Μισέλ Πικολί: o ευγενής «γίγαντας» του ευρωπαϊκού κινηματογράφου

Με αφορμή τον θάνατό του σε ηλικία 94 ετών θυμόμαστε γιατί τούτος ο ηθοποιός αγαπήθηκε τόσο πολύ από τους σημαντικούς σκηνοθέτες της Ευρώπης και από τους απανταχού σινεφίλ. Ήταν μια κατηγορία μόνος του.

 

Με την εκθαμβωτική Μπριζίτ Μπαρντό στην «Περιφρόνηση» του Γκοντάρ (Rialto Pictures).

Τι κι αν δεν ήταν εύμορφος όπως ο Ντελόν ή ανδροπρεπής όσο ο Μπελμοντό; Ο Μισέλ Πικόλι, επί 70 συναπτά έτη ήταν ένας διακεκριμένος, ένας σεπτός «αξιωματικός» του εμπνευσμένου ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Αν υπάρχει μια λέξξη που μπορεί να περιγράψει το τάλαντό του είναι: στιβαρός.

Έχοντας δουλέψει με κορυφαίους σκηνοθέτες όπως οι: Godard, Bunuel, Varda, Clouzot, Hitchcock, Moretti, Chabrol και Sautet (φυσικά η λίστα είναι ατέλειωτη), ο φίλτατος Μισέλ που μας άφησε χθες (18/5) χρόνους σε ηλικία 94 ετών κουβαλούσε, εν ταυτώ, το ιερό και το ανίερο. Ηταν ο κατάλληλος ηθοποιός για να παίξει το ρόλο κάποιου που έχασε τη ψυχή του, έναν άντρα με κουβαλάει ανομολόγητα μυστικά, έναν αισθησιακό ηδονοθήρα, ένα αρσενικό με νοοτροπία αρπακτικού, ίσως έναν πολιτικό που κυριαρχεί ή έναν καλλιτέχνη που φλέγεται από πάθος.

Σε όλους αυτούς τους ρόλους κατάφερνε να προσδίδει μια παράξενη αρρενωπότητα με έναν τρόπο που δεν έφερε ίχνος καλλωπισμού ή ακκισμού. Ήταν η αντρική εκδοχή του jolie-laide. Όχι όμορφος, με την τυπική έννοια του όρου, αλλά γοητευτικός με έναν απροσδιόριστο, αλλά καταλυτικό τρόπο. Ο Godard είδε όλα αυτά τα στοιχεία στον Πικολί και το 1963 του έδωσε τα «κλειδιά» της ταινίας « Le Mépris». Χάρη σ’ αυτή την ταινία άλλαξε η καριέρα του και πλέον δεν ήταν ένας κλασικός ηθοποιός για δεύτερους ρόλους.

Με την Jane Birkin στην ταινία La Belle Noiseuse (Allstar/Artificial Eye).

Ο Πικολί είναι από τους λίγους ηθοποιούς που λατρεύτηκαν τόσο πολύ από τους προωθητικούς ευρωπαίους κινηματογραφιστές.

Παρεμπιπτόντως, σε εκείνη την ταινία θα παίξει σιμά με την εκθαμβωτική Μπριζίτ Μπαρντό. Εχουν μείνει στην ιστορία τα διαλογικά μέρη όπου ο ένας προσπαθεί να μπλέξει σε δίχτυα τον άλλον. Οι διάλογοί τους είναι περίπλοκοι, σχοινοτενείς, εντατικοί. Ο Godard δίνει ρέστα. Σαν να μας αποκαλύπτει τις θυμωμένες σχέσεις τους με τις γυναίκες και τη σαγήνη που τρέφει για τον κινηματογράφο. Ο Πικολί εκλαμβάνει τα σήματα και αποδίδει τον χαρακτήρα με μιαν κυριαρχική πολυπλοκότητα. Απομαγεμένος και ταυτόχρονο με ακόπαστη όρεξη για επιτυχία.

Στην Ωραία τη; Ημέρας με την Κατρίν Ντενέβ (Snap/REX).

Με τον Μπουνιουέλ θα απογειωθεί ακόμη περισσότερο παίζοντας στην «Ωραία της Ημέρας» και στην «Κρυφη γοητεία της μπουρζουαζίας». Κυνικός εκεί που πρέπει, αισθαντικός όπου χρειάζεται, δηκτικός σύμφωνα με τις ανάγκες του ρόλου. Ο Πικολί είναι μια μορφή που γράφει στο πανί με τρόπο ανεξίτηλο. Ακόμη και στη σουρεαλιστική εξτραβαγκάνζα του Μπιουνιούελ «Το μεγάλο φαγοπότι», ακόμη κι εκεί καταφέρνει να αναδείξει τις φολίδες της σάτιρας μέσα από ένα πρόσωπο εντατικά διεισδυτικό.

