«Ο χρόνος αποτελεί τον πιο πολύτιμό μας πόρο. Είναι το μοναδικό μέγεθος για το οποίο, ακόμη κι αν επιστρατευτεί όλη η τεχνολογία του κόσμου, δεν θα καταφέρει να δημιουργήσει ούτε μια μονάδα χρόνου παραπάνω», γράφει ο Tom Chatfield. Credit: Benjamin Ellis/Flickr

«Ο χρόνος αποτελεί τον πιο πολύτιμό μας πόρο. Είναι το μοναδικό μέγεθος για το οποίο, ακόμη κι αν επιστρατευτεί όλη η τεχνολογία του κόσμου, δεν θα καταφέρει να δημιουργήσει ούτε μια μονάδα χρόνου παραπάνω», γράφει ο Tom Chatfield. Credit: Benjamin Ellis/Flickr

Εύκολα μπορεί κανείς να απαριθμήσει τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα της ζωής με σύνδεση. Συνδεδεμένοι με το κέντρο του εγκεφάλου του κόσμου, έχουμε ταχύτητα, έχουμε επιλογές· μπορούμε να αναζητήσουμε το μεγαλύτερο μέρος των γνώσεων που έχει συγκεντρώσει η ανθρωπότητα και να παραπέμψουμε σε αυτές –όπως και να τις σχολιάσουμε εκθέτοντας τη δική μας άποψη– μέσα σε λίγα λεπτά· δεν μας χωρίζουν παρά μόνο μερικές στιγμές από την επαφή μας με χιλιάδες άλλους ανθρώπους. Έχουμε στα χέρια μας ικανότητες που μοιάζουν θεϊκές και μαθαίνουμε να τις χρησιμοποιούμε ολοένα και καλύτερα.

Αναλογιστείτε τι μπορούμε να πετύχουμε μέσα σε λίγα μόνο λεπτά αναζήτησης στην ιστοσελίδα της Wikipedia, ή ψάχνοντας στο Google βιβλία από όλο τον κόσμο, που δεν έχουν πνευματικά δικαιώματα και είναι σκαναρισμένα ολόκληρα. Τέτοιο εύρος και ταχύτητα έρευνας δεν θα μπορούσαν καν να διανοηθούν οι άνθρωποι των γραμμάτων πριν από μισό αιώνα, ούτε στα πιο φιλόδοξα όνειρά τους· ωστόσο τώρα αυτή η δυνατότητα είναι άμεσα στη διάθεση σχεδόν κάθε σύγχρονου πολίτη. Απέχουμε ήδη τόσο πολύ από αυτό το παρελθόν, όσο απείχαν οι αναγνώστες από την εποχή πριν από τον Γουτεμβέργιο, όπου η κατοχή και η ανάγνωση βιβλίων ήταν προνόμιο των λίγων και εκλεκτών.

«Χρειαζόμαστε χρόνους πέρα από τους παροντικούς – χρειαζόμαστε στη ζωή μας και άλλες ποιότητες χρόνου».

Δίχως τη «ζωντανή» σύνδεσή μας με τα ψηφιακά μέσα, ωστόσο, η πρωτοτυπία και η αυστηρότητά μας μπορούν να εκδηλωθούν με διαφορετικό και πολύ πιο απαρχαιωμένο τρόπο: με την ικανότητά μας να δίνουμε εντολές, να παίρνουμε αποφάσεις και πρωτοβουλίες, να σκεφτόμαστε δίχως τον φόβο οικειοποίησης των σκέψεών μας από άλλους ή την αίσθηση ενός ακροατηρίου που βρίσκεται διαρκώς πάνω από το κεφάλι μας. Βρισκόμαστε μόνοι μας απέναντι στον εαυτό μας, ή μεταξύ μας, με πολύ διαφορετικό τρόπο από ό,τι σε οποιαδήποτε ψηφιακή μας στιγμή.

Αυτό ισχύει εξίσου τόσο στην προσωπική όσο και στην επαγγελματική ζωή. Τον Φεβρουάριο του 2011, μίλησα στο Πανεπιστήμιο Οικονομικών Σπουδών του Λονδίνου, δίπλα στη συγγραφέα Lionel Shriver, για την επίδραση των νέων τεχνολογιών στη συγγραφή και στη σκέψη. Η συγγραφέας περιέγραψε την εμπειρία τού να γράφει κανείς «με ένα πλήθος μέσα στο γραφείο του» –να γράφει δηλαδή βλέποντας τις άμεσες και πολλαπλές αντιδράσεις του κοινού στο διαδίκτυο– και την πίεση που μπορεί να ασκήσει αυτό, ωθώντας τον συγγραφέα είτε στην αυτολογοκρισία είτε σε μια προσπάθεια να γίνει αρεστός. «Ανακάλυψα πως έχω την ανάγκη», είπε, «να προστατέψω τον εαυτό μου από τη γνώμη των άλλων», και περιέγραψε ένα περιστατικό όπου ενώ έγραφε ένα άρθρο για μια εφημερίδα, ο σύζυγός της το διάβαζε πάνω από το κεφάλι της. Κάποια στιγμή της είπε: «Δεν μπορείς να το γράψεις αυτό, δεν θυμάσαι πώς αντέδρασε ο κόσμος όταν το είχες γράψει στο διαδίκτυο;».

