
Η ταινία βρέθηκε για μερικές ημέρες στο Νο1 του Netflix, πλέον είναι στο Νο4, κι αυτό κάτι δείχνει.
Το πιο εύκολο πράγμα του κόσμου, είναι να κάθεσαι σε μια καρέκλα, ένα γραφείο, έναν καναπέ και να κρίνεις την προσπάθεια κάποιου, τη δημιουργία του, το αποτέλεσμά του, πιστεύοντας πως εσύ θα το έκανες καλύτερα. Στη μυθοπλασία, μπορούμε σε πολλές περιπτώσεις να καθίσουμε να συζητήσουμε τι θα μπορούσε να γίνει καλύτερα, αλλά όταν δούμε on field τις δυσκολίες που προέκυψαν, τα εμπόδια και την ανακατεύθυνση που χρειάστηκε, τότε συνειδητοποιούμε ότι μάλλον έγινε το καλύτερο δυνατό. Αυτή η περιγραφή ταιριάζει στην ταινία Peaky Blinders: The Immortal Man στο Netflix, που ακολούθησε ατυχώς το μονοπάτι που ακολούθησαν πριν από αυτή τόσες και τόσες ταινίες που έγιναν για να προσφέρουν ένα τέλος σε ένα franchise πολλών ετών.
Το είδαμε και με την ταινία El Camino που ήταν sequel του Breaking Bad, το είδαμε με την τελευταία σεζόν του Game of Thrones, με το Lost, με το Sopranos, ακόμα και με το Infiity War στους Avengers. Η τελευταία εικόνα ήταν κατώτερη όσων είχαν προηγηθεί.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Γίνεται μέσα από όλες αυτές τις περιπτώσεις κατανοητό πως ένας σεναριογράφος δεν γράφει έτσι απλά ένα σενάριο και τελειώνει εκεί. Καλείται να αλλάξει πορεία αρκετές φορές με βάση όχι μόνο το feedback, αλλά και τα εμπόδια που θα προκύψουν από τους ηθοποιούς, το σκηνοθέτη, την παραγωγή, ακόμα και τις μικρές δημοσκοπήσεις που κάνουν συχνά τα στούντιο ή τις «προκριματικές» προβολές.
Στο The Immortal Man, η λαιμητόμος ήταν η ανάγκη του Κίλιαν Μέρφι και του δημιουργού Τομ Χάρπερ να κλείσουν το βιβλίο που είχε μείνει με ένα κεφάλαιο αδιάβαστο σε σχέση με την 6η σεζόν που είδαμε το 2022, η οποία τελείωσε κάπως άγαρμπα.

Ο Κίλιαν Μέρφι ως Σέλμπι ήταν ό,τι πιο εμβληματικό έχουμε δει στο Netflix.
Αποχαιρετισμός αλά Netflix στον Τόμι Σέλμπι
Εκεί, ο Τόμι Σέλμπι είχε σκηνοθετήσει τον θάνατό του και είχε εξαφανιστεί, αφήνοντας την ηγεσία των Peaky Blinders και των επιχειρήσεων τους στα χέρια άλλων. Όμως, τέτοιες προσωπικότητες δε γλυτώνουν ποτέ από αυτό που ήταν η ζωή τους, παρά μόνο αν πεθάνουν. Κι όσο ο Σέλμπι ήταν ζωντανός, τόσο το παρελθόν θα ήταν ξωπίσω του και θα τον γέμιζε με απώλειες και πόνο.
Όταν, λοιπόν, μαθαίνει ότι ο γιος του, που ηγείται των Peaky Blinders, έχει ανοίξει νταλαβέρι με τους Ναζί και θα βοηθήσει να διοχετεύσουν στη βρετανική οικονομία 350 εκατομμύρια πλαστά χαρτονομίσματα, κατόπιν και της εμφάνισης της Κάουλο Τσιρίκλο, μιιας τσιγγάνας-μάγισσας που είναι αδερφή της μητέρας του γιου του, του Ντιουκ, γυρίζει στον τόπο του εγκλήματος για να σώσει το Μπέρμιγχαμ και να αποτρέψει την παράδοση της Βρετανίας στον Χίτλερ. Οι πράξεις του Ντιουκ είναι αποτέλεσμα της εξαφάνισης του Τόμι, με τον γιο του να αποδέχεται την πρόταση προδοσίας λέγοντας «ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται για μένα, έτσι κι εγώ δε δίνω δεκάρα τσακιστή για τον κόσμο».
Η αρχέγονη σύγκρουση πατέρα-γιου, θα βγάλει νικητή τον πατέρα και τον γιο αποκαμωμένο, ενώ στο μεσοδιάστημα ο Βρετανός προδότης έχει σκοτώσει την αδερφή του Τόμι, την Έιντα. Έχοντας πια αντιληφθεί ο γιος το σφάλμα του, ακολουθεί το πλάνο προσωπικής εκδίκησης, αλλά και εθνικής σωτηρίας του Τόμι, με σκοπό να ανατραπεί η δράση του προδότη συνεργάτη του Χίτλερ.

