«Μούσα Ελληνική»: ένα ιδιαίτερο φεστιβάλ μουσικής στη Χίο

Η «μητέρα» του Φεστιβάλ, Ελευθερία Λυκοπάντη, μιλάει στον Δημήτρη Κιουσόπουλο για την ταυτότητα των εκδηλώσεων, το φετινό πρόγραμμα και τη σχέση που έχει αναπτυχθεί με την τοπική κοινωνία.

 

Το θέμα του φετινού Φεστιβάλ είναι «Μουσική και Λόγος».

Η «Μούσα Ελληνική» είναι ένα ιδιαίτερο φεστιβάλ που συνδυάζει τη μουσική, τον χορό και τον λόγο, διερευνώντας τη συνύπαρξη, αλλά και την ποικιλομορφία των διαφορετικών Τεχνών, τόσο στη λόγια όσο και στην πιο λαϊκή μορφή τους. Πατρίδα του είναι το νησί της Χίου, όπου θα πραγματοποιηθεί και φέτος, από τις 26 Ιουλίου ως την 1η Αυγούστου 2020.

«Μητέρα» του είναι η Ελευθερία Λυκοπάντη, φιλόλογος και μουσικός, η οποία υπηρέτησε όλη της τη σταδιοδρομία στη Χίο, ως εκπαιδευτικός αλλά και ως διευθύντρια της τοπικής χορωδίας, την οποία ίδρυσε. Από το 2017 έχει συγκεντρώσει όλη της την ενέργεια στο φεστιβάλ Μούσα Ελληνική, για το οποίο και μας μίλησε.

– Ποια ήταν η αιτία που σας ώθησε να δημιουργήσετε τη Μούσα Ελληνική με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της;
Θελήσαμε να δημιουργήσουμε ένα φορέα που να φέρνει στη Χίο τα μηνύματα της σύγχρονης Τέχνης, κυρίως της Μουσικής. Ο κόσμος έχει μάθει να ακούει τους κλασικούς συνθέτες, μέχρι τον 19ο αιώνα κυρίως, και αγνοεί ό,τι έχει σχέση με τη μουσική της εποχής του. Η Χίος, δηλαδή, πιστεύουμε πως έχει ανάγκη από ευκαιρίες και ερεθίσματα που ως επαρχία στερείται. Παράλληλα, πρέπει να αξιοποιούνται οι δυνάμεις της και να μετέχουν σε σημαντικά καλλιτεχνικά γεγονότα, που γίνονται σε συνεργασία με καλλιτέχνες και προσωπικότητες από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Σε αυτή την προσπάθεια, χάρη στη μεσολάβηση ενός εκλεκτού ανθρώπου και διαπρεπούς Χιώτη επιστήμονα που μένει στη Βοστώνη, του Δρ. Βασίλη Ζαννή, είχαμε από την πρώτη στιγμή ως καλλιτεχνικό σύμβουλο τον Αλέξανδρο Καλογερά, συνθέτη και καθηγητή στο Berklee College of Music της Βοστώνης, ο οποίος προσφέρει στο φεστιβάλ με μεγάλη ανιδιοτέλεια και μεγάλη οργανωτική ικανότητα.

«Οι Έλληνες συνθέτες ανά τους αιώνες, με εργαλείο μια γλώσσα μοναδικά ευέλικτη, εκφραστική, παραστατική, τη συνενώνουν άρρηκτα με τη μουσική τους».

– Ποιος είναι ο φετινός προγραμματισμός του Φεστιβάλ και η θεματική του.
Το θέμα του φετινού Φεστιβάλ μας είναι «Μουσική και Λόγος». Και τα δυο έχουν πολλά κοινά μεταξύ τους, καθώς μέσω του οργανωμένου ήχου τους μπορούν να επικοινωνούν τις πλέον αφηρημένες συλλήψεις του ανθρώπινου πνεύματος. Ανέκαθεν και η Μουσική και ο Λόγος χρησιμοποιούνται για να δώσει πνοή, ακόμα και να αποθεώσει, το ένα το άλλο. Οι Έλληνες συνθέτες ανά τους αιώνες, με εργαλείο μια γλώσσα μοναδικά ευέλικτη, εκφραστική, παραστατική, τη συνενώνουν άρρηκτα με τη μουσική τους. Το ποίημα γίνεται βάση συμφωνικού έργου, ο στίχος γίνεται τραγούδι, ο ύμνος ψαλμωδία, ο θεατρικός λόγος χορικό. Και ακόμα πιο πέρα, όταν το κείμενο σπάει και έτσι, λιτό και αποστασιοποιημένο, χωράει με τη βοήθεια της μουσικής περισσότερα νοήματα, περισσότερες εικόνες.

