Να διδαχθεί στο σχολείο η ευτυχία;

«Το απαιτεί η νεότητα αυτό το ρίσκο και αυτή τη μέθη του να ψάχνεις, ξεχνώντας από πού ξεκίνησες. Είναι η φάση του πειραματισμού της ύπαρξης, η περίοδος κατά την οποία το τέρμα της πορείας ενδιαφέρει ελάχιστα». (Corina Schröder, «Happy People», 2022).

Ήρθε προ ημερών η είδηση πως σ’ ένα σχολείο λίγο έξω από το Λονδίνο εντάχθηκε στο πρόγραμμα διδασκαλίας και ένα μάθημα για την ευτυχία. Μία φορά την εβδομάδα, έφηβοι δεκατεσσάρων έως δεκαέξι χρόνων θα ακούνε από τους δασκάλους τους «πώς θα επιτυγχάνουν την ψυχική ισορροπία» και «πώς θα αλληλεπιδρούν σωστά με τον περίγυρό τους». Ώστε αυτό έλειπε από τη διδακτέα ύλη! Ασκήσεις πάνω στην «ισορροπία», τεστ για την «αλληλεπίδραση».

Η ιδέα θεωρήθηκε ενδιαφέρουσα. Πιθανόν να εισαχθεί σύντομα και στη χώρα μας, όπως εισάγονται και τα διάφορα ηρεμιστικά χάπια. Τι άραγε οδήγησε στην παρασκευή αυτής της συνταγής; Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, την αφορμή την έδωσε η διαπίστωση –βασισμένη σε σχετικές έρευνες– πως οι τρέχουσες επιδιώξεις των νέων (η απόκτηση χρημάτων, υλικών αγαθών και η είσοδος στον δημόσιο βίο) τους θέτουν από πολύ νωρίς σε μια τροχιά γεμάτη αναστατώσεις και διαψεύσεις. Δεν είναι αυτό η ευτυχία, τους λένε στο σχολείο. Είναι το να ισορροπούν ανάμεσα στο τι θέλουν και τι μπορούν να πάρουν. Χρειάζεται επίσης να λαμβάνουν υπ’ όψιν τους το γεγονός ότι οι επιθυμίες τους περνούν αναγκαστικά από την ανοχή ή την έγκριση των άλλων.

Με δυο λόγια, προσπαθούν να μάθουν στα παιδιά τη διαπραγμάτευση. Τέτοιος φτωχός και συμβιβαστικός ορισμός της ευτυχίας μόνο από μια εποχή μικρεμπορίου θα μπορούσε να βγει. Συνιστούν στους πρωτόπειρους οδοιπόρους τον διστακτικό βηματισμό, τους εξηγούν πως ανά πάσα στιγμή είναι δυνατόν η απόρριψη να τους χτυπήσει κατακέφαλα. Έτσι η πορεία αρχίζει μ’ ένα μούδιασμα. Αντίθετα, αν μέσα στα ίδια τα σχολεία υποστηριζόταν με ζήλο η εργασία των δασκάλων και των μαθητών, η δειλία θα υποχωρούσε. Τότε η γνώση θα γεννούσε τη δική της χαρά, αυτήν που ό,τι και να της τύχει το αντέχει και το ξεπερνά.

«Καθώς το σχολείο παύει να πιστεύει στη δύναμή του, μεταφέρει στους μαθητές μια λιπόψυχη στάση εντελώς αφύσικη για την ηλικία τους».

«Συνιστούν στους πρωτόπειρους οδοιπόρους τον διστακτικό βηματισμό, τους εξηγούν πως ανά πάσα στιγμή είναι δυνατόν η απόρριψη να τους χτυπήσει κατακέφαλα. Έτσι η πορεία αρχίζει μ’ ένα μούδιασμα». (Linda Apple, «School Outing»)

Εκεί βρίσκεται το πρόβλημα. Στο ότι, καθώς το σχολείο παύει να πιστεύει στη δύναμή του, μεταφέρει στους μαθητές μια λιπόψυχη στάση εντελώς αφύσικη για την ηλικία τους. Δεν φέρνουν ευτυχία τα υλικά αγαθά, τους λένε, αλλά μ’ έναν τρόπο που δεν πείθει, αφού δεν αντιπροτείνει κάτι ριζικά διαφορετικό. Και το παράδοξο είναι πως ακριβώς αυτό το διαφορετικό βρίσκεται μπροστά τους, πλανιέται ανάμεσα στον πίνακα και τα θρανία. Είναι η λανθάνουσα όρεξη για διερεύνηση του κόσμου. Ένα εύφλεκτο αέριο που ανάβει κάθε φορά που ακούγεται μέσα στην τάξη μια εύστοχη παρατήρηση, μια διεισδυτική απορία.

