
Ο Θανάσης Βέγγος κόβει την πρωτοχρονιάτικη πίτα το 1966 στα γυρίσματα της ταινίας «Ο Παπατρέχας». (Φωτ. Προσωπικό αρχείο οικογένειας Βέγγου)
Θανάσης Βέγγος. Γεννήθηκε σαν σήμερα πριν από 99 χρόνια. Η ζωή του έμεινε στο μυαλό μας ως μια ζωή κινηματογραφική, γεμάτη τρέξιμο, γεμάτη επιτυχία, γεμάτη καλοσύνη. Σπάνια φτάνει η πραγματικότητα της κάθε ζωής στα αυτιά και τη γνώση μας. Στην περίπτωση του Βέγγου, όπως και σχεδόν όλων αυτών των θρύλων της τότε εποχής, υπάρχουν μια πλειάδα από ιστορίες, από κακές περιόδους στη ζωή τους που βγαίνουν στην επιφάνεια όταν πια έχει περάσει η μπόρα. Και φαίνεται σα να αντιμετώπισαν αυτή τη μπόρα με ευκολία, ενώ δεν ισχύει με τίποτα αυτό.
Ο Θανάσης Βέγγος, εκτός από μια ψυχή γεμάτη καλοσύνη, ήταν κι ένας παθιασμένος καλλιτέχνης. Αυτό είτε σε κάνει πολύ δύστροπο απέναντι στους συνεργάτες σου και σκληρά απαιτητικό είτε σε κάνει εύκολο προς εκμετάλλευση, ώστε τυφλώνεσαι προς κάθε κατεύθυνση και βλέπεις μόνο το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Ο γραφειοκρατικός κόσμος όμως, δυστυχώς, δε σταματά για κανέναν, δε νοιάζεται για τέχνη και ρομαντισμό. Θέλει να πληρωθεί άμεσα.
Για τον Βέγγο, αυτό το πάθος τον οδήγησε στο δεύτερο μονοπάτι. Χαρακτηριζόταν για την τελειομανία του, για τη δίψα του να βγάλει ένα αποτέλεσμα σε κάθε σκηνή που θα ενθουσιάσει στο τέρμα τον θεατή, παραγνωρίζοντας βέβαια πως ο θεατής θα μπορούσε να περάσει εξίσου καλά και με κάτι «λιγότερο».
Αυτή η τελειομανία ήταν βολική όσο δεν έκανε ταινίες ως παραγωγός, όταν όμως ίδρυσε τη δική του εταιρεία παραγωγής και καλείτο να πληρώνει μπροστά όλους τους συμμετέχοντες σε κάθε παραγωγή, χωρίς να έχει εγγυημένο επίπεδο εσόδων από την κυκλοφορία της ταινίας στα σινεμά, τότε η τελειομανία του έγινε η καταδίκη του.
Ήταν το 1964 όταν έκανε την εταιρεία «ΘΒ-ταινίες γέλιου». Ήταν το 1964 όταν άρχισε η οικονομική του παρακμή και, εν τέλει, χρεωκοπία και απώλεια του σπιτιού που έμενε με τη γυναίκα και τα παιδιά του.

Με τη σύζυγό του Μίνα και το γιο τους Βασίλη: η οικογένεια ήταν για αυτόν «πάνω απ’ όλα». (Φωτ. Προσωπικό αρχείο οικογένειας Βέγγου)
Όσο σπουδαίος ηθοποιός ήταν ο Βέγγος, τόσο κακός ήταν στο οικονομικό κουμάντο
Ο Θανάσης Βέγγος ήταν γαλαντόμος στις αμοιβές του και, επίσης, δεν έκανε σκόντο σε τίποτα. Ούτε στα σκηνικά, ούτε στους ηθοποιούς, σε τίποτα που περιλαμβάνεται στα έξοδα παραγωγής. Αυτό άρχισε να διογκώνεται, ώστε έφτασε να γίνει ένα τεράστιο χρέος. Είναι χαρακτηριστικό πως δε δίσταζε να γυρίζει πολλές παραπάνω φορές αρκετές σκηνές, κι ας είχε ένα πολύ καλό αποτέλεσμα από τις πρώτες λήψεις. Σε εποχές που το φιλμ ήταν πανάκριβο, ο Βέγγος και χαλούσε παραπάνω φιλμ και πλήρωνε παραπάνω ώρες το συνεργείο και τους ηθοποιούς.
Πολύ γρήγορα είχε γίνει γνωστό στην πιάτσα ότι κάνει κακή διαχείριση των οικονομικών και όποιος οπορτουνιστής ήθελε, εμφανιζόταν για να του πάρει λεφτά ή να πάρει μετοχές στην εταιρεία. Ή ποσοστά από ταινίες που δεν είχαν ακόμα κυκλοφορήσει.