Οι συναυλίες δίνονται σε χώρους ιδιαίτερου ενδιαφέροντος: το Ίδρυμα “Μαρία Τσάκος” στο Λιμάνι, το Περιβόλι και τα αρχοντικά Στεφάνου και Ρίζικο (δηλαδή του Ρίζου) στον Κάμπο, και το Μουσείο Μαστίχας.

»Αναλυτικότερα ο προγραμματισμός του φεστιβάλ …..επίπεδα. Τις πρωινές και μεσημεριανές ώρες έχουμε masterclasses, διαλέξεις για το έργο του Luciano Berio, πρόβες των προσκεκλημένων μουσικών με τους Χιώτες ομότεχνούς τους για τις βραδινές συναυλίες και εργαστήριο για τους πολύ μικρούς μας φίλους. Οι προγραμματισμένες, όπως κάθε χρόνο, συναυλίες στα Γηροκομεία της Χίου ματαιώνονται λόγω των γνωστών υγειονομικών απαγορεύσεων.

»Οι βραδυνές συναυλίες μας, όλες με ελεύθερη είσοδο, θα ξεκινήσουν με ένα αφιέρωμα στον σπουδαίο επτανήσιο συνθέτη Διονύσιο Λαυράγκα, και θα συνεχίσουμε με μία πρωτότυπη συναυλία με μελοποιημένη ποίηση Χίων ποιητών, μια βραδιά  εκκλησιαστικής μουσικής με έργα Χίων Υμνογράφων του 19ου αιώνα, ένα αφιέρωμα στον Μίκη Θεοδωράκη που φέτος εορτάζει τα 95α του γενέθλια, την προβολή της ταινίας “Το Παρίσι κοιμάται” (1923) του Rene Clair με νέα ζωντανή μουσική του Δημήτρη Μακρή, τη συναυλία Νέων Μουσικών – συνθετών και ερμηνευτών, και τέλος τη βραδιά Μάνου Χατζηδάκη.

»Αξίζει να προσθέσουμε ότι οι συναυλίες δίνονται σε χώρους ιδιαίτερου ενδιαφέροντος, το Ίδρυμα “Μαρία Τσάκος” στο Λιμάνι, το Περιβόλι και τα αρχοντικά Στεφάνου και Ρίζικο (δηλαδή του Ρίζου) στον Κάμπο, και το Μουσείο Μαστίχας. Στην ιστοσελίδα μας μπορείτε να δείτε το πρόγραμμα αναλυτικά και να παρακολουθήσετε τους συντελεστές να παρουσιάζουν οι ίδιοι με μικρά video το περιεχόμενο κάθε συναυλίας.

– Είναι ένα πολυεπίπεδο πρόγραμμα με έντονο τον εκπαιδευτικό και κοινωνικό χαρακτήρα πολλών δράσεων. Απευθύνεστε περισσότερο σε ένα κοινό ειδικών ή σε ένα κοινό ακροατών «υπό διαμόρφωση»;
Οι ειδικοί μάς είναι χρήσιμοι ως εισηγητές, για να μεταφέρουν το νέο, την εξέλιξη, την πρόοδο στον τομέα τους με τις εισηγήσεις τους στα  Φεστιβάλ μας. Βεβαίως και δεν απευθυνόμαστε σ` αυτούς ως κοινό, μας είναι όμως πολύτιμα οι γνώσεις τους,  η εμπιστοσύνη τους στο Φεστιβάλ μας και το ενδιαφέρον τους , στοιχεία απαραίτητα  και για την ενδυνάμωση του κύρους του. Ο χαρακτήρας του Φεστιβάλ μας, το είπαμε και πιο πριν, είναι και εκπαιδευτικός. Με τις παρουσιάσεις και τις συζητήσεις, ανοικτές στο κοινό, προσπαθούμε να του ανοίξουμε τους ορίζοντες, πιο πέρα  από όσα συνήθως στρέφονται τα ακούσματά του.

«Ο χαρακτήρας του Φεστιβάλ μας, το είπαμε και πιο πριν, είναι και εκπαιδευτικός».