Δεν έχει καμιά σχέση αυτό με όσα συνήθως προτείνονται στους μαθητές. Διάβασμα αυτών που πρέπει, μεθοδική προετοιμασία για τις εξετάσεις. Με αυτές τις νουθεσίες έφθασε η εκπαίδευση να εξισώνεται μ’ ένα εργαλείο, κι αυτό το εργαλείο να σκουριάζει πιο γρήγορα απ’ ό,τι περίμεναν τόσο οι κατασκευαστές όσο και οι χρήστες του. Ενώ θα μπορούσε να δοθεί μεγαλύτερο περιθώριο στην αναζήτηση. Το απαιτεί η νεότητα αυτό το ρίσκο και αυτή τη μέθη του να ψάχνεις, ξεχνώντας από πού ξεκίνησες. Είναι η φάση του πειραματισμού της ύπαρξης, η περίοδος κατά την οποία το τέρμα της πορείας ενδιαφέρει ελάχιστα. Σήμερα συμβουλεύουν την κατάργηση αυτής της εκκρεμότητας και το πέρασμα απευθείας στη «διαχείριση» του τι επικρατεί.

«Ποιος θα τολμήσει να πει στους νεότερους ότι, όταν καταλαβαίνουν τον κόσμο, αντί να τον χειρίζονται απλώς, παίρνουν την καλύτερη γεύση του;»

Η νεολαία όμως υποφέρει από την έλλειψη και της παραμικρής περιπέτειας. Στερείται της ευκαιρίας να ξεφύγει από τις διαφημίσεις που την κολακεύουν, από τις οδηγίες για την «έξυπνη» συμπεριφορά και τη γρήγορη ανάδειξη, να ξεφύγει και να καταλάβει τι συμβαίνει γύρω της. Ποιος θα τολμήσει να πει στους νεότερους ότι, όταν καταλαβαίνουν τον κόσμο, αντί να τον χειρίζονται απλώς, παίρνουν την καλύτερη γεύση του; Ας δαγκώσουν λοιπόν το μήλο κι ας πουν αν είναι ξινό, στυφό, μισοσάπιο ή γλυκό. Κάθε γεύση είναι ιδιαίτερη και καμία άχρηστη. Αρκεί να ξέρουν να βρίσκουν νόημα στο να τις δοκιμάζουν, να μην τις αποφεύγουν, και ακόμη, διώχνοντας από το στόμα τους τα κουκούτσια, να δέχονται τις αποτυχίες ως πρόκληση.

Το γεγονός ότι σπάνια στις μέρες μας οι νέοι διεγείρονται από προκλήσεις τούς κάνει κατά βάθος να ντρέπονται. Δεν είναι φυσικά δικό τους το φταίξιμο που η ζωή τούς παρουσιάζεται έτσι κούφια και βαρετή, παρά τα μύρια της χρώματα. Κι όσο φροντιστήριο και να τους κάνουν για το πώς θα ξετυλίγουν το πολύχρωμο πακέτο, πάλι θα πλήττουν. Ένα προαίσθημα τους ειδοποιεί για το χειρότερο: πως μέσα στο κουτί υπάρχει ένα μήλο από σκέτη φλούδα. Εδώ και καιρό η σάρκα του έχει φαγωθεί.

 

//Από το βιβλίο του Βασίλη Καραποστόλη «Όταν η γνώση είναι ζωή», εκδόσεις Πατάκη, Νοέμβριος 2024. (Σ.σ.: Το κείμενο στο βιβλίο έχει τίτλο «Να διδαχθεί η ευτυχία;», σελ 98-101.)

 

Διαβάστε ακόμα: «Πώς μπορούσαν κι έδειχναν τόσο ευχαριστημένοι με τόσο λίγα οι άνθρωποι τη δεκαετία του ’60;»

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top