
Ντίνος Ηλιόπουλος: ο αξεπέραστος, αυτός που τα κατάφερνε σε όλα εξίσου καλά. (Φωτ. Finos Films)
Ήταν 12 Ιουνίου του 1915 όταν γεννιόταν ο Ντίνος Ηλιόπουλος στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Ελάχιστο καιρό μετά, θα πήγαιναν στη Μασσαλία λόγω της επιχειρηματικής δράσης του πατέρα του. Εκεί, ο Ηλιόπουλος αρίστευσε στο Λύκειο και το 1929 θα έρθουν στην Αθήνα, έχοντας χάσει πολλά λεφτά στο κραχ του 1929. Δύο χρόνια αργότερα, ο πατέρας Ηλιόπουλος πεθαίνει. Η μητέρα Αθηνά θα αναλάβει να κρατήσει όρθια την οικογένεια, τα 4 παιδιά, και να στηρίξει τον Ντίνο που από την ηλικία των 10 ετών, όταν αρρώστησε από τύφο και βρέθηκε για μήνες στο νοσοκομείο σε κωματώδη κατάσταση, τον πρόσεχε σαν κόρη οφθαλμού.
Ο Ντίνος δεν ξεκίνησε για να γίνει ηθοποιός, αλλά για έμπορος, ακολουθώντας τα χνάρια του πατέρα του. Η στρατιωτική του θητεία που είχε τριπλή φάση, με το τρίτο στάδιο να είναι στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, του άλλαξε την πορεί και κάπου στα 1950 βρέθηκε να εργάζεται ως ηθοποιός και να συναντά σπουδαία ονόματα, όπως ο Λογοθετίδης, ο Φωτόπουλος, ο Αυλωνίτης. Το 1954 θα γινόταν και θιασάρχης, έχοντας στο βιογραφικό του πολλές εμπορικές επιτυχίες, όπως το 1959 σε εναλλασσόμενο ρεπερτόριο με γνωστά έργα Ελλήνων θεατρικών συγγραφέων.
Πολύ γρήγορα έγινε από τους πιο περιζήτητους κωμικούς, όντας και δεινός χορευτής. Άλλωστε, γι’ αυτό τον αποκαλούσαν Έλληνα Φρεντ Αστέρ. Ένα παρατσούκλι που θα ενισχυόταν κάμποσα χρόνια μετά, όταν θα ξενιτευόταν στις ΗΠΑ.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Βλέπετε, ο Ντίνος Ηλιόπουλος ήθελε πάντοτε να μοιράζεται τη δόξα και το χρήμα, συχνά ρίχνοντας τον ίδιο του τον εαυτό. Όπως και στην περίπτωση του Βέγγου, ο Ηλιόπουλος ήθελε να τον τιμούν και ως επιχειρηματία του θεάτρου, ως αφεντικό, γι’ αυτό πλήρωνε πάντοτε καλά και υπέρ το δέον.

Δύο χρόνια πέρασε στις ΗΠΑ ο Ντίνος Ηλιόπουλος για να ρεφάρει οικονομικά. (Φωτ. Finos Films)
Όργωσε τις ΗΠΑ ο Ντίνος Ηλιόπουλος και γύρισε θριαμβευτής
Όταν απέκτησε το δικό του θέατρο, το θέατρο Γκλόρια, είχε μπει στο μονοπάτι της χρεοκοπίας. Με τα δικά του μυαλά δεν υπήρχε περίπτωση να αντέξει. Στις παραγωγές του έκανε πολύ τολμηρές επιλογές και έργων, αλλά και συνεργατών. Πλήρωνε πάντα τις πρόβες και το φαγητό των ηθοποιών, όταν σχεδόν κανένας άλλος επιχειρηματίας του χώρου δεν το έπραττε. Δεν ήταν λίγες οι φορές που είχε προσλάβει παραπάνω άτομα από όσα χρειαζόταν μια παραγωγή, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να καλυφθεί το κόστος της από τα εισιτήρια, ακόμα κι αν είχε εμπορική επιτυχία. Φανταστείτε τι συνέβαινε σε αυτές τις παραστάσεις που δεν είχαν καμία εμπορική επιτυχία, όπως το «Κοντσέρτο για Τρομπόνι» το 1966.
Το έργο θεωρήθηκε αρκετά βαρύ, ο Ηλιόπουλος εμφανιζόταν μάλιστα με ξανθιά περούκα και μπούκλες εκεί, έχανε επομένως την κωμική ταυτότητα που του προσέδιδε το δικό του πρόσωπο και με το οποίο τον αναγνώριζε ο κόσμος και τα χρέη αυξήθηκαν δυσβάσταχτα. Η κατάσταση όλο και χειροτέρευε. Είχε φτάσει να περπατάει κάθε βράδυ χιλιόμετρα από το θέατρο ως το σπίτι του, γιατί δεν είχε λεφτά για ταξί ή για δικό του αυτοκίνητο. Την ίδια στιγμή, όλοι οι συνεργάτες στο θέατρο πληρώνονταν κανονικά.
Ο Ηλιόπουλος μάζεψε τα μπογαλάκια του, χαιρέτησε γυναίκα και δύο παιδιά -είχε παντρευτεί την αυστριακής καταγωγής Χίλντεγκαρντ Βίτσερ το 1963 και είχαν κάνει δύο κόρες, την Εβίτα το 1964 και τη Χίλντα το 1972- και έφυγε για τις ΗΠΑ, εκεί όπου, όπως πίστευε, οι τολμηρές για την Ελλάδα καλλιτεχνικές του επιλογές θα γίνονταν πιο αποδεκτές. Δε λάθεψε.
Γύρισε τις ΗΠΑ με θίασο που έφτιαξε εκεί, έκανε 4 ανεβάσματα παραστάσεων, με κύρια τις Θεσμοφοριάζουσες, παράσταση με την οποία εμφανίστηκε στην Επίδαυρο το 1978, και μέσα σε δύο χρόνια είχε καταφέρει να σταθεί οικονομικά στα πόδια του. Συνολικά, έπαιξε σε 60 πόλεις στις ΗΠΑ.




