
Η σειρά του Netflix, γνωστή για τον αιχμηρό της διάλογο και τον ιδιόρρυθμο τόνο, διατηρεί στη 2η σεζόν το πνεύμα που την έκανε αγαπητή, είναι όμως μια σαφής υποβάθμιση σε σχέση με την 1η σεζόν.
Η δεύτερη σεζόν του Nobody Wants This, που προβάλλεται στο Netflix, ξεκινά από εκεί που οι περισσότερες ρομαντικές ιστορίες τελειώνουν, μετά το «μαζί». Η Τζοάν (Κρίστεν Μπελ), η γνωστή μας από την πρώτη σεζόν αγνωστικίστρια podcaster, και ο Νόα (Άνταμ Μπρόντι), ο αντισυμβατικός ραβίνος, έχουν πια βρει ο ένας τον άλλον. Το ζήτημα δεν είναι αν αγαπιούνται, αλλά αν μπορούν να ζήσουν ο ένας δίπλα στον άλλον, με όλα τα βάρη, τις αντιφάσεις και τις μικρές φθορές της καθημερινότητας. Και εκεί ακριβώς η σειρά αποδεικνύει ότι ο ρομαντισμός δεν τελειώνει όταν ανάβουν τα φώτα της κουζίνας, τότε αρχίζει πραγματικά.
Η σειρά, γνωστή για τον αιχμηρό της διάλογο και τον ιδιόρρυθμο τόνο, διατηρεί στη δεύτερη σεζόν το πνεύμα που την έκανε αγαπητή. Η σκηνοθετική ματιά παραμένει ρεαλιστική και ευαίσθητη, ισορροπώντας ανάμεσα στο κωμικό και το υπαρξιακό. Οι δημιουργοί δεν ενδιαφέρονται για το «αν» αλλά για το «πώς», πώς συνυπάρχουν δύο κόσμοι τόσο διαφορετικοί, πώς συντηρείται ο έρωτας όταν το πάθος έρχεται αντιμέτωπο με τις συνήθειες, πώς αντέχει η αγάπη όταν δοκιμάζεται από το ίδιο το βάρος της καθημερινότητας.
Ο Νόα βρίσκεται σε μια κρίση ταυτότητας. Προσπαθεί να παραμείνει πιστός στις αξίες του χωρίς να εγκλωβιστεί μέσα τους και να τον καταπιούν. Η σχέση του με την Τζοάν τον αναγκάζει να επαναπροσδιορίσει τι σημαίνει θρησκεία, τι παράδοση, τι συγχώρεση. Ο κόσμος του δεν καταρρέει, αλλά αλλάζει, μετακινείται. Αντίθετα, η Τζοάν, που μέχρι πρότινος ζούσε με αυτοπεποίθηση μέσα στην αμφισβήτηση, αρχίζει να συναντά τις δικές της αντιφάσεις, τη δυσκολία να αποδεχθεί ότι η ανεξαρτησία της μπορεί να συνυπάρξει με την οικειότητα, ότι η αμφιβολία δεν σημαίνει απουσία πίστης.

Η σειρά δεν προσφέρει κάποιο manual με ιδανικές λύσεις δείχνει την αγάπη σαν κάτι που απαιτεί συνεχή διαπραγμάτευση και φροντίδα, όχι εξιδανίκευση.
Η δύναμη της σειράς βρίσκεται στις σιωπές, στις στιγμές που ο λόγος παύει και τη θέση του παίρνουν τα βλέμματα, οι μικρές καθημερινές τριβές, το χιούμορ που ξεσπά εκεί που η ένταση κορυφώνεται. Οι παρεμβάσεις των οικογενειών, οι φίλοι που κουβαλούν τη δική τους σύγχυση, οι στιγμές που η ιδιωτική ζωή γίνεται δημόσιο θέαμα, όλα χτίζουν ένα μωσαϊκό σχέσεων που θυμίζει τη ζωή, όχι τη μυθοπλασία της. Η σειρά δεν προσφέρει κάποιο manual με ιδανικές λύσεις δείχνει την αγάπη σαν κάτι που απαιτεί συνεχή διαπραγμάτευση και φροντίδα, όχι εξιδανίκευση.
