«Με την Κατοχή δεν υπήρχε πρόσβαση στη θάλασσα. Την ξανασυνάντησα στις πρώτες μετακατοχικές διακοπές, το 1945». (Edvard Munch, «Beach Landscape», 1889).

Υπάρχει μία φωτογραφία μου στο οικογενειακό λεύκωμα, που με δείχνει παιδάκι μικρό (τριών ή τεσσάρων χρονών) με μαγιό, στην ακροθαλασσιά. Τα πόδια μου είναι μέσα στη θάλασσα και φοράω ναυτικό καπέλο. Χαμογελάω ανέμελος. Φαίνομαι ευτυχής. Πρέπει (απ’ ό,τι μου είπαν) να τραβήχτηκε στο Ξυλόκαστρο.

Με την Κατοχή δεν υπήρχε πρόσβαση στη θάλασσα. Την ξανασυνάντησα στις πρώτες μετακατοχικές διακοπές, το 1945, σε ένα σπιτάκι στη Γλυφάδα. (Εκεί, τον Δεκαπενταύγουστο, έτυχε να βγάλω ένα κακό σπυρί στη μασχάλη, να κάνω ψηλό πυρετό με σπασμούς και η αιώνια μητέρα μου ήταν σίγουρη πως έπαθα τέτανο.)

Η δεύτερη επαφή μου με τη θάλασσα δεν πήγε καλά. Κάποιος (νομίζω ήταν ο θείος Παντελής) θεώρησε καλό να με μάθει κολύμπι με την προαιώνια μέθοδο: από τη βάρκα με πέταξε στα βαθιά. Πνίγηκα, κατέβασα τεράστιες ποσότητες νερού, με ανέσυραν αναίσθητο, με κράτησαν ανάποδα. Άργησα (λένε) αλλά συνήλθα.

«Σφιγγόμουνα και βάραινα τόσο μέσα στο νερό, που ήταν αδύνατο να επιπλεύσω».

Μέσα μου όμως είχε σχηματισθεί η παβλοβιανή αντίδραση. Έκανα αρκετόν καιρό να ξαναμπώ στη θάλασσα. Κι όταν δοκίμασα, αντανακλαστικά σφιγγόμουνα και βάραινα τόσο μέσα στο νερό, που ήταν αδύνατο να επιπλεύσω.

«Μια αυτοβιογραφία σαν µυθιστόρηµα, από έναν άνθρωπο που πέρασε από όλα τα στάδια: πλούτο και φτώχεια, δύναµη και αδυναµία, έρωτα και µοναξιά», διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου.

Αργότερα, στο Μάτι, άρχισα σιγά-σιγά να ξεπερνάω τον φόβο μου. Ήταν και τα κορίτσια – ντρεπόμουν. Φθάνει που ήμουν απαίσια παχύς. (Η μητέρα, μετά την Κατοχή, ήταν βέβαιη πως έχω αδενοπάθεια. Μου έκανε υπερτροφία, και έγινα ενενήντα κιλά βόδι.)

Έμαθα λοιπόν μισό κρόουλ (δηλαδή απλωτές) και ξεθάρρεψα. Μέχρι που σε άτυχη στιγμή, όταν είχα ανοιχτεί στα άπατα, είδα κάτω κατάμαυρο το βάθος, έπαθα πανικό και βούλιαξα, μολύβι. Θυμάμαι ακόμα την αγωνία μου να πάρω ανάσα με τους πνεύμονες γεμάτους νερό.

Ύστερα από αυτή τη δεύτερη εμπειρία (υπήρξε, μετά δέκα χρόνια, και μία τρίτη, επιβεβαιωτική, στον Σχινιά, όπου στους εβδομήντα πόντους βάθος έπεσα σε ρούφουλα και ξαναπνίγηκα), δεν ξανατόλμησα. Κολυμπάω, άνετα και σωστά – όσο πατώνω. Γι’ αυτό και διαπρέπω στις πισίνες (κολυμπώντας στο πλάτος, στο 1.60). Στις παραλίες πηγαίνω κατά μήκος της ακτής. Ονομάζω τον εαυτό μου περιπατητή της θάλασσας.

 

// Από το βιβλίο του Νίκου Νίκου Δήμου «Οι δρόμοι μου» (από το κεφάλαιο «Φόβοι»), νέα, συμπληρωμένη έκδοση, Εκδόσεις Πατάκη, 2015. Πρώτη έκδοση από τις Εκδόσεις Ωκεανίδα, 2004.

 

Διαβάστε ακόμα: Νίκος Δήμου – «Εναντίον του χειμώνα».

 

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top