
Ο Γιώργος Μαζωνάκης δεν είναι πια εδώ…
Πώς να το πιστέψουμε κάτι τέτοιο; Ο Γιώργος Μαζωνάκης είναι νεκρός. Πέθανε σε ηλικία 54 ετών από ανακοπή καρδιάς. Το απόγευμα της Τετάρτης. Κι από τότε μοιάζει ο χρόνος να έχει σταματήσει. Όχι μόνο ο καλλιτεχνικός κόσμος, που λέει το μιντιακό κλισέ, αλλά όλος ο κόσμος προσπαθεί να το χωρέσει στο κεφάλι του. Και δε χωράει. Και μετά, για να το καταφέρει, καταφεύγει στο αναμενόμενο: στο να αποδώσει τον θάνατό του σε όλα αυτά που έχουν ακουστεί για τη ζωή του, να πει ότι τον έφαγε η οικογένειά του, ότι τον πίκραναν όσα έγιναν τα τελευταία 2 χρόνια και άλλα πολλά…
Αν κάτι μπορώ να πω για τον Μαζωνάκη, είναι ότι ήταν ένας κινηματογραφικός χαρακτήρας. Από αυτούς που τους βλέπεις σε ταινίες και λες «κάτι συμβαίνει με αυτό το παιδί, κάτι έχει η αύρα του». Συχνά μας έκανε να νιώθουμε ότι είναι ένας «Καταραμένος», ότι είναι ένας ελαφρολαϊκός Έντγκαρ Άλαν Πόε. Και ανατρέχεις στη ζωή του, προσπαθείς να φτιάξεις ένα παζλ και διαβάζεις διαφορετικά όλη του τη διαδρομή, αρχίζεις να λες ότι αυτό το φινάλε θα τον καταστήσει μύθο.
Γιατί ο Γιώργος Μαζωνάκης ήταν γνωστός ακόμα και στους άγνωστους. Στα τραγούδια του «κάρφωνε» τον ίδιο του τον εαυτό, αποκάλυπτε ποιος είναι. Αρκεί να ακούσει κανείς προσεκτικά τους στίχους, από τα πιο προφανή μέχρι τα λιγότερο εμφανή.
Ο Γιώργος Μαζωνάκης μέσα από τα τραγούδια του
Aυτό που ήρθε στο μυαλό όλων μας, ήταν το «Ανήκω σε μένα». Εκεί ο Γιώργος Μαζωνάκης τραγουδάει τα εξής:
Με λένε παράξενο δε με πειράζει
Μα κάνω για μένα ό τι μ’ αρέσει
Κουράστηκα τόσο γι’ αυτό και με νοιάζει
Ξανά η καρδιά μου να μην πονέσει
Ανήκω σε μένα και στα όνειρα μου
Δεν θέλω κανένα μες στη μοναξιά μου
Όταν το τραγουδούσε, δεν ήταν τόσο έντονη η «παραξενιά» του. Στην πορεία της ζωής του έμοιαζε να θέλει να επιβεβαιώσει όσο πιο έντονα μπορεί αυτό το τραγούδι.
Μετά, πάει το μυαλό στο «Με λένε Γιώργο και ποτέ δεν τραγουδάω» και συνειδητοποιώ ότι όντως, ο Γιώργος ποτέ δεν τραγουδούσε. Ο Γιώργος Μαζωνάκης αφηγούνταν. Θυμάμαι πολλές φορές γνωστοί να μου λένε πως πήγαν να τον ακούσουν στο μαγαζί που τραγουδάει και δεν τραγουδούσε, δεν ακουγόταν. Μα ο Μαζωνάκης ήταν πάντοτε λυρικός αφηγητής.
