Πρόσφατες αναρτήσεις στα social media με αναφορές περί «οικειοποίησης» του έργου του Ακριθάκη από τον δημοσιογράφο και εικαστικό Θανάση Λάλα, άναψαν πάλι τη συζήτηση γύρω από την αυθεντικότητα στην τέχνη. Αριστερά: λεπτομέρεια από έργο του Θανάση Λάλα και δεξιά δουλειά του (πολύ προγενέστερου και καταξιωμένου) Αλέξη Ακριθάκη.

    Μια πρόσφατη αναφορά στα σόσιαλ περί «οικειοποίησης» του έργου του Ακριθάκη από τον δημοσιογράφο και εικαστικό Θανάση Λάλα, άναψε μέσα μου πάλι τον προβληματισμό γύρω από την αυθεντικότητα στην τέχνη. O εν λόγω εικαστικός έχει χιούμορ, συγκρούεται με τον μεγάλο Ακριθάκη δήθεν ολομέτωπα, ακομπλεξάριστα, ωστόσο αυτό δε φτάνει. Το όλο βγάζει μια αμηχανία.

    Για να την αναπληρώσει, ο καλλιτέχνης προσθέτει λίγη καρδούλα από Haring, λίγη γεωμετρία απ’ τον Φασιανό, πού και πού κάποιο quote με την παιδικότητα του επίκαιρου Basquiat. Στην καλύτερη περίπτωση, πρόκειται για ένα μωσαϊκό αναφορών που δεν κουβαλούν καμία πρόθεση, καμία υπόγεια διαδρομή, κανένα πραγματικό στοίχημα. Στην χειρότερη, για μικροκλοπή με αισθητικό -pop- άλλοθι, λένε οι κακές γλώσσες.

    Το πρόβλημα δεν είναι τα doodles – κάποια από τα καλύτερα έργα των τελευταίων δεκαετιών γεννήθηκαν σε περιθώρια τετραδίων. Το πρόβλημα είναι η ασημαντότητα τους. Όταν οι συνθέσεις μοιάζουν με κολάζ από χαρακτηριστικά που «πουλάνε», όπως εκείνα τα βιντεάκια που ρωτούν πώς θα φτιάχναμε τον τέλειο ποδοσφαιριστή: τις ντρίμπλες του Μέσι, τις μπούκες του Ανρί, να βλέπει γήπεδο σαν τον Πίρλο, να πηδάει για κεφαλιά όπως ο Ρονάλντο και τις τοποθετήσεις του Φαν Ντάικ. Το αποτέλεσμα; Ένα υβρίδιο που δεν μπορεί να σταθεί όρθιο.

    Και εκεί ξενερώνω, γιατί το να «κλέβεις», θέλει στομάχι, ακόμα και εκεί πρέπει να πάρεις τις σωστές αποφάσεις, τι κρατάς και τι όχι, δεν μπορείς να το κάνεις στο περίπου.

    Roy Lichtenstein, Whaam!, δίπτυχο, 1963. Αγοράστηκε από την Tate Gallery το 1966, και βρίσκεται στη μόνιμη συλλογή από το 2006.

    Υπάρχουν περιπτώσεις που μπορεί να κατακλέψεις από γύρω σου και να την γλιτώσεις, και μάλιστα θριαμβευτικά. Ας πούμε, ο Lichtenstein σούφρωσε ολόκληρο τον κόσμο των κόμικς – συναδέλφους και μέντορες του – και τον προσέφερε στο MoMA προσθέτοντας Ben-Day τελείες. Εκείνοι από τους οποίους έκλεψε – Irv Novick, Tony Abruzzo, William Overgard, Russ Heath, Jack Kirby – έμειναν στην αφάνεια να μυρίζουν τις αναθυμιάσεις της δόξας του, παρότι διαμαρτυρήθηκαν ανοιχτά.

    Irv Novick, “Star Jockey” από το τεύχος No. 89 του DC Comics’ All-American Men of War, Φεβρουάριος 1962

    Αυτοί οι καλλιτέχνες κομίστες ήταν αόρατοι για το hip, γκαλερίστικο κοινό που αγκάλιασε την Pop Art τη δεκαετία του 1960. Ωστόσο, στον κόσμο των κόμικς, ήταν ήδη θρύλοι – βαθιά σεβαστοί από τους οπαδούς και τους συναδέλφους τους.

    Το να «κλέβεις» θέλει στομάχι, ακόμα και εκεί πρέπει να πάρεις τις σωστές αποφάσεις, τι κρατάς και τι όχι, δεν μπορείς να το κάνεις στο περίπου.

    Αριστερά το σκίτσο του Lichtenstein “I Can See the Whole Room…and There’s Nobody in It!” (1961). Αγοράστηκε για 550$ το 1961. Το 2012 πουλήθηκε για 43.2 εκατομμύρια δολλάρια και έγινε το πιο ακριβό έργο του. Δεξιά, το πρωτότυπο του William Overgard, που δημοσιεύτηκε στο κυριακάτικο φύλλο του Steve Roper στις 6 Αυγούστου, 1961.

    Αν ρωτούσες τον Πικάσο, μπορεί να σου έλεγε: «κλέψε από κάποιον που δεν μπορεί καν να διαμαρτυρηθεί για την κλοπή!»

    Αριστερά το σκίτσο του Lichtenstein με τίτλο “Drowning Girl” (1963) και δεξιά το ορίτζιναλ του Tony Abruzzo, με τίτλο “Secret Hearts” για την DC Comics, το Νοέμβριο του 1962.