Το γεγονός ότι έχει παίξει κόντρα ρόλους δείχνει την υποκριτική του γκάμα.

Ο Πικολί είναι από τους λίγους ηθοποιούς που λατρεύτηκαν τόσο πολύ από τους προωθητικούς ευρωπαίους κινηματογραφιστές, αλλά και το σινεφίλ κοινό. Κατάφερε να αναθρέψει το μύθο του δίχως να πέσει στην παγίδα της τυποποίησης. Το γεγονός ότι έχει παίξει κόντρα ρόλους δείχνει την υποκριτική του γκάμα.

Ο δικός μας Θόδωρος Αγγελόπουλος θα στρέψει το βλέμμα του στον Πικολί για τις ανάγκες της ταινίας «Η σκόνη του χρόνου» (2008) και δεν θα κάνει λάθος. Αυτός ο «γίγαντας» όπως τον αποκαλούσαν θα του προσφέρει μια εξαιρετική ερμηνεία. Για τον Πικολί η υποκριτική τέχνη ήταν ένα σύνολο πραγμάτων και όχι κάθε ρόλος τη φορά.

Στην ταινία «Το μεγάλο φαγοπότι» (Ronald Grant).

Συνήθιζε να λέει: «Προτιμώ τον ορισμό που δίνουν οι Ιταλοί στην υποκριτική. Δεν λένε ¨είμαι ηθοποιός” αλλά “λειτουργώ σαν μαριονέτα» είχε δηλώσει χαρακτηριστικά εξηγώντας πώς βιώνει ο ίδιος τη σχέση του με την σκηνή, το κινηματογραφικό πανί και την τηλεοπτική οθόνη συμπληρώνοντας με νόημα πως « Όταν παίζεις, πρέπει να κάνεις ένα βήμα πίσω από τον εαυτό σου και να διατηρείς, παράλληλα, μια μεγάλη εμπιστευτικότητα σχετικά με τον ρόλο που υποδύεσαι. Υπάρχουν ηθοποιοί που όταν παίζουν θέλουν να βλέπουν τον εαυτό τους. Εμένα πάλι μου αρέσει να βλέπω τους χαρακτήρες που παίζω».

Ως Πάπας στην ταινία We Have a Pope ( Cannes Film Festival/EPA).

Επιβεβαίωνε ακόμη τη καλλιτεχνική του φιλοσοφία λέγοντας: «Είχα την τύχη να ξεκινήσω να κάνω αυτήν τη δουλειά χωρίς να σκέφτομαι τα χρήματα, είχα την τύχη να ανακαλύψω πόσο αναγκαία είναι τα χρήματα σε αυτό το επάγγελμα, αλλά και πόσο εύθραυστο είναι το χρήμα· πόσο εύθραυστη είναι η επιτυχία, πόσο οδυνηρή είναι η αναμονή για δουλειά. Δεν σκέφτηκα ποτέ ότι πρέπει να είσαι φτωχός για να μπορείς να είσαι καλλιτέχνης ούτε, ακόμα λιγότερο, ότι πρέπει να είσαι πλούσιος για να είσαι καλλιτέχνης».

Έχει κερδίσει το βραβείο καλύτερου ηθοποιού στο φεστιβάλ των Καννών (1980) και την Αργυρή Άρκτο καλύτερου ηθοποιού στο Φεστιβάλ του Βερολίνου από κοινού με τον Στέλαν Σκάρσγκαρντ (1982). Κατά τη διάρκεια της τεράστιας καριέρας του, η οποία εκτίνεται σε οχτώ δεκαετίες, από τα τέλη του 1940 μέχρι το 2015, πρωταγωνίστησε σε πάνω από 230 ταινίες. Η αυλαία μπορεί να έπεσε, αλλά το χνάρι που άφησε πίσω του είναι ευδιάκριτο.

Με τον Πικολί, όπως συνέβη με τον Μπρούνο Γκανζ και τον Μαξ Φον Σίντοφ, κλείνει μια ωραία εποχή του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Μια εποχή γλυκιάς και συνάμα δημιουργικής αθωότητας. Τούτος ο αριστερός που αντιπαθούσε την Μαρίν Λεπέν θα μείνει στην καρδιά μας.

 

Διαβάστε ακόμα: 30 χρόνια «Goodfellas»: το αξεπέραστο έπος του Σκορσέζε.

 

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top