Ο Μπάρι Κίογκαν υποδύεται τον Ντιουκ Σέλμπι.
Η πλοκή και η συνολική πραγμάτωση της ιστορίας, δεν είναι κακές, αλλά μοιάζουν πολύ επίπεδες. Δεν υπάρχει ιδιαίτερη κλιμάκωση, τα πράγματα συμβαίνουν γιατί πρέπει να συμβούν και στη διάρκεια της ταινίας κάπως νιώθαμε σαν απλά να περιμένουμε να περάσει η ώρα και να πεθάνει ο Τόμι.
Δεν είναι μια κακή ταινία, αλλά δεν είναι και μια ταινία που μπορεί να σταθεί στο επίπεδο που έθεσε η σειρά ή κάθε επεισόδιό της. Αυτό δεν είναι κάποια μομφή, υπό την έννοια πως μιλάμε για μια παραγωγή που έγινε σε πείσμα πολλών πραγμάτων, με αρκετούς από το παλιό καστ να δυσκολεύονται να ανταποκριθούν χρονικά στα γυρίσματα, με μια τετραετία να έχει περάσει από την 6η σεζόν και να έχει ατονήσει η μνήμη κ.α.
Και, επιπλέον, κάπως σαν αυτή η ταινία να αποτύπωσε αυτό που συμβαίνει σε όλες τις σειρές του παρελθόντος που άφησαν το αποτύπωμά τους και έγιναν εμβληματικές. Ο σύγχρονος κόσμος δεν τις χωράει πια. Το Peaky Blinders επηρέασε και στυλιστικά και συμπεριφορικά, διαμόρφωσε μια κουλτούρα, αλλά αυτή η εποχή έχει περάσει από καιρό και ανεπιστρεπτί.

Αν κάτι κρατάμε ως μήνυμα από την ταινία, είναι ότι η νέα γενιά πάντοτε θα αγνοεί τους κανόνες πάνω στους οποίους χτίστηκε κάτι.
Η ταινία στο Netflix λειτούργησε απλά σαν ένα σπρώξιμο σε μια πόρτα που δεν είχε κλείσει καλά, που είχε ξεχαστεί με μια χαραμάδα ανοιχτή και ήθελε μια ελάχιστη ώθηση για να ακουστεί το κλικ και να κλείσει. Ή σαν κάποιος που χορεύει έναν χορό που δεν ξέρει τα βήματά του και απλά κοπιάρει ό,τι βλέπει από τους γύρω του. Ατσούμπαλα, ασυγχρόνιστα, αδέξια.
Συνοψίζοντας, θα θέλαμε να έχουμε δει κάτι καλύτερο στο Netflix, κάτι αντάξιο του franchise, αλλά είναι κατανοητό πως δε θα μπορούσαμε να δούμε κάτι καλύτερο. Οι μόνοι που θα τους αρέσει πολύ η ταινία, είναι όσοι δεν έχουν δει σχεδόν καθόλου τη σειρά και ξεκινάνε την ιστορία από το τελευταίο της κεφάλαιο.