    Οι επιδράσεις της αφρικανικής τέχνης στον Πικάσο

    Αν ρωτούσες τον Πικάσο, μπορεί να σου έλεγε κάτι άλλο: κλέψε από κάποιον που δεν μπορεί καν να διαμαρτυρηθεί για την κλοπή! Ένα ανοιξιάτικο βράδυ του 1907, επισκέφτηκε την Γερτρούδη Στάιν, και εκεί βρήκε ένα μικρό αφρικάνικο αγαλματίδιο που είχε μόλις αγοράσει ο Ανρί Ματίς, από ένα ας πούμε παλιατζίδικο. Τον συνάρπασε: ο Μαξ Τζέικομπ, ποιητής και φίλος του ζωγράφου θυμόταν πως ο Πικάσο είχε περάσει όλο το βράδυ να επεξεργάζεται αυτή την φιγούρα των Vili από τη σημερινή Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό.

    Το τοτέμ των Villi στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και στα δεξιά οι «Δεσποινίδες της Αβινιόν» του Πικάσο.

    Στο έργο του Les Demoiselles d’Avignon, μπορεί κανείς να δει την μετάβαση προς τον κυβισμό, με τα πρόσωπα των γυναικών να αντλούν μεγάλη έμπνευση από μάσκες με ρίζες στην Ακτή Ελεφαντοστού. Η χρήση απλουστευμένων μορφών και κατακερματισμένων προοπτικών στην αφρικανική τέχνη ενέπνευσε τον Πικάσο να εγκαταλείψει τη ρεαλιστική μοντελοποίηση των μορφών, καταρρίπτοντας τις μακροχρόνιες αντιλήψεις ότι ο σκοπός της τέχνης ήταν να μιμηθεί τον φυσικό κόσμο.

    Αριστερά είναι ένα τοτέμ αφρικανικής τέχνης που φαίνεται να ενέπνευσε το έργο, δεξιά, του Πικάσο με τίτλο “Head of A Woman”.

    Τα επόμενα χρόνια, ο Πικάσο συνέχισε να «δανείζεται» από την αφρικανική τέχνη, δημιουργώντας μια σειρά από σχέδια, ακουαρέλες και γλυπτά, στα οποία συνέχισε να μειώνει τα χαρακτηριστικά του προσώπου σε απλά γεωμετρικά σχήματα στο ύφος της δυτικής και κεντροαφρικανικής αισθητικής. Στο Head of a Woman (Study for Nude with Drapery), για παράδειγμα, διαμόρφωσε έντονα το περίγραμμα του προσώπου του θέματος και δημιούργησε όγκο χρησιμοποιώντας βαριά, σκιώδη διασταυρούμενα διαγράμματα προς διάφορες κατευθύνσεις.

    Υπάρχει ωστόσο μια μετα-αποικιοκρατική ερμηνεία του έργου του Πικάσο, η οποία λέει πως υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις ότι έδειξε ενδιαφέρον για τους Αφρικανούς ως ανθρώπους και παραγωγούς πολιτισμού, και μάλλον απλώς οικειοποιήθηκε την αφρικανική οπτική κουλτούρα για το δικό του καλλιτεχνικό όφελος.

    Και μετά υπάρχει και η πρόσφατη περίπτωση του ζωγράφου Μαδένη που ξεπατίκωσε μια σειρά από φωτογραφίες ψυχιατρείου του καθηγητή Κατσάγγελου, δημοσιευμένες προ εικοσαετίας, για την έκθεση του «Οι Εξόριστοι» της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Οι αναφορές του στο αρχικό έργο ήταν σχεδόν βιβλιογραφικές, γι’ αυτό ο καθηγητής Κατσάγγελος κίνησε νομικές ενέργειες που οδήγησαν σε μια ιστορική για την ελληνική δικαιοσύνη απόφαση, αφού αναγνωρίστηκε δόλος και ο καλλιτέχνης – όπως και η ΕΒΕ – καταδικάστηκαν πανηγυρικά.

    Αριστερά τα έργα του Μαδένη που βασίστηκαν στις φωτογραφίες (δεξιά) του καθηγητή Κατσάγγελου.

    Ας πούμε τα πράγματα με το όνομά τους: η μαγκιά δεν είναι να «αντλείς»∙ είναι να μπορείς να σηκώσεις το βάρος αυτού που έκλεψες. Και για να γίνει αυτό, χρειάζεται κόπος, ανάγκη, εσωτερική πυρκαγιά. Αντίθετα, σε πολλές περιπτώσεις σήμερα, ο καλλιτέχνης δεν σκέφτεται, δεν μοχθεί, δεν ρισκάρει.

    Αισθάνομαι ότι περισσότερο από ποτέ, ένας καλλιτέχνης δεν απαιτεί ταλέντο – απαιτεί πρόσβαση. Έργα που είναι πιο γενικά κι από χαρτοπετσέτα ξενοδοχείου φιγουράρουν σε γκαλερί. Τώρα που με τη βοήθεια της τεχνολογίας μπορείς να μιμηθείς οποιοδήποτε καλλιτεχνικό στυλ, χωρίς τρομερό κόπο, το μόνο που μένει είναι να απολαύσεις την εμπειρία. Η τέχνη είναι για ορισμένους ένα σενάριο βιωματικού τουρισμού. Δεν αναζητείς το έργο – αναζητείς να φαίνεσαι μέσα στο έργο.

     

    Επιπλέον πηγές: www.thecollector.com, www.cbr.com, www.lavart.gr

     

    Διαβάστε ακόμη: Fernand Fonssagrives, ένας δεξιοτέχνης του γυναικείου γυμνού.

     

     

    x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

    Button to top