Η επιθυμία να προστατεύσουμε τον εαυτό μας είναι σχεδόν αδύνατον να διαχωριστεί από την ιδέα να γνωρίσουμε τι είναι σε πρώτη ανάλυση ο «εαυτός» εκείνος που αξίζει να προστατέψουμε. Μεγάλο μέρος του βιβλίου αυτού είναι αφιερωμένο στην αξιοθαύμαστη πρόοδο της συλλογικής σκέψης και δράσης που οι τεχνολογίες του τρέχοντος αιώνα έχουν ήδη ξεκινήσει να προάγουν. Ωστόσο, είναι προφανές περισσότερο από ποτέ ότι χρειαζόμαστε και λίγο χρόνο στη ζωή μας για να κάνουμε τις δικές μας σκέψεις, δίχως να αποσπούν την προσοχή μας, να μας διακόπτουν, ή να μας εκθέτουν άμεσα τις αντιδράσεις τους, ακόμη και εκείνοι οι άνθρωποι για τους οποίους νοιαζόμαστε περισσότερο. Είναι επίσης ξεκάθαρο ότι εάν δεν προσέξουμε πώς διαφυλάττουμε και πώς διαχειριζόμαστε τον χρόνο αυτόν, η τεχνολογία θα μας τον πάρει.

«Χάρη στην Εθνική Ένωση Ερασιτεχνικής Ραδιοφωνίας, ο αγώνας της 2ας Ιουλίου 1921, στο Jersey City, ανάμεσα στον Jack Dempsey και τον Georges Carpentier, αποτέλεσε κορυφαίο γεγονός στην ιστορία των Μ.Μ.Ε.». Ένα είδος σπινθήρα στα μπουζί του συνδεδεμένου κόσμου...

«Χάρη στην Εθνική Ένωση Ερασιτεχνικής Ραδιοφωνίας, ο αγώνας της 2ας Ιουλίου 1921, στο Jersey City, ανάμεσα στον Jack Dempsey και τον Georges Carpentier, αποτέλεσε κορυφαίο γεγονός στην ιστορία των Μ.Μ.Ε.». Ένα είδος σπινθήρα στα μπουζί του συνδεδεμένου κόσμου…

Σε μια εποχή αδιάκοπων ζωντανών συνδέσεων, το κύριο ερώτημα της διερεύνησης του εαυτού δεν είναι πλέον το «Ποιος είμαι;», αλλά το «Τι κάνω;». Όσο κι αν διψάμε για σύνδεση, εάν θέλουμε να ευδοκιμήσουμε, πρέπει να διατηρήσουμε μια αίσθηση του εαυτού μας ανέπαφη από τη συνεχή δυνατότητα της αναμετάδοσης. Χρειαζόμαστε χρόνους πέρα από τους παροντικούς – χρειαζόμαστε στη ζωή μας και άλλες ποιότητες χρόνου.

Η άποψη αυτή διατυπώθηκε κομψά από τον ερευνητή της πληροφορικής Jaron Lanier, σε μια διάλεξη που έδωσε στο συνέδριο South by Southwest, τον Μάρτιο του 2010, κατά την οποία ζήτησε από το ακροατήριό του να μην κάνουν τίποτε άλλο όσο θα μιλούσε, και μόνο να ακούνε. «Ο πιο σημαντικός λόγος για να σταματήσετε τις παράλληλες δραστηριότητες δεν είναι να νιώσω ότι έχω τον σεβασμό σας», ισχυρίστηκε ο Lanier αλλά να σας κάνω να υπάρξετε. Εάν πρώτα ακούσετε και γράψετε κάποιο σχόλιο στη συνέχεια, τότε ό,τι γράψετε θα έχει τον χρόνο να φιλτραριστεί από το μυαλό σας, και αυτό που λέτε θα ανταποκρίνεται σε αυτό που είστε. Αυτό είναι που σας κάνει να υπάρχετε…».

Σύμφωνα με την επίκληση του Lanier για μισή ώρα προσοχής απερίσπαστης από ψηφιακά μέσα, το να βρούμε χρόνο δίχως σύνδεση στη ζωή μας δεν ισοδυναμεί με το να αποσυρθούμε σε μια καλύβα στο βουνό ή να δηλώσουμε ισόβια αποχή από την ηλεκτρονική αλληλογραφία – παρόλο που μας λέει ότι οι διακοπές «εκτός δικτύου» έχουν γίνει πλέον ένα είδος πολυτελείας που είναι στη μόδα για όσους έχουν την οικονομική δυνατότητα. Αντίθετα, ο χρόνος δίχως σύνδεση έχει να μας προσφέρει πολύ περισσότερα εάν ενσωματωθεί στην καθημερινότητά μας: με την απόφαση να μη στείλουμε κανένα email ένα πρωινό, να απενεργοποιήσουμε όλα τα τηλέφωνα κατά τη διάρκεια μιας συνάντησης ή ενός γεύματος, να ορίσουμε κάποιες μέρες ή κάποιες ώρες για να στοχαστούμε εκτός δικτύου, ή απλά να δούμε κάποιον από κοντά αντί να ανταλλάξουμε μαζί του καμιά εικοσαριά email.