– Υπάρχει μια συνέχεια μαθητείας από τον Θόδωρο Αντωνίου στον καλλιτεχνικό σύμβουλο του Φεστιβάλ, συνθέτη Αλέξανδρο Καλογερά, και στους παρουσιαζόμενους νέους συνθέτες, όπως ο Δημήτρης Μακρής, η Μαρία Δελή, ο Αλέξανδρος Μπαλαούρας. Το Φεστιβάλ σας υπηρετεί αυτή την παράδοση;
Φυσικά. Ο καλλιτεχνικός μας σύμβουλος, πολύ τυχεροί γι` αυτό, ο συνθέτης Δρ. Αλέξανδρος Καλογεράς,  ανδρώθηκε μουσικά, πέρα από το Χάρβαρντ, όπου έκανε το διδακτορικό του, δίπλα στον μεγάλο πρωτοπόρο συνθέτη Θόδωρο Αντωνίου, τον τελευταίο από τους στενούς συνεργάτες του Γιάννη Χρήστου. Μάλιστα η πολύ γνωστή στη Βοστώνη Ορχήστρα ALEA III δημιουργήθηκε από τον  Αντωνίου με την οικονομική υποστήριξη της Μελίνας , που την ώθησε αποφασιστικά ο Μάνος Χατζιδάκις. Ο Χατζιδάκις, όπως ξέρετε, ενδιαφέρονταν να ακούει τα έργα των νέων συνθετών που παρουσίαζε ο Αντωνίου και πάντα πήγαινε και άκουγε τις συναυλίες του. Η ALEA συνεχίζει να υπάρχει χάρη στους παλιούς μαθητές του Αντωνίου, που όπως ο κ. Καλογεράς είναι και μέλη του Δ.Σ. της. Η παράδοση συνεχίζεται με τις αναθέσεις που κάνει κάθε χρόνο το Φεστιβάλ μας σε μαθητές του κ. Καλογερά -και όχι μόνο- όπως αυτοί που αναφέρατε στην ερώτησή σας. Θεωρούμε υποχρέωσή μας να δίνουμε τη δυνατότητα στους νέους συνθέτες να γράφουν έργα που να παίζονται κιόλας. Εμπλουτίζεται έτσι και η ελληνική μουσική εργογραφία.

«Οι ερμηνευτές που προσκαλούμε είναι στην πλειοψηφία τους Έλληνες της Ελλάδας και της διασποράς».

– Η μία από τις συναυλίες είναι αφιερωμένη στη βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική. Συχνά την σκεπτόμαστε σε μια σχέση αντιδιαστολής προς τη λόγια ευρωπαϊκή μουσική. Εσείς τις σκέπτεστε ως ανεξάρτητες μουσικές παραδόσεις (εξίσου σημαντικές) ή αναζητάτε κάποια κοινά σημεία και συγκερασμούς;
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι διαφορετικά μουσικά είδη. Για μας η βυζαντινή μουσική είναι κομμάτι της παράδοσής μας. Για το Φεστιβάλ μας όμως, που το αντικείμενό του είναι η σύγχρονη λόγια ελληνική μουσική δημιουργία, μας ενδιαφέρει η βυζαντινή μουσική κυρίως ως πηγή έμπνευσης σύγχρονων συνθετών, όπως ο Μιχάλης Αδάμης ή ο Θόδωρος Αντωνίου.  Το πρόγραμμα της συναυλίας με έργα Χίων υμνογράφων και ψαλτών του 19ου αιώνα θα παρουσιάσει ο Μιχάλης Στρουμπάκης, μαθητής του Λυκούργου Αγγελοπούλου και καθηγητής βυζαντινής Μουσικολογίας στην Ανώτατη Εκκλησιαστική Σχολή Κρήτης, και ο θεολόγος – μουσικός Παναγιώτης Ανδριόπουλος.

– Πώς εξισορροπείται ο τοπικός και ο διεθνής χαρακτήρας ενός Φεστιβάλ Ελληνικής Μουσικής; Ποιο επίπεδο είναι πιο ισχυρό;
Αν το τοπικός το εννοείτε ως εθνικός, ελληνικός, τότε τα εξισορροπούμε ιδανικά, γιατί οι ερμηνευτές που προσκαλούμε είναι στην πλειοψηφία τους Έλληνες της Ελλάδας και της διασποράς, που μας έρχονται από διάφορα μέρη του κόσμου, κυρίως όμως από Αμερική. Αυτό όμως είναι η επιφάνεια του πράγματος. Η βαθύτερη ουσία του συγκερασμού τοπικός-διεθνής χαρακτήρας υπηρετείται με την παρουσίαση έργων του διεθνούς ρεπερτορίου, που άμεσα ή έμμεσα σχετίζονται με το θέμα του κάθε Φεστιβάλ. Αυτό που μας ενδιαφέρει πρώτιστα είναι να φωτίζουμε το εκάστοτε θέμα μας από όσο το δυνατόν περισσότερες πλευρές.

«Μας ενδιαφέρει η βυζαντινή μουσική κυρίως ως πηγή έμπνευσης σύγχρονων συνθετών».