Είχε δώσει σε έναν ηλεκτρολόγο ποσοστά όταν έμαθε ότι η γυναίκα του ήταν έγκυος κι όταν η ταινία προβλήθηκε και ο ηλεκτρολόγος δεν πήρε τα ταχθέντα, πήγε τον Βέγγο στα δικαστήρια. Φανταστείτε το αυτό, με δικαστήρια ή χωρίς, σε μεγάλο αριθμό περιπτώσεων, σίγουρα τριψήφιο.
Οι ταινίες που έκανε ο Βέγγος είχαν επιτυχία, όχι όμως τέτοια ώστε να ρεφάρουν για το οικονομικό άπλωμα που είχε κάνει. Η καταστροφή ήταν προ των πυλών. Όταν έφτασε ο κόμπος στο χτένι, με την εφορία να τον κυνηγάει και τους δανειστές να πιέζουν, ο Θανάσης Βέγγος στράφηκε σε φίλους και γνωστούς για βοήθεια, κανείς όμως δεν ανταποκρίθηκε. Και μπορούσαν αρκετοί να βοηθήσουν. Για αυτούς θα πει αργότερα ο Βέγγος ότι «Λυπάμαι τους ανθρώπους που ενώ μπήκαν στην καρδιά μου ξεφτιλίστηκαν στα μάτια μου».
Έτσι, το σπίτι του στην Κυψέλη, όπου έμενε με τη γυναίκα και τα παιδιά του, το μόνο δικό του περιουσιακό στοιχείο, πέρασε στα χέρια του κράτους και ήταν άστεγος. Ποιος; Ο άνθρωπος που αγαπούσε όλη η Ελλάδα.

Στα γυρίσματα της ταινίας «Το Μεγάλο Κανόνι». (Φωτ. Γιώργος Τζερτζίνης)
Η μόνη φορά που σταμάτησε το τρεχαλητό επί σκηνής
Είναι δε αξιομνημόνευτο ένα περιστατικό λίγα 24ωρα πριν χάσει το σπίτι του και αναγκαστεί να δηλώσει χρεωκοπία στην εταιρεία του. Τότε, ο Βέγγος ήταν σε μια παράσταση, «Ο Τρελός του Λούνα Παρκ», στο θέατρο «Αμιράλ» της Αθήνας, σε σκηνοθεσία Κωστή Μιχαηλίδη και σενάριο Γιώργου Λαζαρίδη. Σε μια στιγμή του έργου, ο Βέγγος θα έπρεπε να σταματήσει τις τρεχάλες στη σκηνή και να σταματήσει για να πει έναν μονόλογο. Όμως, δε γνώριζε πώς είναι να μην τρέχει συνέχεια. «Δάσκαλε, αδύνατο να φρενάρω. Είμαι ηθοποιός ανοιχτής θάλασσας, κατάλαβέ το», θα πει στον σκηνοθέτη.
Ο Μιχαηλίδης θα του απαντήσει ότι «κι όμως Θανάση μου, στη σκηνή του μονολόγου που λες για τη ζωή σου πρέπει να κάτσεις σ’ αυτό το σκαμνάκι και να συγκεντρωθείς. Αλλιώς, δεν βγαίνει συγκίνηση».
Ο Βέγγος έβαλε κάτω την επιθυμία του, άκουσε τον σκηνοθέτη και στη γενική πρόβα πριν την πρεμιέρα, είπε τον μονόλογο με τέτοιο τρόπο που προκάλεσε κλάματα σε όλους τους ηθοποιούς και τους παρίσταντες. Όταν ο Μιχαηλίδης του είπε με βεβαιότητα «είδες Θανάση μου που είχα δίκιο;», ο Βέγγος του αποκρίθηκε σχεδόν αποστομωτικά: «Δάσκαλε, δεν βγήκε από το σκαμνάκι η συγκίνηση. Σκεφτόμουν ότι αύριο έρχονται κλητήρες να μου πάρουν το σπίτι και δεν ξέρω πού να βολέψω τη Μίνα και τα παιδιά…»
Ο επίλογος της διαδρομής του ως παραγωγός γράφτηκε με την απώλεια του σπιτιού και αποτέλεσε για εκείνον ένα ισχυρό χαστούκι. «Η στιγμή που ξεβίδωσα την πινακίδα με το όνομα της εταιρείας από τον τοίχο, δεν περιγράφεται. Ένιωθα σαν να ξηλώνω τα όνειρα μου. Όλα», θα πει πολλά χρόνια μετά.
Χρειάστηκε αρκετός καιρός για να ορθοποδήσει και αυτή τη φορά με το όνειρο τσακισμένο, ανέθεσε την οικονομική του διαχείριση στον Ντίνο Κατσουρίδη, ο οποίος τον επανέφερε στο μονοπάτι της κωμωδίας και της ψυχικής ευδαιμονίας των θεατών.