«Ο χρόνος δίχως σύνδεση έχει να μας προσφέρει πολύ περισσότερα εάν ενσωματωθεί στην καθημερινότητά μας».

Όπως κάνουν πολλοί άνθρωποι της εποχής μου, προσπαθώ συνεχώς να δημιουργώ μέσα στη μέρα μου μονάδες χρόνου όπου μπορώ να είμαι παραγωγικός δίχως σύνδεση – χρόνο όπου έχω απενεργοποιήσει όλες τις ψηφιακές συσκευές μου, ή επίτηδες δεν τις έχω κοντά μου. Και εγώ είμαι της άποψης πως η ευκολία της συνεχούς επαφής και προσέγγισης έκανε τις κατ’ ιδίαν συναντήσεις πολύ πιο σημαντικές. Στην αρχή της δεκαετίας του 2000, ένα συνέδριο για την τεχνολογία αφορούσε τους πλέον ενημερωμένους και ανοιχτόμυαλους θαμώνες τέτοιων γεγονότων, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν επιδεικτικά καθ’ όλη τη διάρκεια των διαλέξεων κινητά τηλέφωνα και φορητούς υπολογιστές. Σήμερα, παρόλο που καμία εκδήλωση με θέμα την τεχνολογία δεν πραγματοποιείται δίχως κάλυψη από το Twitter, οι ομιλητές και ο πρόεδρος συνηθίζουν όλο και πιο συχνά να ζητούν από το ακροατήριο να τηρήσει τον κανόνα του Lanier – δηλαδή πρώτα να ακούει κι ύστερα να σημειώνει. Αυτού του είδους ο συντηρητισμός αποτελεί την τελευταία εξέλιξη.

Από μόνες τους, τέτοιες εκκλήσεις και τάσεις δεν αποτελούν μανιφέστα. Είναι όμως η απαρχή μιας στάσης που τοποθετεί την τεχνολογία στη θέση της: που ορίζει ένα ρόλο γι’ αυτήν μέσα στη ζωή μας, αντί να καθιστά την παρουσία της δεδομένη ανά πάσα στιγμή.

ed0c85c6-4dd5-4612-9c4c-d8d2e3e30350-768x1024

Το βιβλίο του Ghatfield κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη, σε μετάφραση Μυρτώς Καλοφωλιά.

Χάρη στη συγκλονιστική δύναμη της πληροφορίας που παρέχουν τα νέα μέσα, ο χρόνος αποτελεί περισσότερο από ποτέ τον πιο πολύτιμό μας πόρο. Είναι το μοναδικό μέγεθος για το οποίο, ακόμη κι αν επιστρατευτεί όλη η τεχνολογία του κόσμου, δεν θα καταφέρει να δημιουργήσει ούτε μια μονάδα χρόνου παραπάνω – μάλιστα, η τεχνολογία απειλεί να μετατρέψει το βίωμα του χρόνου σε αυτό που ο θεωρητικός των πολιτικών επιστημών Fredric Jameson ονόμασε «συνεχές παρόν», ένα παρόν μέσα στο οποίο η ίδια η κοινωνία χάνει «την ικανότητά της να συγκρατήσει το ίδιο το παρελθόν της».

Για μερικούς ανθρώπους ο κατακλυσμός του παρόντος από την τεχνολογία συνοδεύεται από ένταση, αγωνία και ένα αίσθημα απώλειας ελέγχου. Θέλω να πιστεύω πως, και ως ξεχωριστά άτομα και ως κοινωνία, δεν έχουμε χάσει ακόμα την ικανότητά μας τόσο να αντιστεκόμαστε όσο και να προσαρμοζόμαστε στην αλλαγή του τρόπου με τον οποίο βιώνουμε τον χρόνο. Το επόμενο κεφάλαιο ερευνά με περισσότερες λεπτομέρειες την ικανότητα που έχουμε για ενδοσκόπηση και αλλαγή. Ωστόσο, πάνω απ’ όλα, κάθε προσπάθεια από την πλευρά μας θα έπρεπε να ξεκινά από τη γνώση πως δίχως την ικανότητα να λέμε «όχι», αλλά και «ναι», στην τεχνολογία, κινδυνεύουμε να μετατρέψουμε τα θαύματά της σε παγίδες.

 

//Το απόσπασμα που δημοσιεύουμε είναι από το βιβλίο του Tom Ghatfield «Πώς να τα καταφέρουμε στην ψηφιακή εποχή», κεφ. 2, «Ο χρόνος με και δίχως σύνδεση», σελ. 51-56. Ο Tom Chatfield έχει γράψει τρία βιβλία για την ψηφιακή κουλτούρα. Έχει εργαστεί σε εταιρείες όπως η Google και η Mind Candy και έχει συμμετάσχει σε μεγάλα forum, όπως το TED Global και το World IT Congress. Έχει μια δεκαπενθήμερη στήλη στην ιστοσελίδα του BBC.

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top