Με λένε Γιώργο και ποτέ δεν τραγουδάω
Θα υποφέρω στη ζωή κάθε στιγμή
Γιατί δεν έκανα ό,τι θα ’πρεπε να κάνω
Γιατί σαν άνθρωπος δεν είχα τη πυγμή
Από κει, το μυαλό πετάγεται στις Ώρες Μικρές, εκεί που ο Μαζωνάκης μιλούσε για την ταραγμένη του ψυχή και για τη συχνότητα του πόνου. Φαινομενικά, μιλά για έναν έρωτα. Ο ίδιος όταν το ερμήνευε ίσως όμως να απευθυνόταν στον ίδιο του τον εαυτό. Ίσως ο εαυτός του να ήταν πάντα μια εκκρεμότητα σαν πόρτα ανοιχτή.
Ώρες μικρές στα σκοτεινά
Του πόνου πιάνω τη συχνότητα σε θέλω τραγικά
Στη ταραγμένη μου ψυχή
Θα είσαι πάντα εκκρεμότητα σαν πόρτα ανοιχτή
Κι όταν πια ο Γιώργος είχε φάει τη ζωή με το κουτάλι, τι έλεγε; Να τον σπάμε σα γυαλί και να σκορπάμε τη ζωή του σαν καπνό στο Να Περνάς.
Να περνάς απο ‘δώ τα βράδια κι αν ζω μη ρωτάς
Σαν γυαλί να με σπας
Και τη ζωή μου σαν καπνό να σκορπάς
Ένα Παιδί της Νύχτας, ένα Παλιόπαιδο, που όταν τραγουδούσε πως είναι γεμάτος από λάθη, πάθη και κανείς δε θα τον καταλάβει, γιατί μάνα του είναι το σκοτάδι, έκρυβε πολλά πίσω από αυτή την εξομολόγηση. Πορεύτηκε με μια εικόνα μοναξιάς, ένας που τα αντιμετώπιζε όλα μονάχος.
Η μάνα μου είναι το σκοτάδι
Εγώ θεριό και κατακάθι
Κανείς δεν θα με καταλάβει λοιπόν
Γεμάτος από λάθη πάθη
Στα σ’ αγαπώ μικρό καλάθι
Από όλους και όλα είμαι εγώ απών
Παιδί της νύχτας είμαι εγώ
Μια ψυχή είμαι κι εγώ
Και σαν αλήτης τριγυρνάω
Παιδί της νύχτας είμαι εγώ
Μια ψυχή είμαι κι εγώ
Μονάχος κλαίω και πονάω
Και τώρα; Τώρα το σκοτάδι της νύχτας που τόσο αγκάλιασε, τον απορρόφησε για πάντα. Κι όπως θα χτυπάει την πόρτα του Θεού, αυτή τη φορά δε θα βρει ταμπέλα που λέει «Μην ενοχλείτε».
Λείπει πάλι ο θεός
Κι έχει μην ενοχλείτε έξω στη πόρτα του
Και σε σένα διέξοδο έτρεξα να βρω
Πόσα να έκρυψε πίσω από τα τραγούδια του ο Μαζωνάκης; Για ποιες ελπίδες ψεύτικες να μιλούσε στα Βαριά Ποτά, Βαριά Τσιγάρα;
Τι κι αν δεν είναι ο κόσμος ό,τι ονειρεύτηκες
Τι κι αν σε ντύνει πάντα με ελπίδες ψεύτικες
Η νύχτα απόψε μοιάζει να είναι φίλη σου
Κόκκινο το φεγγάρι βάλτο στα χείλη
Και κάπως έτσι, τόσο σοκαριστικά, εκείνο το παιδί που ήθελε να πετάξει πάνω από τον κόσμο, να κοιτά από τον ουρανό και να διορθώσει τα λάθη, έζησε τη ζωή στο τέρμα σε κάθε της πτυχή και τώρα πια το πέταγμά του είναι τελειωτικό, αποδημητικό, χωρίς επιστροφή.
Θεέ μου σου ζήτω συγνώμη αν τώρα κλαίωΠριν χαθώ όμως πες μου ένα τελευταίοΠου ήσουνα το βράδυ εκείνο που ήμουνα παιδί