– Επανέρχομαι στο ζήτημα των εκπαιδευτικών προγραμμάτων και των κοινωνικών δράσεων. Ποια είναι για σας η σημασία τους;
Το Φεστιβάλ μας, εκτός από τις καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, έχει και εκπαιδευτικά προγράμματα. Με αυτά, καθώς και τα εργαστήρια και τα μαθήματα που διοργανώνει , δίνει μοναδική ευκαιρία στους νέους μουσικούς και στους μαθητές του Μουσικού Σχολείου και των Ωδείων για πρόοδο. Τα μαθήματα δίνονται δωρεάν και αρκεί οι ενδιαφερόμενοι να συμπληρώσουν την αίτηση που θα βρουν στην ιστοσελίδα μας. Ως τώρα δεν χρειάστηκε να επιλέξουμε και αποδεχόμαστε όλες τις αιτήσεις. Παρακολουθούν κυρίως παιδιά από το νησί, αλλά μακάρι να έλθουν και παιδιά από αλλού, είμαστε ανοιχτοί να δεχθούμε κάθε ενδιαφερόμενο.

»Οι κοινωνικές μας δράσεις αφορούν κυρίως τα ψυχαγωγικά προγράμματα που αφιερώνουμε στους γέροντες των γηροκομείων της Χίου. Εκτός όμως από αυτά έχουμε ιδρύσει και μια εθελοντική ομάδα για την Τρίτη Ηλικία, τη ΘΑΛίΑ, της οποίας τα μέλη έχουν βρει στην ομάδα μας αυτή την ανθρώπινη επικοινωνία, τη δυνατότητα να μάθουν και να ακούσουν ενδιαφέροντα πράγματα, να οργανώσουν εκδηλώσεις, ακόμα και επιστημονικές ημερίδες, να ανακαλύψουν ταλέντα τους  που δεν ήξεραν, να δημιουργήσουν, γενικά να αισθανθούν ενεργά και χρήσιμα μέλη της κοινωνίας.

«Ως Φεστιβάλ Σύγχρονης Ελληνικής Μουσικής,  προβάλλουμε τη μουσική του καιρού και του τόπου μας».

– Είναι προφανές ότι το Φεστιβάλ έχει ουσιαστική σχέση με την τοπική κοινωνία και με το νησί. Πώς συνδέεται επιπλέον με τη φύση και την ιστορία του; Μπορεί το Φεστιβάλ να είναι μια αφορμή να γνωρίσει κάποιος τη Χίο;
Εμείς, ως Φεστιβάλ Σύγχρονης Ελληνικής Μουσικής,  προβάλλουμε τη μουσική του καιρού και του τόπου μας. Ξέρετε βέβαια ότι οι σύγχρονοι Έλληνες μικρή σχέση έχουν με την Τέχνη της εποχής τους. Το αντικείμενό μας είναι ακόμα θα το έλεγα ελιτίστικο, γιατί λείπει η παιδεία, άρα η γνώση.  Αυτό προσπαθούμε να κάνουμε εμείς, να αναπληρώσουμε το κενό αυτό με το πλήθος και την ποικιλία των εκδηλώσεών μας, αλλά ταυτόχρονα και με τα εκπαιδευτικά μας προγράμματα. Και διαπιστώνουμε ότι κάθε χρόνο όλο και περισσότερος κόσμος μας παρακολουθεί, τον οποίο μάλιστα προτρέπουμε να μας μιλάει, να λέει τη γνώμη του, να κρίνει, να προτείνει. Και χαιρόμαστε πολύ που η σχέση μας γίνεται διαδραστική!

»Επιπλέον φροντίζουμε να αναδεικνύουμε σε κάθε Φεστιβάλ μας στοιχεία από την κουλτούρα της Χίου. Φέτος, για παράδειγμα, θα ακουστούν νέα έργα, βασισμένα στην ποίηση Χιωτών ποιητών, και θα παρουσιάσουν 7 Εικαστικοί τα έργα που εμπνεύστηκαν από το θέμα μας «Μουσική και Λόγος».

»Όσο για το αν το Φεστιβάλ μας, αλλά και κάθε τέτοια διοργάνωση, δίνουν τη δυνατότητα ο τουρίστας να συνδυάσει το τερπνό, τη φύση, την ομορφιά, την ιστορία της Χίου, με το ωφέλιμο, η απάντηση είναι  οφθαλμοφανής. Το ζητούμενο όμως είναι και η Πολιτεία να αποφασίσει να ανασύρει τον  Πολιτισμό από τη δευτερεύουσα  θέση που έχει σήμερα , να τον εντάξει στη …..βαριά μας βιομηχανία και να τον συνδέσει με γνώση, όραμα και σοφία με τον Τουρισμό.

 

Διαβάστε ακόμα: Μάιλς Ντέιβις – 60 χρόνια «Sketches of Spain».

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top