοχλητικού) ξεκαθάριζαν ότι θα ζήσουμε μία έντονη εμπειρία.

Η διανομή φαίνεται να έχει επιλεγεί έτσι ώστε να συνδυάζει φωνητική ικανότητα με θελκτική σκηνική παρουσία. Συχνά η σκηνοθεσία ζητά εκτός από το τραγούδι, οι ερμηνευτές να προσθέσουν στην ερμηνεία τους αναφιλητά, γέλια, αναστεναγμούς. Ακούγοντας έχει κάνεις την αίσθηση ότι δεν ενδιαφέρει τόσο να πλάσουν μια μελωδική γραμμή, όσο το τραγούδι να έρχεται σαν μία φωνητική έκρηξη, μία ανάσα που βγαίνει από βαθιά μέσα από τον ερμηνευτή. Οι φωνές δεν είναι πάντοτε οι πιο αναμενόμενες. Αυτό μερικές φορές έχει το κόστος κάποιοι τραγουδιστές να μην μοιάζουν οι πιο ορθόδοξες επιλογές, αλλά και το κέρδος για τον ίδιο λόγο να προσφέρουν πρωτότυπες φωνητικά προσεγγίσεις.

Ο αυστριακός βαρύτονος Markus Werba είναι ένας πολύ… σέξι Don Giovanni, αθλητικός, δεν παραλείπει να μας δείξει τους κοιλιακούς του και έχει τέλεια ιταλική προφορά.

Αποπλανώντας την όμορφη Τσερλίνα.

Οι δύο Δόνες εμφανίζονται με παρόμοια πράσινα φορέματα, σαν δύο εκφράσεις ενός κοινού αρχετύπου, και εν τέλει αποτυπώνονται στη μνήμη έτσι. Τόσο η Τσέχα Zuzana Marková (Donna Anna) όσο και η Ιταλίδα Francesca Dotto (Donna Elvira) επιβεβαιώνουν ότι ανήκουν στην πρώτη γραμμή των σημερινών ηρωίδων του λυρικού τραγουδιού, πλάθουν τους ρόλους τους με μεγάλη προσοχή και αποδίδουν τις άριες του είδους της opera seria («Or sai chi l’ onore» και «Non mi dir» αντίστοιχα) με πολύ εκφραστική κολορατούρα. Η Zerlina της Lucrezia Drei έχει στο όμορφο και μελωδικό τραγούδι της τον αδιαμεσολάβητο αισθησιασμό που οι δύο αριστοκράτισσες αναγκάζονται να στερηθούν από ρόλου.

Ο αυστριακός βαρύτονος Markus Werba είναι ένας πολύ… σέξι Don Giovanni, αθλητικός, δεν παραλείπει να μας δείξει τους κοιλιακούς του, έχει τέλεια ιταλική προφορά και με κάπως τραχύ ηχόχρωμα ενσαρκώνει μια σαδιστική ύπαρξη· η φωνή πάντως γίνεται εκμαυλιστική στη «Σερενάτα» (παρακούγεται λίγο δυνατά το μαντολίνο). Ως Leporello ο Alex Esposito ενθουσιάζει για το καλό και εκφραστικό τραγούδι, κεκεδίζει στα ρετσιτατίβι αλλά τραγουδάει σωστά τις άριες· θα έλεγες ένας άνθρωπος που μόνο όταν τραγουδάει βρίσκει τον εαυτό του. Ο Francesco Demuro τραγουδά και τις δύο πολύ διαφορετικές άριες του Don Ottavio με ίση επιτυχία, και μέσα από την φωνητική του ισχύ και ποιότητα πείθει ότι δεν είναι ο άχρωμος, σχεδόν ευνουχισμένος ακόλουθος της Donna Anna, αλλά μία ευγενής και υψηλόφρων προσωπικότητα.

Συνολικά ήταν μία ανορθόδοξη αλλά συναρπαστική παράσταση, ίσως εξαιτίας των πολλών σκηνοθετικών ιδεών.

Ο σκηνοθέτης έχει περιορίσει αρκετά τον Masetto σε κάπως μονοδιάστατο σύζυγο χωρικό, που τραγουδάει εξαιρετικά ο William Corrò, όπως και ο Gianluca Buratto τον επίσης πολύ καλά τραγουδισμένο Commandatore, στον οποίον επίσης δεν θα έλεγε κανείς ότι ο σκηνοθέτης δίνει πολλά. Στην εποχή του Μότσαρτ συνήθως αυτούς τους δύο ρόλους τραγουδούσε ο ίδιος τραγουδιστής, και ίσως αν συνέβαινε και εδώ να αποτελούσε μία αποζημίωση για τον θεατρικό περιορισμό τους. Πολύ καλή η χορωδία του θεάτρου στον σύντομο ρόλο της (διδασκαλία Alfonso Caiani).

Συνολικά ήταν μία ανορθόδοξη αλλά συναρπαστική παράσταση, ενδεχομένως πηγή πολλών σκηνοθετικών ιδεών που αργότερα είδαμε στην Αθήνα (η σκηνή του δείπνου ως σκηνή οργίου, η εμφάνιση πρωταγωνιστών ως βωβών προσώπων για να δεχθούν νοερά τις απευθύνσεις που κανονικά απευθύνονται σε άλλους,  η επανεμφάνιση του επώνυμου ήρωα στο τέλος). Η πολύ υποκειμενική ματιά του σκηνοθέτη εμποδίζει να την αναγάγει κανείς σε απόλυτη ερμηνεία αναφοράς – την οποία σε αυτή την όπερα δεν την έχω δει ακόμη.

Όμως μπορώ να προσυπογράψω τα ενθουσιώδη λόγια που είχα ακούσει λίγες μέρες νωρίτερα, μετά την προηγούμενη πρεμιέρα στο ridotto του Θεάτρου Βέρντι στην Τεργεστη: «Θα πάτε στην πρεμιέρα της Βενετίας; Καλά θα κάνετε, γιατί είναι ο πιο όμορφος “Don Giovanni” που έχω δει ποτέ».

Η αναβίωση του 2017 (με διαφορετική διανομή) είναι διαθέσιμη για το κοινό στο κανάλι του Θεάτρου στο YouTube:

 

* Stoneham, Marshall. «Casanova and Don Giovanni», The Musical Times, vol. 129, no. 1748, 1988, pp. 531–531. JSTOR, https://doi.org/10.2307/966691. Accessed 29 May 2024.

 

Διαβάστε ακόμα: Απόστολος Παληός – «Η ζωή του μουσικού απαιτεί πολλές θυσίες και είναι μοναχική»

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top