Η χημεία των δύο πρωταγωνιστών παραμένει αδιαμφισβήτητη. Η Μπελ, με το κοφτερό της χιούμορ και την ευαισθησία της, μετατρέπει τη Τζοάν σε μια γυναίκα που δεν ξέρει πάντα τι θέλει, αλλά μαθαίνει να μένει. Ο Μπρόντι, πιο ώριμος και εσωτερικός από ποτέ, αποδίδει έναν Νόα που στέκεται ανάμεσα στο δόγμα και την αγάπη, στην πίστη και την αμφιβολία. Μαζί, δημιουργούν μια σχέση που δεν είναι ούτε ρομαντική φαντασίωση ούτε κυνικός ρεαλισμός, είναι απλώς εύθραυστη με ατέλειες δηλαδή αληθινή.

Η ικανότητα των ανθρώπων να συνυπάρχουν, ενώ συνεργάζονται και εξελίσσονται μαζί, διατηρώντας την αυτονομία και τον αλληλοσεβασμό, είναι η πρώτη νότα της αρμονίας.
Σε τι υστερεί η 2η σεζόν της σειράς του Netflix
Η δεύτερη σεζόν του Nobody Wants This, παρά τη συναισθηματική της ωριμότητα, χάνει σε ρυθμό και δραματική ένταση. Η αφήγηση γίνεται πιο αργή και επαναληπτική, εγκλωβισμένη σε σκηνές καθημερινότητας που ανακυκλώνουν τα ίδια συναισθήματα χωρίς ουσιαστική εξέλιξη. Η αρχική αγωνία του «θα τα καταφέρουν;» αντικαθίσταται από έναν ρεαλισμό που κουράζει, στερώντας από τη σειρά τη ζωντάνια που την ξεχώρισε. Παράλληλα, οι δευτερεύοντες χαρακτήρες, αντί να εμπλουτίζουν το σύμπαν της ιστορίας, λειτουργούν περισσότερο ως σχόλια στη σχέση της Τζοάν και του Νόα, χωρίς δική τους βαρύτητα ή εξέλιξη.
Οι διάλογοι, που στην πρώτη σεζόν ήταν ευφυείς και αυθόρμητοι, εδώ συχνά ακούγονται επιτηδευμένοι, σαν να γράφτηκαν για να μεταδώσουν μήνυμα και όχι για να αποκαλύψουν ανθρώπους. Η σειρά επιμένει να είναι στοχαστική εις βάρος της δραματουργικής έντασης, ενώ η αισθητική της χάνει μέρος από την προηγούμενη ιδιορρυθμία και θεατρικότητα, καταλήγοντας πιο επίπεδη, πιο «τηλεοπτική». Το αποτέλεσμα είναι ένα έργο που, αν και διατηρεί τη συναισθηματική του ειλικρίνεια, δείχνει λιγότερο τολμηρό και πιο προβλέψιμο. Η ζωή μετά τον έρωτα αποτυπώνεται με ευαισθησία, αλλά όχι πάντα με την απαραίτητη δραματική δύναμη για να συγκλονίσει.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Η δεύτερη σεζόν της σειράς του Netflix, όμως, παρά τις αδυναμίες, κατορθώνει να μετατρέψει τη συμβίωση σε αφήγηση, την αγάπη σε καθημερινό άθλημα, το «μαζί» σε φιλοσοφική διερώτηση. Είναι μια σειρά που δεν εξιδανικεύει τον δεσμό αλλά τον εξετάζει με ειλικρίνεια, σαν ένα ζωντανό, ατελές, πολύτιμο πείραμα. Αν η πρώτη σεζόν ήταν για την ανακάλυψη του άλλου, η δεύτερη είναι για τη συνύπαρξη. Και ίσως εκεί να βρίσκεται η πραγματική της δύναμη, στο ότι δείχνει πως ο έρωτας δεν είναι ποτέ το τέλος μιας ιστορίας, αλλά το σημείο απ’ όπου η ζωή αρχίζει στ’ αλήθεια. Γιατί στην αρμονική ερωτική σχέση είναι η ισορροπία ανάμεσα στο πάθος και την κατανόηση και η συνύπαρξη όπου δύο άνθρωποι συνδέονται με ειλικρίνεια, εμπιστοσύνη, αμοιβαιότητα και εσωτερική ηρεμία.
Διαβάστε ακόμη: Η ταινία που «έσωσε» τη χρονιά για το Netflix




